Legislator Case Law & Legislation
193/2007 AI generated

193/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 193/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

193/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα ο ως άνω ενάγων εξήλθε από το χώρο του εργοταξίου της εταιρείας " .... ", η οποία είχε αναλάβει την κατασκευή της υπογειοποίησης του κόμβου της Κατερίνης, αριστερά Εθνικής Οδού σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου και αφού διέσχισε πεζός, αρχικά το αριστερό έρεισμα της οδού, πλάτους 0.80 μέτρων και το μέχρι τη διαχωριστική γραμμή οδόστρωμα αυτής, πλάτους 3,50 μέτρων, συνέχισε την πορεία του, προτιθέμενος να διέλθει απέναντι.

Keywords

AI generated
traffic violation driving whilst disqualified offences against public transport excessive speed road safety concerns extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 193 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 193/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, ο οποίος δήλωσε ότι καθολικός διάδοχος της ως άνω αναιρεσίβλητης είναι το ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σαυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύ8θηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμόν 5829Β΄/31.10.2005 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας συνεδριάσεως και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Επομένως εφόσον ο ανωτέρω δεν εμφανίσθηκε κατά την προκειμένη συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα που φέρεται ότι παραβιάστηκε 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων διατείνεται : α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330, 914 και 38 παρ. 4 του Ν. 2969/1999 με το να δεχθεί ότι παραβίασε (ο ενάγων) τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του Ν. 2969/1999 1) διασχίζοντας την εθνική οδό που απαγορεύεται στους πεζούς και 2) με το να δεχθεί α) ότι ώφειλε λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας της εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης και κυρίως ότι διέσχιζε την εθνική οδό χωρίς να ελέγξει την κίνηση οχημάτων επί της εν λόγω εθνικής οδού και β) ότι ενώ αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του εναγομένου να έρχεται προς το μέρος του δεν σταμάτησε αλλά παρέμεινε στη διαχωριστική γραμμή και αφού αμφιταλαντεύθηκε συνέχισε την πορεία του και γ) ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις αυτές ως άνω διατάξεις εκ πλαγίου, διότι έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες αφού δέχεται το μεν ότι διέσχισε χωρίς να ελέγξει την εθνική οδό, ακολούθως δέχεται ότι αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του εναγομένου και παρέμεινε στη διαχωριστική γραμμή αμφιταλαντευόμενος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 17-7-2000 και περί ώρα 15:00, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος και β΄ εκκαλών Ψ1 οδηγούσε στην Εθνική Οδό Αθηνών -Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Αθήνα, το με αριθμό κυκλοφορίας .... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.".

Όταν έφθασε στη χιλιομετρική θέση 438 της οδού αυτής, η οποία σε εκείνο το σημείο είναι ευθεία σε μήκος 1000 μέτρων, έχει οδόστρωμα πλάτους 7,30 μέτρων με ασφάλτινα ερείσματα εκατέρωθεν, πλάτους 2,10 και 0,80 μέτρων αντίστοιχα, είναι δε διπλής κατευθύνσεως, διαχωριζόμενη με διπλή συνεχή οριζόντια γραμμή σε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,60 και 3,60 μέτρων, αντίστοιχα, οριογραμμές εκατέρωθέν της, που χωρίζουν το οδόστρωμα από τα ασφάλτινα ερείσματα, παρέσυρε τον ενάγοντα - εκκαλούντα - εφεσίβλητο Χ1 ο οποίος πεζός διέσχιζε κάθετα την Εθνική Οδό, κατευθυνόμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.

Ειδικότερα ο ως άνω ενάγων εξήλθε από το χώρο του εργοταξίου της εταιρείας " .... ", η οποία είχε αναλάβει την κατασκευή της υπογειοποίησης του κόμβου της Κατερίνης, αριστερά Εθνικής Οδού σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου και αφού διέσχισε πεζός, αρχικά το αριστερό έρεισμα της οδού, πλάτους 0.80 μέτρων και το μέχρι τη διαχωριστική γραμμή οδόστρωμα αυτής, πλάτους 3,50 μέτρων, συνέχισε την πορεία του, προτιθέμενος να διέλθει απέναντι.

Αφού διήνυσε περίπου το ήμισυ του οδοστρώματος του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αντιλήφθηκε ότι τον πλησίαζε επικίνδυνα το αυτοκίνητο του εναγομένου, δίστασε προς στιγμή, για το αν έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του ή να σταματήσει, τελικά συνέχισε και ενώ βρισκόταν στην οριογραμμή, του δεξιού ερείσματος της οδού παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Πιο συγκεκριμένα χτυπήθηκε με το δεξιό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου στη δεξιά πλευρά του σώματός του και αφού προσέκρουσε στον εμπρόσθιο δεξιό φανό του αυτοκινήτου εκτινάχθηκε σε απόσταση έξι (6) μέτρων εκτός της οδού, ενώ το αυτοκίνητο σταμάτησε στο δεξιό ασφάλτινο έρεισμα και σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από το σημείο της παράσυρσης του πεζού. 'Όπως διαπιστώθηκε ο πρώτος των εναγομένων, οδηγός του αυτοκινήτου οδηγούσε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος με ταχύτητα 90 χιλ/τρα την ώρα, σύμφωνα με τον ταχογράφο του αυτοκινήτου, ενώ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 60 χλμ.

την ώρα, λόγω εκτελέσεως έργων στο σημείο εκείνο της οδού και δεν συμμορφώθηκε με τις προειδοποιητικές πινακίδες που υπήρχαν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παράσυρση του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος και ο τραυματισμός του οφείλονται σε κοινή υπαιτιότητα, τόσο του πρώτου καλούντος-εναγομένου, όσο και του ιδίου του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου-ενάγοντος, γιατί αυτοί δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 Α.Κ.) για να αποφύγουν το ατύχημα.

Ειδικότερα με βάση την επιμέλεια αυτή, τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, την κοινή πείρα και τη λογική, ο μεν εφεσίβλητος - εκκαλών - εναγόμενος όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας, που αναφέρθηκαν και κυρίως ότι στην περιοχή εκτελούντο έργα και το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 60 χλμ την ώρα, να κινείται προσεκτικά, αυτός εκινείτο με ταχύτητα 90 χλμ την ώρα, και έτσι δεν μπορούσε να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία στο αυτοκίνητό του σε κάθε στιγμή και να μπορεί να διακόψει την πορεία του, πριν από κάθε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο και συγκεκριμένα να διακόψει την πορεία του πριν από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, ο οποίος διέσχιζε την ίδια στιγμή κάθετα με τα πόδια του την ως άνω Εθνική Οδό, την παρεμβολή του οποίου στην πορεία του μπορούσε να προβλέψει, αν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και εκινείτο με μικρότερη ταχύτητα.

Αλλά και ο εκκαλών-εφεσίβλητος- ενάγων, όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας της ως άνω Εθνικής Οδού που αναφέρθηκαν και κυρίως ότι διέσχιζε Εθνική Οδό που απαγορεύεται η διέλευση πεζών (άρθρο 38 παρ.4 του ΚΟΚ) χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων πάνω στην Εθνική οδό και στη συνέχεια ενώ αντελήφθη το αυτοκίνητο του εναγομένου να έρχεται προς το μέρος του, δεν σταμάτησε, παραμένοντας στη διπλή διαχωριστική γραμμή, αλλά αμφιταλαντεύθηκε για λίγο και στη συνέχεια συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα την παράσυρσή του, παρά το ότι ο εναγόμενος πέδησε.

Ήδη δε ο εναγόμενος παραπέμπεται να δικασθεί για σωματική βλάβη από αμέλεια στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης. Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε συνυπαίτιο τον ενάγοντα αναιρεσείοντα κατά ποσοστό 70%, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως αυτού ως ουσία αβάσιμο, δέχθηκε τον αντίθετο λόγο εφέσεως του εναγομένου ως ουσία αβάσιμο και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.

Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 38 παράγραφος 4 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) με το να δεχθεί ότι ο εκκαλών - ενάγων ώφειλε λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας της ως άνω εθνικής οδού και κυρίως ότι διέσχιζε εθνική οδό χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων πάνω σ΄ αυτή (εθνική οδό).

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτό. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του που αφορά την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 297, 300, 330, 914 Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί είναι αόριστος, για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιές οι νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως για κάθε μία από τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Περαιτέρω ως προς τον λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς την υπαιτιότητα του παθόντος ενάγοντος που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου δεν είναι αντιφατική η αιτιολογία του Εφετείου κατά την οποία ο πεζός διέσχισε την οδό χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων πάνω σ΄ αυτή (εθνική οδό) προς την τοιαύτη ότι ο πεζός ενώ αντελήφθη το αυτοκίνητο του εναγομένου να έρχεται δεν σταμάτησε παραμένοντας πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, αλλά αμφιταλαντεύθηκε για λίγο και συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα την παράσυρσή του παρά το ότι ο εναγόμενος πέδησε.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. και κατά τα δύο μέρη του.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος (καθυποκατάσταση) αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.09.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 326/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ