Legislator Case Law & Legislation
193/2006 AI generated

193/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 193/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

193/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 193 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. M. του F., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Χαρλαύτη, περί αναιρέσεως της 10879/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 106/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.

Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995).

Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ‘‘ως αγνώστου διαμονής’’, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε ‘‘γνωστή διαμονή’’. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυ-ρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του.

Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την Αστυνομική Αρχή.

Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ’ αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 10879/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορούμενου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ’ αριθμό 20315/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για την πράξη της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης (παράβαση του ν. 1599/1986), σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική.

Από τη σχετική υπ’ αριθμό 4025/11-6-2004 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλλει δια του συνηγόρου του, ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε, από του έτους 1998 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 και κατά το χρόνο της επίδοσης την 28-5-2003 γνωστή διαμονή, επί της οδού ...

στο Κουκάκι, ήταν ιατρός μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιώς και η διεύθυνση αυτή της διαμονής του ήταν γνωστή στις Αρχές. Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης.

Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως και περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι, η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του, ήταν γνωστή στις Αρχές.

Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης από-φασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επίδοσης στον εκκαλούντα, της εκκαλούμενης υπ’ αριθμό 20315/2002 ερήμην καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 28-5-2003, προκύπτουσα από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα του Α/Τ Συντάγματος Β.

Τ., που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η χρονολογία ασκήσεως της έφεσης την 11-6-2004, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της, χωρίς αναφορά στο έγγραφο της έφεσης, λόγου δικαιολογητικού της εκπρόθεσμης άσκησης. Δεν υποχρεούταν δε το δικαστήριο, να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής ή τους λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους ο εκκαλών παρακω-λύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, αφού ο ισχυρισμός του εκκαλούντος με την έφεσή του, για γνωστή στις Αρχές διαμονή του, χωρίς δηλαδή αναφορά ότι αυτός, είχε δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, την αναφερόμενη διεύθυνση της κατοικίας του, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος, στον ισχυρισμό δε αυτό, δεν διαλαμβανόταν όπως αναφέρθηκε και επίκληση λόγων ανωτέρας βίας, ώστε να είναι αναγκαία η αιτιολογία και επί του ζητήματος αυτού.

ΙΙΙ. Η αιτιολογία επομένως αυτή, της απορρίψεως της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με το μοναδικό, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εξάλλου και οι συναφείς αιτιάσεις, για ακυρότητα της επίδοσης, εκ της επιδόσεως αποσπάσματος της εκκαλούμενης απόφασης, αντί πλήρους αντιγράφου και μη αναφορά στο αποδεικτικό επίδοσης αν αυτή έγινε στο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας και ποίας ή σε διοικητικό υπάλληλο και ποίον, είναι επίσης αβάσιμες και απορριπτέες, κατά πρώτο λόγο ως στηριζόμενες σε αναληθή προϋπόθεση, αφού από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, το οποίο δεν προσβάλλεται ως πλαστό, προκύπτει, ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε σε πλήρες αντίγραφο και όχι απλό απόσπασμα και ότι η επίδοση έγινε στον αρμόδιο διοικητικό υπάλληλο του δήμου Αθηναίων Ν.

Μ., ανεξαρτήτως δε τούτων, η επίδοση έστω αποσπάσματος της απόφασης είναι επαρκής και δεν καθιστά άκυρη την επίδοση, ενώ οι όποιες ελλείψεις του αποδεικτικού επίδοσης, δημιουργούν σχετική και όχι απόλυτη ακυρότητα, η οποία καλύπτεται από τη μη έγκαιρη προβολή της. IV. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23ης Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του G. M. του F., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 10879/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ