Legislator Case Law & Legislation
193/2011 AI generated

193/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 193/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 193 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

193/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 193 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
member state unsuccessful bidder debt enforcement jurisdiction extinction of debt rights of landlord quashing of conviction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 193 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Εργατικές διαφορές.Εξόφληση. προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξόφλησης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης.Αναιρείται απόφαση του Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά αποδοχών άδειας καθώς και πόσες και ποιές ημέρες έλαβε αυτός την ετήσια άδεια αναψυχής.

Α.Κ.

Αριθμός 193/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα -----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ευάγγελου Ζάψα του Νικολάου, κατοίκου Καμπής Άρτας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει τη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με ΑΡ.Μ.ΑΕ 49833/01ΑΤ/Β/01/342 η οποία εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 986/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6838/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα του τα μέρη, καθώς και του δεύτερου λόγου της ως άνω αίτησης ως προς όλα επίσης τα μέρη του, πλην του πρώτου μέρους και κατά τα δύο σκέλη του, κύριο και επικουρικό, και του πέμπτου μέρους και μόνο κατά τη δεύτερη αιτίαση, ως προς τα οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αυτών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/ 1976,προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ.904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που κατάβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της δια τάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές και επιδίκαση αμοιβής κατά τα Σάββατα και κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για τις οποίες υπάρχει παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία <<Κοινοπραξία Σήραγγας Καλλιδρόμου, Εργοτάξιο Κάτω Τιθορέας Φθιώτιδας>>, της οποίας οι από τις αναιρεσίβλητες, δεύτερη και τρίτη αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, στις 3-8-1999 έως 29-3-2002 που απολύθηκε, και εργάστηκε ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εκτελούμενο από αυτές έργο κατασκευής δύο σηράγγων διέλευσης σιδηροδρόμου στο όρος Καλλίδρομο, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, κατά τις οποίες άλλοτε στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση και άλλοτε όχι και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% για όσες Κυριακές δεν στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση, για όσες δε Κυριακές στερήθηκε αυτής, έλαβε ως προσαύξηση και αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το 1,75 του μισθού του, και για τα Σάββατα που εργάσθηκε έλαβε απλό ημερομίσθιο χωρίς προσαύξηση. Eπίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθεί σα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ με ρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάιο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ειδική αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιό ποσό εδικαιούτο και ποιό ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α) για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές τον μήνα που απασχολείτο, β) για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική η μέρα ανάπαυσης και γ)για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι ως άνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς όλα τα μέρη του.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945,ό πως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν.1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ1 άρθρ.1 Ν.3302/2004,του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν.539/1945,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1εδ.δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθ. ρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ.7 του ν.549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003-Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ.19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργάσιμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999,εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων(14)ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%.Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής).Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνεχώς από 3-8-1999 μέχρι 19-4-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτή δεν του χορηγούσε την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωνε ούτε τις αποδοχές άδειας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών άδειας και επιδόματος των ετών 2000,2001 και αποζημίωσης άδειας και επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργάσιμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της άδειάς του από υπαιτιότητά της. Η πρωτοδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία α βάσιμο το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής του και με τον 6° λόγο της έφεσής του, ο ενάγων-αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας και του επιδόματος αυτής, δέχθηκε τα εξής:"... Περαιτέρω, με βάση τις άνω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθαριστικά), αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε για επίδομα άδειας 2000 το ποσό των 162279 δρχ., για επίδομα άδειας 2001 το ποσό των 174055 δρχ. και για επίδομα άδειας 2002 το ποσό των 1179, 95 ευρώ, ήτοι έλαβε τα ποσά που εδικαιούτο με βάση τις νόμιμες αποδοχές του μαζί με την προσαύξηση για την εργασία κατά τις Κυριακές, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό αυτών (...επιδομάτων άδειας) λαμβάνονται ως βάση οι τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός του και τα επιδόματα, ενώ οι πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον κατά βάλλονται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας πράγμα όμως το οποίο δεν συμβαίνει στην προ κειμένη περίπτωση, και επομένως ουδέν του οφείλεται. Και τέλος από τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε κατά τα έτη 2000,2001 και 2002 τη δικαιούμενη νομίμως άδεια αναψυχής εξ 22 εργάσιμων ημερών ως απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμεμερης εργασίας την οποία και πληρώθηκε (το έτος 1999 δεν εδικαιούτο άδειας αφού δεν είχε συμπληρώσει ένα έτος συνεχή απασχόληση στις εναγόμενες).Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2000,2001 και 2002, και του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών άδειας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατά τα παραπάνω έτη, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέν τα ποσά για αποδοχές άδειας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε ή όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε, σε ποιές ημεροχρονολογίες και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό άδειας που εδικαιούτο(δηλαδή ως παρέχων εργασία πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας),προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών άδειας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο(και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό),εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τις 3-8-1999 έως 19-4-2002.Επομένως,ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., και κατά τα μέρη του, με τα οποία ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι ενώ το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν σταθερά και σε μόνιμη βάση δύο Σάββατα κάθε μήνα που σημαίνει παραδοχή ότι αυτός παρείχε την εργασία του Σαββάτου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και ότι συνεπώς εργάζονταν με το σύστημα της εργασίας έξι ημερών, και αφού ληφθεί υπόψη και η παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης ότι είχε ο αναιρεσείων προϋπηρεσία από το 1974, σε σχέση με το αίτημα για χορήγηση αποδοχών 30 εργάσιμων ημερών καθόλα τα έτη που εργάσθηκε, επικουρικά δε, αν θεωρηθεί ότι αυτός εργαζόταν με το σύστημα εργασίας πέντε ημερών, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, για χορήγηση αποδοχών 25 εργάσιμων ημερών δεν δέχθηκε ότι δικαιούνταν αυτός για όλα τα έτη που εργάσθηκε στις αναιρεσίβλητες αποδοχές άδει ας 30 εργάσιμων ημερών και επικουρικά αποδοχές 25 εργασίμων ημερών, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το κύριο μέρος αυτού ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προαναφερθείσα νομική σκέψη, με την κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο απασχόληση του εργαζομένου με το πενθήμερο σύστημα εργασίας, κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν μεταβάλλεται το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας, σε εξαήμερο, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενόψει του ότι αυτή η απασχόληση είναι άκυρη, κατά δε το επικουρικό μέρος του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υπάρχει παραδοχή του Εφετείου περί της τυχόν προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, ο άνω λόγος αναίρεσης και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για το επίδομα άδειας των ετών 2000 2001 και 2002,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω απόφασης, αναφέρονται τα ποσά αυτά.

Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας,3 του α.ν. 539/ 1945 και 3 παρ. 16 του ν.4504/ 1966,τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/ 1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. Δεν περιλαμβάνονται όμως:α)Η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1975 και το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του ν. 2874/2000 αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δηλαδή τόσο η κατά τις εν λόγω διατάξεις βασική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη όσο και η κατά τις ίδιες διατάξεις προσαύξηση 100% και 250%, αντίστοιχα, επί της εν λόγω βασικής αμοιβής. Και αυτό γιατί η όλη αυτή αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, από την οποία εκείνη της αμέσως πιο πάνω βασικής αμοιβής οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 και επ., ΑΚ), ακόμη και όταν η υπερωριακή αυτή εργασία παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, αφού του το προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/2002).β) Η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει, η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. σχ. ΑΠ 1253/2002,ΑΠ 1331/ 2001). Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν από τελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/ 2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νομό απευθείας οφειλόμενη, ια την εξεύρεση που ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προ αναφερόμενα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, για να εξεύρει τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του αναιρεσείοντος εργαζομένου, ώστε στη συνέχεια να καθορίσει το ύψος του επιδόματος άδειας των ετών 2000, 2001 και 2002,που δικαιούνταν ο τελευταίος, αφού δέχτηκε ότι αυτός (αναιρεσείων εργαζόμενος) υπαγόταν στο σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς αναφερόμενα, δεν συνυπολόγισε, ως τακτικά επαναλαμβανόμενες και τις παροχές για εργασία κατά δύο Σάββα τα κάθε μήνα, επιδικάζοντας για τις αιτίες αυτές τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατά τα ειδικότερα στη προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβανόμενα. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ότι για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζόμενου, με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν το ύψος της αμέσως πιο πάνω παροχής που οφείλονταν σ' αυτόν, δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, εκτός των άλλων, και η παροχή και για εργασία κατά τα Σάββατα δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες στη ως άνω μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου δια τάξεις. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω σ' αυτήν (μείζονα σκέψη), η εν λόγω παροχή(για εργασία κατά τα Σάββατα) δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστεί για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζομένου, με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καθοριστεί το ύψος του επιδόματος άδειας που δικαιούνταν αυτός για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα. Επομένως ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος του αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ Δ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/55 υπ' αριθ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539/45, 3 παρ. 16 και 17 του Ν. 4504/66, 5 παρ. 2 του Ν. 133/75, 1 παρ. 1 του Ν.435/76, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/80 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία, η αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και τις αργίες. Επομένως στις αποδοχές και το επίδομα άδειας των μισθωτών πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητούσε με την ένδικη αγωγή του να συνυπολογισθεί στο επίδομα άδειας των ετών 2000 και 2001, η αμοιβή εργασίας κατά τη νύχτα που παρείχε αυτός κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης με τις αναιρεσίβλητες και λάμβανε ως αντάλλαγμα της νόμιμης εργασίας του κατ' αυτή (νύχτα),την οποία δεν συνυπολόγιζαν αυτές (αναιρεσίβλητες) και να του καταβληθούν οι προκύπτουσες διαφορές ως προς τα άνω επιδόματα. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το κονδύλιο αυτό, ως αόριστο, αφού προηγουμένως με άλλη διάταξή του, είχε απορρίψει ως αόριστο και το κονδύλιο της αμοιβής λόγω νυκτερινής εργασίας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος έκρινε ότι τα ανωτέρω κονδύλια ήταν ορισμένα και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά αυτές τις διατάξεις της, και στη συνέχεια εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως προς το προαναφερθέν ζήτημα ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εργοτάξιο των αναιρεσιβλήτων σε τρεις κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες, καθόλο το διάστημα της εργασιακής σύμβασης του, κατά τις οποίες πραγματοποιούσε κάθε μήνα και εργασία κατά τη νύχτα ...... (αναφέρονται αναλυτικά για κάθε έτος οι ώρες της νυχτερινής εργασίας οι οποίες αθροιζόμενες για όλο το έτος και διαιρούμενες δια δώδεκα μήνες αντιστοιχούσαν για το διάστημα από Αύγουστο του 1999 έως 31-12-2000 σε 1.071 ώρες για 17 μήνες δηλαδή 63 ώρες κατά μήνα, για όλο το 2000 σε 720 ώρες για 12 μήνες δηλαδή 60 ώρες το μήνα ), .....Ακολούθως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δεν συνυπολόγισε για την εξεύρεση του οφειλομένου επιδόματος άδειας των ετών 2000 και 2001 την αμοιβή για την παροχή εκ μέρους του αναιρεσείοντος της προεκτεθείσας νυχτερινής εργασίας, την οποία, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, πραγματοποιούσε ο αναιρεσείων κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό, η δε αμοιβή που λάμβανε γι' αυτή την εργασία ήταν το συμβατικό αντάλλαγμα της εκ μέρους του παροχής αυτής της εργασίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί αυτή τμήμα των τακτικών πλέον αποδοχών, με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογισθεί το ποσό που θα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για το επίδομα άδειας των ανωτέρω ετών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξείς που αναφέρονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς πρέπει, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και κατά το μέρος του αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 6.838/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ