193/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated193/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει απ' αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 193 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 193/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 23-11-1999 ανταγωγή (δια των προτάσεων) της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2001 μη οριστική και 60/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7748/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία απόφαση ανέκοψε ο ήδη αναιρεσείων με την από 21-4-2005 ανακοπή ερημοδικίας.
Εκδόθηκε η 75/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 8-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου, που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος της αμοιβής του τελευταίου από την έκβαση της δίκης ή το αποτέλεσμα της εργασίας, είναι επιτρεπτή, η δε εν λόγω αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης και είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση ανακλήσεως της εντολής προς το δικηγόρο, προϋπόθεση για την καταβολή της αμοιβής αυτού με βάση τη σχετική συμφωνία είναι το "αδικαιολόγητο" της ανακλήσεως της εντολής. Η κρίση περί αυτού του δικαστηρίου της ουσίας είναι νομική, διότι σχηματίζεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανέλεγκτα έγιναν δεκτά απ' αυτό, με βάση α) γενικότερα κριτήρια αξίας, που αντλούνται από τις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις πολιτισμού και β) τους κανόνες της κοινής πείρας και συνεπώς, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει απ' αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.
Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο. Πάντως στο δικαστήριο της ουσίας απόκειται κάθε φορά να κρίνει πότε υπάρχει ή όχι ανάκληση της εντολής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Αθηνών Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ανέθεσε εγγράφως στον αναιρεσείοντα δικηγόρο στις 22-9-1997 την ικανοποίηση δικαστικώς των αξιώσεών της, ποσού 1.800.000.000 δρχ. περίπου κατά των αναφερομένων οφειλετριών αυτής.
Μεταξύ των όρων της ως άνω έγγραφης εντολής περιλαμβάνονται και οι εξής: Ο εντολοδόχος θα συνεργάζεται για την εκπλήρωση της εντολής με το τμήμα Δικαστικού της εντολέα Τράπεζας, το οποίο, καθώς και οι λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες αυτής, θα παράσχουν το συντομότερο προς τον εντολοδόχο όλα τα κατά την κρίση τους έγγραφα στοιχεία και πληροφορίες, ως και εκείνα που θα ζητήσει περαιτέρω ο εντολοδόχος σχετικά με τις ως άνω αξιώσεις.
Ο εντολοδόχος στη συνέχεια θα παράσχει στην εντολέα στρατηγικό σχέδιο των αναγκαίων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών με σχετικό χρονοδιάγραμμα. Μετά την έγκριση από την εντολέα του σχεδίου αυτού ο εντολοδόχος θα προβεί με τη συνεργασία του τμήματος Δικαστικού και των άλλων υπηρεσιών αυτής στην υλοποίησή του ανά στάδιο.
Κατ' αυτή η εκπροσώπηση της εντολέα ενώπιον των Δικαστηρίων, των τυχόν άλλων Αρχών και κάθε εμπλεκομένου φυσικού ή νομικού προσώπου θα αποφασίζεται από κοινού από το τμήμα Δικαστικού της εντολέα και τον εντολοδόχο. Οι τυχόν αλλαγές στο στρατηγικό σχέδιο των σχετικών δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών κατά την πορεία τους θα προτείνονται από τον εντολοδόχο, θα συζητούνται με το τμήμα Δικαστικού της εντολέα και θα εγκρίνονται από την τελευταία.
Τόσο η εντολέας όσο και ο εντολοδόχος δικαιούνται να λύσουν τη σύμβαση αυτή αζημίως, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος στο πρόσωπο του ετέρου μέρους. Μεταξύ των αναφερομένων ενδεικτικώς ως σπουδαίων λόγων περιλαμβάνεται και η παράβαση οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως αυτής από κάθε συμβαλλόμενο. Σε περίπτωση που η εντολέας προβεί στη λύση της συμβάσεως χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος υποχρεούται στην καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του εντολοδόχου, ενώ σε περίπτωση που ο τελευταίος προβεί στη λύση της συμβάσεως χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν θα δικαιούται να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό.
Ειδικότερα, συμφωνείται ότι η εντολέας δικαιούται να ανακαλέσει την εντολή αυτή αζημίως, χωρίς να καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή ή άλλη παροχή στον εντολοδόχο, σε περίπτωση εκδόσεως οριστικής ή τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου, που θα απορρίπτει την αγωγή της εντολέα, η οποία ασκήθηκε και δικάσθηκε στο πλαίσιο της εντολής αυτής.
Η εντολέας με την έγκριση του στρατηγικού σχεδίου υποχρεούται να καταβάλει στον εντολοδόχο το ποσό των 6.000.000 δρχ., ως προκαταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, εις εκτέλεση της ως άνω εντολής, υπέβαλε στην εντολέα στις 30-9-1997 στρατηγικό σχέδιο για την ικανοποίηση των αξιώσεών της και στη συνέχεια, μετά την έγκριση αυτού από την εντολέα και τη λήψη από τον ίδιο της συμφωνηθείσης προκαταβολής των 6.000.000 δρχ.
συνέταξε και κατέθεσε αρμοδίως την από 30-12-1997 αγωγή της εντολέα κατά των αναφερομένων φυσικών και νομικών προσώπων. Η συζήτηση της αγωγής αυτής προσδιορίσθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 30-9-1998, από την οποία αναβλήθηκε με εντολή της εντολέα προς τον αναιρεσείοντα για τη δικάσιμο της 26-5-1999, προκειμένου να ενημερωθεί για την υπόθεση η αναιρεσίβλητη, που ήδη είχε αποκτήσει τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου της εντολέα Τράπεζας.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων πριν από την τελευταία ως άνω δικάσιμο με την από 8-5-1999 τηλεμοιοτυπία (FAX) ζήτησε από την αναιρεσίβλητη να τον ενημερώσει αν το αίτημα της αγωγής θα παραμείνει καταψηφιστικό ή θα μετατραπεί σε αναγνωριστικό, ενώ στις 17-5-1999 έλαβε χώρα ενημερωτική συνάντηση στα γραφεία της Διεύθυνσης των Νομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης μεταξύ της Διεύθυντριας της εν λόγω Υπηρεσίας αυτής Ουρανίας Παπαβασιλείου, δικηγόρου, του αναιρεσείοντος και των αναφερομένων ετέρων δύο προσώπων (του ενός δικηγόρου, χειριστή της υπόθεσης και του άλλου αναπληρωτή Διευθυντή της αυτής Υπηρεσίας).
Μετά την συνάντηση αυτή η Νομική Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, αποτελούμενη από τους ως άνω έμπειρους δικηγόρους, αποφάσισε να ζητηθεί από το Δικαστήριο η αναβολή της δίκης ή να ματαιωθεί η συζήτηση της υποθέσεως. Προς τούτο η Διευθύντρια της εν λόγω Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης με την από 26-5-1999 και ώρα 13.32 τηλεμοιοτυπία έδωσε τη σχετική εντολή προς τον αναιρεσείοντα.
Ο τελευταίος όμως, παρά τα συμφωνηθέντα να συνεργάζεται για την εκπλήρωση της εντολής με το ανωτέρω τμήμα της εντολέα, με την από 26-5-1995 και ώρα 15.13 τηλεμοιοτυπία ζήτησε από την ως άνω Διευθύντρια να του δοθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης μέχρι τη 16.30 ώρα της αυτής ημέρας η εντολή της αναβολής ή της ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής.
Η ανωτέρω Διευθύντρια, αντιληφθείσα ότι ο αναιρεσείων, παρά τις αντιρρήσεις της αναιρεσίβλητης, θα προχωρούσε στη συζήτηση της υπόθεσης, προσήλθε στο ακροατήριο του συνεδριάζοντος την ημέρα εκείνη και ώρα 17.00 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης, δήλωσε ότι εκπροσωπεί την ενάγουσα - εντολέα Τράπεζα Αθηνών Α.Ε.
δυνάμει του υπ' αριθ. ........ γενικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/τίνου Σπανοπούλου και ζήτησε την αναβολή ή τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν γνωρίζει ακόμη το αντικείμενο της δίκης για να προετοιμασθεί, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των τότε εναγομένων συμφώνησαν με το εν λόγω αίτημα.
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο αναιρεσείων, ο οποίος με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου της Τράπεζας Αθηνών Α.Ε. δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αγωγής ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, γιατί έχουν λυθεί λόγω πτωχεύσεως και ότι η αναιρεσίβλητη παρίσταται δια του υπογράφοντος, ο οποίος δεν έχει ειδική εντολή από καταστατικό όργανο αυτής για αναβολή ή ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως.
Επίσης δήλωσε ότι δεν αισθάνεται πως δικαιούται να εκφράσει επί του εν λόγω αιτήματος την άποψή του, την οποία διατύπωσε προς αυτή κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων και με τα δεδομένα αυτά αφήνει στην κρίση του Δικαστηρίου την αξιολόγηση του αιτήματος β' αναβολής της δίκης, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη δια της ως άνω δικηγόρου, ισχυριζόμενη ότι έχει ειδική προς τούτο εντολή, δοθείσα αρμοδίως.
Στη συνέχεια οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των τότε εναγομένων υπέβαλαν ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας του αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι έχει εντολή κατά το άρθρο 92 του Κώδικα Δικηγόρων. Το Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω αίτημα και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, που δεν διέθετε πληρεξουσιότητα της αναιρεσίβλητης, ζήτησε από το Δ.Σ.
αυτής με την από 27.5.1999 τηλεομοιοτυπία να του χορηγηθεί μέχρι τη 1-6-1999 και ώρα 13.00 ειδική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα για την νομιμοποίηση της παραστάσεώς του, δηλώνοντας συγχρόνως ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεως της εν λόγω πληρεξουσιότητας, θα θεωρούσε ότι ανακλήθηκε αδικαιολόγητα η ανατεθείσα σ' αυτόν εγγράφως στις 22-9-1997 εντολή.
Η αναιρεσίβλητη με την από 2-6-1999 έγγραφη δήλωσή της, απευθυνόμενη προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατατεθείσα αρμοδίως αυθημερόν και ώρα 11.19, παραιτήθηκε του δικογράφου της ως άνω από 30-12-1999 αγωγής της Τράπεζας Αθηνών Α.Ε. Ο αναιρεσείων με την από 4-6-1997 εξώδικη δήλωσή του, απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη, δήλωσε προς αυτή εκ νέου ότι η άρνησή της να του χορηγήσει την αιτηθείσα συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα αποτελεί αδικαιολόγητη ανάκληση της ως άνω εντολής και κάλεσε αυτή να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ανερχόμενη στο ποσό των 387.841.770 δρχ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 2.203/2000 απόφασή του, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η παράσταση του αναιρεσείοντος, ως δικηγόρου προς εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης (καθολικής διαδόχου της αρχικής ενάγουσας), ήταν άκυρη, ως διαδικαστική πράξη, λόγω της ιδιότητας αυτού ως καθηγητή της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και της εντεύθεν μερικής αναστολής του δικηγορικού λειτουργήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων, με συνέπεια την αδυναμία του να ενεργήσει ενώπιον αυτού τις διαδικαστικές πράξεις και, ανεξαρτήτως της μη χορηγήσεως προς αυτόν συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας προς διεξαγωγή της δίκης, δίκασε την αναιρεσίβλητη ερήμην και απέρριψε την αγωγή, λόγω του συναγόμενου από την ερημοδικία της τεκμηρίου παραιτήσεώς της απ' αυτή, ενώ κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες.
Η ως άνω από 2-6-1999 δήλωση της αναιρεσίβλητης περί παραιτήσεώς της από το δικόγραφο της αγωγής δεν επέφερε έννομο αποτέλεσμα, διότι έγινε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, η δε ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα τριτανακοπή κατά της εν λόγω αποφάσεως (2203/2000), με την οποία ζήτησε την ακύρωση αυτής κατά το μέρος της που έκρινε άκυρη την παράστασή του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 765/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού.
Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι υπάρχει σιωπηρή ανάκληση της εντολής, που χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα εγγράφως στις 22-9-1997, το δε γεγονός αυτό συνάγεται αφ' ενός μεν από την άρνηση της αναιρεσίβλητης να χορηγήσει προς αυτόν ειδική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανεξάρτητα από το ότι η έλλειψη αυτής δεν επέφερε από μόνη της την ερημοδικία της αναιρεσίβλητης, αφ' ετέρου δε από την παράσταση της τελευταίας ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου δι' άλλης πληρεξουσίας δικηγόρου στις 26-5-1999 και υποβολή αιτήματος απ' αυτή περί αναβολής της δίκης ή ματαιώσεως της συζητήσεως της υποθέσεως και εκ τρίτου από την παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της αγωγής με την από 2-6-1999 δήλωσή της χωρίς γνώση του αναιρεσείοντος, έστω και αν αυτή δεν επέφερε το έννομο αποτέλεσμά της.
Η ανάκληση της εντολής από την αναιρεσίβλητη ήταν δικαιολογημένη, αφού συνέτρεξε σπουδαίος λόγος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για τη λύση απ' αυτή αζημίως της ως άνω συμβάσεως της 22-9-1997. Ειδικότερα, η εντολή της αναιρεσίβλητης προς τον αντίδικό της να επιδιώξει την αναβολή της δίκης για δεύτερη φορά ή τη ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 26-5-1999 δόθηκε με βάση την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, του οποίου η ίδια φέρεται ότι ήταν δικαιούχος και επιπλέον, δεν δεσμευόταν αυτή από τους όρους της αρχικής ως άνω συμβάσεως.
Αντίθετα, ο αναιρεσείων δεσμευόταν από τον πρώτο όρο αυτής να συμμορφωθεί προς την εντολή, που του έδωσε το τμήμα Δικαστικού της αναιρεσίβλητης, με το οποίο όφειλε να συνεργάζεται για την εκτέλεση της εντολής. Πέραν αυτού η τελευταία διαθέτει το εν λόγω νομικό τμήμα, που αποτελείται από έγκριτους νομικούς και, εφόσον απ' αυτούς κρίθηκε ότι τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης εξυπηρετούνταν με την αναβολή ή τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, ο αναιρεσείων όφειλε να μη επιμένει στη συζήτηση της αγωγής, αλλ' αντίθετα όφειλε να συμμορφωθεί προς την εντολή αυτή και να συναινέσει στην αναβολή αυτής ή, σε περίπτωση απορρίψεως του σχετικού αιτήματος κατά το άρθρο 241 παρ. 1 ΚΠολΔ., στη ματαίωσή της, αφού και οι τότε εναγόμενοι συμφωνούσαν και στις δύο περιπτώσεις.
Επίσης, ο αναιρεσείων έβλαψε τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, γιατί αφ' ενός μεν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, οφειλέτριες αυτής, χωρίς την προηγούμενη συναίνεσή της, αφ' ετέρου δε, λόγω της ιδιότητάς του ως καθηγητή της Νομικής Σχολής του ως άνω Πανεπιστημίου, κρίθηκε άκυρη η διαδικαστική πράξη της παραστάσεώς του ως δικηγόρου της αναιρεσίβλητης ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η αγωγή συνεπεία της ερημοδικίας αυτής (καθολικής διαδόχου της τότε αρχικής ενάγουσας).
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 25-6-1999 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν της συμφωνηθείσης ως άνω αμοιβής του, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού αφ' ενός μεν δεν διαπίστωσε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Αθηνών Α.Ε.
και του αναιρεσείοντος ως άνω σύμβαση εντολής είχε αμφίβολα σημεία και ανάγκη ερμηνείας και δεν προσέφυγε ορθώς ως εκ του γεγονότος αυτού στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφ' ετέρου δε δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για τη λύση από την αναιρεσίβλητη αζημίως της εν λόγω συμβάσεως και εντεύθεν, ότι η ανάκληση απ' αυτή της εντολής ήταν δικαιολογημένη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους καθόσον για την απόρριψη της ένδικης αγωγής αρκεί η παράθεση του περιεχομένου της εν λόγω συμβάσεως, των πραγματικών περιστατικών, υπό τα οποία έλαβε χώρα η ανάκληση της εντολής και η κατ' εκτίμηση αυτών κρίση του Εφετείου ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος σπουδαίος λόγος για τη λύση από την αναιρεσίβλητη αζημίως της ως άνω συμβάσεως και ότι η ανάκληση απ' αυτή της εντολής ήταν δικαιολογημένη. 'Ετσι, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των εν λόγω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του δικαιολογημένου της ανακλήσεως από την αναιρεσίβλητη της προαναφερόμενης εντολής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά το άρθρο 62 παρ. 3β' του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 184/1975, οι τακτικοί, έκτακτοι και επικουρικοί καθηγητές των Πανεπιστημίων και των ανωτάτων Δημοσίων Σχολών τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, ενώ επιτρέπεται σ' αυτούς να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις και οι μεν ανήκοντες στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς να παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών, οι δε λοιποί να παρίστανται ενώπιον του Εφετείου, στην περιφέρεια του οποίου περιλαμβάνεται ο Δικηγορικός Σύλλογος, του οποίου τυγχάνουν μέλη, εφόσον έχουν όλοι αυτοί τα κατά το άρθρο 35 του Ν.Δ.
αυτού, όπως ήδη ισχύει, απαιτούμενα προσόντα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 2ζ' του Ν. 2530./1997 "περί αναμορφώσεως μισθολογίου προσωπικού ΑΕΙ - ΤΕΙ κλπ", όπως αντικασταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 3255/2004, τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ), πλήρους απασχόλησης, μπορούν μόνο να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, κατά δε το άρθρο 25 εδ.
γ' του αυτού νόμου (2530/1997) από την έναρξη της ισχύος του καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις ου κατ το μέρος που ρυθμίζει θέματα, τα οποία διέπονται απ' αυτόν. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι δικηγόροι μέλη ΔΕΠ, πλήρους απασχόλησης, μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους, όμως υπό τους όρους και περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία δεν αντίκειται κατά τούτο στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2ζ' του Ν. 2530/1997, καθώς και ότι η παράσταση των εν λόγω προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων κατά παράβαση της πρώτης ως άνω διατάξεως επάγεται την ακυρότητα της διαδικαστικής αυτής πράξεως, πέραν της τυχόν πειθαρχικής ευθύνης αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέθχηκε ότι, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως καθηγητή της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, η διαδικαστική πράξη της παραστάσεως αυτού ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν άκυρη.
Συνέπεια δε του γεγονότος αυτού της ακυρότητας της παραστάσεως του αναιρεσείοντος, ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης (καθολικής διαδόχου της αρχικής ενάγουσας), υπήρξε η απόρριψη της αγωγής, ένεκα του συναγομένου από την ερημοδικία της τελευταίας τεκμηρίου παραιτήσεώς της απ' αυτή. Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων έβλαψε τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν, η ανάκληση της ως άνω εντολής απ' αυτή ήταν δικαιολογημένη.
Με την εν λόγω κρίση του δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο αναιρεσείων, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του ως καθηγητή Νομικής Σχολής, τελούσε σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματός του και δεν μπορούσε να παρασταθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, η δε παράστασή του ενώπιον αυτού, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 3β' του Ν.Δ. 3026/1954, είχε ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της τυχόν πειθαρχικής ευθύνης του, την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως.
Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 του Ν.Δ. 3026/1954 συμπορεύεται πλήρως προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, γιατί οι δι' αυτή τεθέντες ως άνω περιορισμοί στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος θεσπίσθηκαν για λόγους γενικοτέρου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος .
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξόδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ