Legislator Case Law & Legislation
1939/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, ruling local court competence is not a valid appeal reason.

Case Number 1939/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the monastery's appeal against the First Instance Court of Athens' decision to accept the medical machinery company's lawsuit. The appellant argued that the First Instance Court erred in accepting jurisdiction due to lack of a written legal act, while the opposing party contended that the court correctly exercised its authority. The court ruled that jurisdictional errors regarding local competence do not constitute grounds for appeal under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is not admissible when the lower court incorrectly accepts jurisdiction over a case where it lacks local competence, as such errors do not fall within the statutory grounds for appeal.

Keywords

AI generated
local jurisdiction appeal grounds competence error civil procedure jurisdictional appeal court authority civil litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 276/2024
Supreme Court Case 516/2022
Supreme Court Case 1330/2011
Supreme Court Case 661/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1939 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1939/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου Γοργοεπηκόου Νεστάνης Μαντινείας Αρκαδίας, που εδρεύει στην Νεστάνη Μαντινείας Τρίπολης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σάμπαλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/12/2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4676/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4121/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/12/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4121/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που Α) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4676/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε βάρος της και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 58.956,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών η ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγόμενης σε βάρος του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α), λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την εν λόγω διαφορά και Β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον απόντα καθού η ανακοίνωση της δίκης - προσεπικαλούμενο - παρεμπιπτόντως εναγόμενο Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α). Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 90 εδ. α' ΚΠολΔ αν υπάρχει περίπτωση να προσεπικαλέσει ένας διάδικος κάποιον τρίτο και το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την παρέμβασή του στη δίκη, έχει εξουσία να διατάξει αυτεπαγγέλτως την προσεπίκλησή του, με απόφαση που ορίζει με την επιμέλεια ποιου διαδίκου θα γίνει η προσεπίκληση, καθώς και το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να γίνει. Η προσεπίκληση που διατάχθηκε επιτρέπεται να γίνει και με την επιμέλεια οποιουδήποτε άλλου διαδίκου. Από την τελευταία διάταξη και ιδίως από τη χρήση της φράσης "έχει την εξουσία" σαφώς προκύπτει ότι η προσεπίκληση που διατάσσεται κατ` εφαρμογή της απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η τυχόν δε μη χρήση της διακριτικής αυτής ευχέρειας δεν συνεπάγεται απαράδεκτο η δε κρίση του δικαστηρίου περί της ανάγκης προσεπίκλησης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1307/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στο δικαστήριο της ουσίας επαφίεται να κρίνει κυριαρχικά (και ανέλεγκτα αναιρετικά) τη συνδρομή των προϋποθέσεων της προκείμενης διάταξης και να διατάξει, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, τη συνεκδίκαση περισσότερων ενώπιόν του εκκρεμών δικών (ΑΠ 1754/ 2024, ΑΠ 7/2007), ενώ εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο, η παραδοχή ή όχι της αίτησης διαδίκου για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για συνεκδίκασή της με άλλη εκκρεμή υπόθεση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 668/2005).

Τέλος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/ 2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης λόγω μη κλητεύσεως του καθού η ανακοίνωση δίκης - προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου ΟΓΑ, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90, 246, 249 ΚΠολΔ, να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της εφέσεως, προκειμένου να κλητευθεί ο ΟΓΑ και να ενωθούν και συνεκδικασθούν η κύρια αγωγή και η προσεπίκληση με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90, 246, 249 ΚΠολΔ δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση δηλαδή αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν να ασκεί επιρροή, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του άρθρου 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξης, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξης, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 654/2007).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 717/2018). Έτσι αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί στο εφετείο νόμιμα (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Κανονισμού Νοσοκομειακής Περίθαλψης Ασφαλισμένων του ΟΓΑ {απόφαση Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών 400/106/3.2.1979 (ΦΕΚ Β/191/24.2.1979)}, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 68 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως εναγομένη για την καταβολή της δαπάνης των ιατρικών ειδών που προμηθεύτηκε η νοσηλευθείσα στην "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" μοναχή Μ.

Μ., της οποίας εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι η αναιρεσείουσα, διότι η ενάγουσα δεν συμβλήθηκε με την ίδια την μοναχή για την προμήθειά τους, αλλά με την "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ". Η αναιρεσείουσα, μολονότι επικαλείται στο αναιρετήριο ότι προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό της στο Εφετείο, από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι δεν προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός με λόγο έφεσης.

Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για ισχυρισμό που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.

IV. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1416/2023, ΑΠ 935/2021, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 348/2021). Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 131/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι α) αγνόησε τα συνομολογηθέντα με δικαστική ομολογία που περιέχεται στην αγωγή και β) θεώρησε έγκυρο το από 14-2-2005 "ιδιωτικό χρεόγραφο", παρότι ήταν ανυπόστατο. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τον μοναδικό λόγο της έφεσης που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια αγωγή, με τον οποίο η εναγόμενη πρόβαλε την ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να δικάσει την ένδικη υπόθεση και, δεχόμενο ότι η ένσταση απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιόν του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, ως προς την κύρια αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι' αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δεν ιδρύεται όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη και η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ένσταση ή αντένσταση απορρίφθηκε για τους προεκτεθέντες λόγους (ΑΠ 1386/2024, ΑΠ 1827/2022, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 701/ 2011).

Στην προκειμένη περίπτωση α) με τους τέταρτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 873 και 217 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ελλιπείς αιτιολογίες ότι με το από 14-2-2005 "ιδιωτικό χρεόγραφο" καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της μοναχής της εναγόμενης, δυνάμει της οποίας η μοναχή αναγνώρισε την επίδικη οφειλή, μολονότι το άνω "ιδιωτικό χρεόγραφο" δεν φέρει την υπογραφή της μοναχής, ούτε αναφέρεται αν είχε εξουσιοδοτηθεί άλλο πρόσωπο προς τούτο και μολονότι η αιτία της επίδικης οφειλής δεν είναι η ανωτέρω σύμβαση και β) με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 11 παρ.

στ' του υπ' αριθ. 39/1972 καταστατικού κανονισμού "Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και ησυχαστηρίων" (ΦΕΚ Α' 103/30.6.1972), δεχόμενο εσφαλμένα ότι η επίδικη οφειλή βαρύνει την Ιερά Μονή, μολονότι αφορά δαπάνη που δεν περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό και υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, για την οποία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη απαιτείται έγκριση του οικείου επισκόπου, κατόπιν αίτησης του Ηγουμενοβασιλείου, που δεν υπάρχει εν προκειμένω και συνεπώς δεν δύναται να καλυφθεί η δαπάνη αυτή από την Ιερά Μονή.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως ήδη προεκτέθηκε, το Εφετείο, αφού ερεύνησε τον σχετικό με την ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μοναδικό λόγο έφεσης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, ως προς την κύρια αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 58.956,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, μη υπαρχόντων σχετικών λόγων έφεσης για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την κύρια αγωγή.

VΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, όχι δε και όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την κατά τόπο αρμοδιότητα, για την εσφαλμένη κήρυξη της οποίας το παραπάνω άρθρο 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 276/2024, ΑΠ 516/2022, ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους επτά (α), όγδοο και ένατο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την προταθείσα με λόγο έφεσης ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και συνακόλουθα και του ιδίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), ως απαράδεκτη, επειδή δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεχόμενο ότι αυτό κατέστη αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής, λόγω σιωπηρής παρέκτασης, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή διότι, αφενός η προβολή της το πρώτον ενώπιον του Εφετείου οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και αφετέρου στην ένδικη περίπτωση δεν υφίσταται συντρέχουσα δωσιδικία της δικαιοπραξίας, στην οποία θεμελιώθηκε η κατά τόπο αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση δικαιοπραξίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της μοναχής.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για τοπική αναρμοδιότητα είτε του πρωτοβάθμιου είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι, εν προκειμένω, η νομική υπηρεσία της αναιρεσείουσας δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι η αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26ης Ιουνίου-10ης Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 590/1977, απαλλάσσεται από την καταβολή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4121/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ