193/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated193/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 23-11-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 193 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 193/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παρίσταται δια του Δικαστικού Πληρεξουσίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σωτηρίας Κοσμά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Βαρδάκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-04-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2015 του Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 23-11-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της βασιμότητας της ένδικης αγωγής, το προσκομισθέν απ’ αυτό μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../21-12-2012 έγγραφο της Κτηματικής υπηρεσίας Ν. ..., για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του περί της ταυτότητας του επίδικου τμήματος και του χαρακτήρα αυτού, δηλαδή ζήτημα το οποίο τείνει στη θεμελίωση του συμπεράσματος περί μη κυριότητας του αναιρεσίβλητου σ’ αυτό. Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 349, 340 εδ.
α’ και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το αποδεικτικό αυτό μέσο προς απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση του εν λόγω εγγράφου, σύμφωνα με το οποίο ‘ ‘ δεν υπάρχουν τεχνικά στοιχεία στο υπ’ αριθμ. .../1986 πωλητήριο συμβόλαιο και το επίμαχο συμβόλαιο δε μπορεί να εφαρμοστεί στο έδαφος’ ‘ , κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ., ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Εξάλλου, επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου, που στηρίζεται σε πρωτότυπο, με χρησικτησία, τρόπο κτήσεως της κυριότητας, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο εξαιρείται της χρησικτησίας, γιατί ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, είτε ως κοινόχρηστο, είτε για κάποιο άλλο νομικό λόγο, συνιστά καταχρηστική ένσταση και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική της βάση, πρέπει να τα επικαλεσθεί και να τα αποδείξει ο ενιστάμενος εναγόμενος και για το λόγο αυτόν τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, τις φέρει αυτός και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή νομής του Δημοσίου και επομένως το ανεπίδεκτο κτητικής παραγραφής του ακινήτου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, γιατί ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο έκρινε ως αναπόδεικτο και απορριπτέο τον ισχυρισμό αυτόν και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, συνιστά ένσταση και, επομένως, τις συνέπειες και μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ως δημόσιο κτήμα δεν ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, τις έφερε το ενιστάμενο - αναιρεσείον, που ως εναγόμενο προέβαλε τον ισχυρισμό και όχι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων.
Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, και όχι όταν τους απέρριψε ως αβασίμους, εφόσον η περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προϊδεάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 12-13/1995). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων κατέστη κύριος ενός αγρού (ελαιοπερίβολου), συνολικής εκτάσεως 3.409,30 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... (Δήμου ...).
Ο αγρός αυτός αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο από Αυγούστου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ.. Συνορεύει δε βόρεια και ανατολικά σε πλευρές ... μήκους 14,62 μ., ... μήκους 9,93 μ., ... μήκους 16,32 μ., ... μήκους 38,08 μ., ... μήκους 47,40 μ. και ... μήκους 28,89 και ... μήκους 48,69 μ. με θάλασσα, νότια σε πλευρές ...
μήκους 13,36 μ., ... μήκους 149,80 μ., ... μήκους 11,30 μ. και ... μήκους 11,42 μ. με εθνική οδό ..., και νότια σε πλευρές Λ-Μ μήκους 3,53 μ. και ... μήκους 30,44 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.. Ήδη η ευρύτερη περιοχή, στην οποία βρίσκεται ο αγρός αυτός, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου. Ωστόσο, το ανωτέρω ακίνητο αποτυπώθηκε και καταχωρίσθηκε στα κτηματολογικά φύλλα των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ...
ως δύο αυτοτελή ακίνητα, εκ των οποίων το ένα έκτασης 2.619 τ.μ. έλαβε ΚΑΕΚ ..., με αναγραφόμενο ως δικαιούχο τον ενάγοντα, ενώ το άλλο έκτασης 1.255 τ.μ. έλαβε ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο ως ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το τελευταίο καταλαμβάνει το δυτικό άκρο του προπεριγραφέντος ενιαίου αγρού και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ... (Α.
Μ.) και νότια με εθνική οδό .... Ο ενάγων υποστηρίζει, όπως παραδεκτά περιόρισε το αρχικό αίτημα της αγωγής του, ότι τμήμα του εν λόγω ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 790, 15 τ.μ., είναι δικό του και αποτελεί τμήμα του προπεριγραφέντος ενιαίου αγρού του. Αυτό είναι και το επίδικο, το οποίο αποτυπώνεται στο υπό ημερομηνία:
Αύγουστος 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. με τα περιμετρικά στοιχεία ... εσφαλμένα αποτυπώθηκε ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ.... Ενώ, λοιπόν, το ανωτέρω τμήμα αποτελεί μέρος του αγρού του ενάγοντος, εσφαλμένα καταχωρίσθηκε στην εγγραφή του Κτηματολογίου ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Ο ενάγων κατέστη κύριος του όλου αγρού (τμήμα του οποίου είναι όπως αναφέρθηκε το επίδικο) με αγορά από αληθινό κύριο. Απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος είναι η Ε. χήρα Α. Σ., το γένος Κ. Μ., κάτοικος όσο ζούσε .... Το όλο ακίνητο είχε περιέλθει σ’ αυτήν μετά από διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της Κ.
Μ.. Η διανομή έγινε μεταξύ αυτής και του συγκυρίου Α. Ν. Κ. (κληρονόμου της αδελφής της Δέσποινας Μ.) με το υπ’ αριθ. .../12.6.1937 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Ν., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο .... Με βάση το διανεμητήριο αυτό, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος λαμβάνει (πλην άλλων) στη διαιρετή κυριότητά της και έναν αγρό (ελαιοπερίβολο), ο οποίος κατά την περιγραφή του συμβολαίου βρίσκεται στη θέση "..." περιφέρειας ..., εκτάσεως 4 στρεμμάτων "μετά 50 ελαιοδένδρων, συνορεύον γύρωθεν με Δ.
Τ., με θάλασσαν και Α. Μ.". Τα όρια αυτά ταυτίζονται απόλυτα με τον προαναφερόμενο αγρό (ελαιοπερίβολο) του ενάγοντος. Η δικαιοπάροχος του ενάγοντος παρέλαβε τον ως άνω αγρό στη νομή της με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας τα ελαιόδενδρα. Διατήρησε δε τη νομή της μέχρι και το θάνατό της, που έλαβε χώρα το έτος 1977, καταστάσα έτσι κυρία επιπλέον και με έκτακτη χρησικτησία, αφού σε κάθε περίπτωση συμπληρώθηκε ο αναγκαίος κατά το νόμο χρόνος νομής υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα.
Δεν άφησε διαθήκη και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήταν κατ’ ισομοιρία τα τέκνα της: Κ. Α. Σ., Δ. Α. Σ., Ι. Α. Σ. και Λ. Α. Σ.. Αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομία της με την υπ’ αριθ. .../1986 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Χαραλάμπους Κατσούδα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο με ....
Στη συνέχεια, οι ανωτέρω κληρονόμοι της, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής, όπως και η δικαιοπάροχος τους, μεταβίβασαν την κυριότητα αυτού λόγω πωλήσεως την 12.2.1986 στον ενάγοντα δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1986 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χαραλάμπους Κατσούδα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ....
Αυθημερόν του παρέδωσαν και τη νομή του αγρού, την οποία έκτοτε ασκούσε ο ενάγων είτε ο ίδιος είτε μέσω τρίτων προσώπων, στους οποίους το εκμίσθωνε. Είναι αλήθεια ότι ο πωλούμενος αγρός έχει κατά την αναφορά του πωλητηρίου συμβολαίου "έκταση 1.500 τ.μ. περίπου ή όσης και είναι εκτάσεως", καθώς και ότι υπάρχουν σ’ αυτόν 30 ελαιόδενδρα.
Περιγράφεται δε ότι βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της τέως κοινότητας ... και ήδη του Δήμου ... Νομού ..., καθώς και ότι συνορεύει ανατολικά και βόρεια με θάλασσα, νότια με εθνική οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ., έχει δε σχήμα τριγωνικό. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται (σε σχέση με την περιγραφή του όλου αγρού στο διανεμητήριο του 1937, αλλά και τον αριθμό των ελαιόδενδρων) οφείλεται στο γεγονός ότι εν τω μεταξύ είχε κατασκευασθεί η εθνική οδός ..., η οποία διέρχεται νότια του αγρού και σε επαφή με τη νότια πλευρά του.
Μεσολαβεί μία λωρίδα μπαζωμένη από τους κατασκευαστές της οδού. Προφανώς ένα τμήμα του αρχικού αγρού καταλήφθηκε από την οδό και το ως άνω μπαζωμένο τμήμα της (δεν έχει διευκρινισθεί αν με ή χωρίς απαλλοτρίωση). Έχοντας λοιπόν μειωθεί η έκταση του και ο αριθμός των δένδρων του, αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι έχει "έκταση 1.500 τ.μ.
περίπου ή όσης και είναι εκτάσεως" καθώς και ότι υπάρχουν σ’ αυτό μόνο 30 ελαιόδενδρα. Ωστόσο, η περιγραφή των ορίων του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του πωλουμένου αγρού. Δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα ενός τμήματος αυτού μόνο, αλλά το σύνολό του. Άλλωστε αυτό συνάγεται και από το όλο κείμενο του συμβολαίου.
Τα όριά του είναι τα ίδια: ανατολικά και βόρεια η θάλασσα, νότια η εθνική οδός (προηγούμενα το ακίνητο του Δ. Τ.) και δυτικά το ακίνητο Α. Μ.. Επομένως, ο ενάγων κατέστη κύριος του όλου αγρού τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) όσο και με .πρωτότυπο τρόπου (έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του).
Τμήμα του αγρού αυτού, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί και το επίδικο εκτάσεως 790,15 τ.μ. Βέβαια μεταξύ του αγρού του ενάγοντος και του ακινήτου του Α. Μ. (ήδη των κληρονόμων του) παρεμβάλλεται ένα δασικό τμήμα 464,76 τ.μ., το οποίο άνηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το τμήμα αυτό δεν διεκδικεί ο ενάγων και ήδη με τον περιορισμό που έκανε αποδέχεται το δημόσιο δασικό χαρακτήρα του.
Στο υπόλοιπο, όμως, μέρος του ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο (ανακριβώς) ως ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εκτάσεως 790,15 τ.μ. (που έχει αναμφισβήτητο αγροτικό χαρακτήρα) κανένα εμπράγματο δικαίωμα δεν είχε στο παρελθόν ούτε σήμερα έχει το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτό ρητά αναφέρεται στο υπ’ αριθ. .../ 16.11.201 έγγραφο του Διευθυντή Δασών ..., που συντάχθηκε ακριβώς για την παροχή πληροφοριών προς το Δικαστικό Γραφείο Λαμίας για την ένδικη αγωγή.
Ρητά, λοιπόν, αναφέρεται ότι από το ΚΑΕΚ ... εκτάσεως 1255 τ.μ. μόνο ένα τμήμα εκτάσεως 464,76 τ.μ. διέπεται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας και πρότεινε να διεκδικηθούν δικαιώματα από το Δημόσιο. Όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν διεκδικεί το τμήμα αυτό. Για το υπόλοιπο τμήμα 790,16 τ.μ. πρότεινε να μη διεκδικηθούν δικαιώματα κυριότητας από το Ελληνικό Δημόσιο, γιατί δεν έχει δασικό χαρακτήρα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, όπως άλλωστε χαρακτηρίσθηκε για το σύνολο του αγρού του ενάγοντος εκτάσεως 3.409,30 τ.μ.
με την υπ’ αριθ. 26.442.20111 πράξη χαρακτηρισμού Δασαρχείου .... Επομένως, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι είναι κύριος του επιδίκου, διότι συνιστά δημόσια δασική έκταση και επικουρικά βοσκότοπος ή λιβάδι είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το Δημόσιο κατέστη κύριος του επιδίκου με χρησικτησία ή ότι αυτό υπήρξε στο παρελθόν πράγμα αδέσποτο.
Επομένως, ανακριβώς θεωρήθηκε από τα όργανα της Κτηματογραφήσεως ότι πρόκειται για ένα ενιαίο ακίνητο έκτασης 1.255 τ.μ. και δόθηκε σ’ αυτό ένα ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο ως αποκλειστικό ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το ακριβές είναι ότι ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 790,15 τ.μ., όπως το τμήμα αυτό περιγράφεται ανωτέρω, είναι του ενάγοντος και αποτελεί μέρος του προπεριγραφέντος ενιαίου αγρού του.
Το τμήμα των 790,15 τ.μ. αποτυπώνεται στο υπό ημερομηνία: Αύγουστος 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. με τα περιμετρικά στοιχεία ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσία, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα κύριο έκτασης 790,15 τ.μ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητας περιστατικά επί του επιδίκου, τόσο με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), όσο και με παράγωγο τρόπο, δια ειδικής διαδοχής.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στο θέμα της, κατά τα πιο πάνω, ασκήσεως συνεχούς και χωρίς καμία διακοπή νομής για χρησικτησία του αναιρεσίβλητου και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του και της μη απόδειξης ότι η επίδικη έκταση 790,15 τ.μ.
έχει την ιδιότητα δάσους και επικουρικά βοσκότοπου ή λιβαδιού και ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα της επίδικης αυτής έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ή ότι η εν λόγω έκταση υπήρξε στο παρελθόν πράγμα αδέσποτο, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και ιδίως των άρθρων 974 επ., 1045 και 1051 του Α.Κ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, που συναρτάται με την κύρια βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο και την επικουρική αυτής βάση (έκτακτη χρησικτησία), ως προς τις οποίες και έγινε κατ’ ουσία δεκτή η αγωγή, είναι αβάσιμος.
Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου και την καταφατική κρίση του Εφετείου περί της ταυτότητας του επιδίκου με το περιγραφόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εντεύθεν δε και περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 58/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ