Legislator Case Law & Legislation
1939/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on facts; lower court's factual assessment of medical report not subject to appellate review.

Case Number 1939/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the appellate court distorted a medical report to limit his work incapacity to three months, but the court found this claim inadmissible as it conflated factual assessment with document interpretation. The court ruled that the First Instance Court correctly evaluated the medical report alongside other evidence, meaning the factual determination regarding the duration of incapacity was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of facts is limited to cases where the lower court relied exclusively on a document whose content was distorted, not when the document was merely considered alongside other evidence for a factual conclusion.

Keywords

AI generated
cassation appeal factual assessment medical report appellate review work incapacity evidence evaluation civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 614 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 14/2011
Supreme Court 2/2008
Supreme Court 1590/2024
Supreme Court 1095/2024
Supreme Court 1092/2024
Supreme Court 1085/2024
Supreme Court 1084/2024
Supreme Court 1068/2024
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1939 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1939/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Δ. (N. N. του D.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2305/2017 μη οριστική και 2715/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 1-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4126/543/3-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 71/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 7-1-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 71/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 22-3-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 519711/1169/23-3-2017) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο, από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, υπέστη σωματικές βλάβες από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του τελευταίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "…...", κατά το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώραν υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες και περιστάσεις.

Ζήτησε δε, μετά τον πρωτοδίκως νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., εφάπαξ, συνολικό ποσό 270.043,86 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας και περιοδικώς ποσό 61.000 ευρώ, ήτοι 1.700 ευρώ τον μήνα επί μία τριετία, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε περιοδικής παροχής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2305/2017 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ενώ, μετά την διεξαγωγή αυτής, την υπ' αριθμ. 2715/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 15-1-2020 έφεση του ενάγοντος και η από 10-2-2020 έφεση των εναγομένων.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 71/2021, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και έγιναν τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτές, ακολούθως, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η από 22-3-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον τελευταίο, για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικό ποσόν 40.581,19 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας.

Κατά το άρθρο 929 εδάφ. α' του Α.Κ., σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου, είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., που ορίζει ότι "Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο, ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε" και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βουλήσεως να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από τον νόμο ή από άλλον λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για την φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη προσλήψεως οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου.

Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.

Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για τον σκοπό αυτόν, έστω και αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι με υπερένταση των δυνάμεών τους και εις βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με την φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (Α.Π. 45/2024, Α.Π. 1463/2023, Α.Π. 553/2019, Α.Π. 204/2019, Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 1622/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024).

Στην ένδικη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με την αξίωση αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για τις δαπάνες προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμας, τα εξής περιστατικά: "Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ενάγοντος στο Νοσοκομείο, ήτοι από 28-7-2016 έως 5-8-2016 δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί και να καλύψει τις βασικές προσωπικές του ανάγκες (καθαριότητα, μετακίνηση στην τουαλέτα).

Την αναγκαία βοήθεια του παρείχε η κόρη του, L. O., άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, επιπλέον από αυτές που προσέφερε και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης και με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική επιβαλλόμενη υποχρέωσή της για φροντίδα και βοήθεια χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

Οι υπηρεσίες που του παρείχε η κόρη του ήταν αναγκαίες και συμπληρωματικές των φροντίδων που παρείχε στον ενάγοντα το νοσηλευτικό προσωπικό. Αν ο ενάγων προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο προς παροχή των παραπάνω υπηρεσιών θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το ποσό των 70 ευρώ ημερησίως και άρα συνολικά το ποσό των 560 ευρώ ...

Περαιτέρω ο ενάγων για διάστημα δύο μηνών μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ήταν ακινητοποιημένος και κλινήρης όλη τη διάρκεια της ημέρας. Λόγω της φύσης του τραυματισμού του είχε ανάγκη από τις φροντίδες και τις περιποιήσεις της κόρης του, η οποία φρόντιζε για την ατομική του καθαριότητα, την ένδυση και την διατροφή.

Ο ενάγων δεν κατέβαλε καμία αμοιβή στην ανωτέρω για τις υπηρεσίες της, η οποία (αμοιβή) αποτιμάται στο ποσό που θα κατέβαλε σε μία οικιακή βοηθό για το αντίστοιχο διάστημα και ανέρχεται σε 700 ευρώ μηνιαίως και άρα συνολικά σε 1.400 ευρώ ... Ο ενάγων θεωρείται πολυτραυματίας και η ανικανότητά του για εργασία τουλάχιστον για ένα έτος μετά το ατύχημα θεωρείται δεδομένη".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο αποζημιώσεως για την δαπάνη προσλήψεως οικιακής βοηθού λόγω ανικανότητας του αναιρεσείοντος να αυτοεξυπηρετηθεί επί δύο μήνες και δέκα ημέρες, συνεπεία της αποδειχθείσας σωματικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (πολλαπλά κατάγματα πλευρών, του στέρνου και των θωρακικών σπονδύλων κ.λπ.), καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν αποδείχθηκε αδυναμία του να φροντίζει τον εαυτό του για μεγαλύτερο διάστημα, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 του Α.Κ., ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

πρώτο λόγο της αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, συνεπεία αυτών, επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, αναλόγως με τον βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπον, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση, αφενός μεν, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, αφετέρου δε, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, η οποία, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Ολ.

Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 909/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 485/2021).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 (κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του και όχι από τους αριθμούς 8 και 9) του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα ως αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. ποσό 15.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ανωτέρω διάταξη.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 71/2021 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος: "Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πραγματογνώμονας, Τ.Κ., ορθοπεδικός χειρουργός, προκύπτει ότι ο ασταθής θώρακας και ο συνοδός πνευμοθώρακας - σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος - είναι δύο πολλοί επικίνδυνες για τη ζωή τραυματικές καταστάσεις.

Ο πνεύμονας λόγω των καταγμάτων τρυπάει και δεν μπορεί με την αναπνευστική λειτουργία να υπερνικήσει την αρνητική εξωτερική πίεση με αποτέλεσμα να συμπιέζονται οι βρόγχοι, να μην μπορούν να εκπτυχθούν και να οδηγούνται σε κατάρρευση και συμπίεση. Αυτό ονομάζεται πνευμοθώρακας υπό τάση και εάν δεν τοποθετηθούν σωλήνες παροχέτευσης αρνητικής πίεσης για εξισορρόπηση των πιέσεων οι κακώσεις δεν είναι συμβατές με την ζωή και οι ασθενείς καταλήγουν.

Χρειάζεται μεγάλος χρόνος αποθεραπείας και σε περίπτωση που η πώρωση των καταγμάτων είναι μη αποδεκτή ο πόνος και οι δυσκολίες στην καθημερινότητα είναι ο κανόνας. Το κάταγμα του στέρνου συνήθως επουλώνεται φυσιολογικά. Το κάταγμα της αυχενικής μοίρας από την στιγμή που δεν πωρώθηκε στην ανατομική του θέση πάντα θα δημιουργεί πόνο και δυσκολία στις κινήσεις, ενώ το κάταγμα της ωμοπλάτης επίσης δεν προκαλεί πρόβλημα στο άνω άκρο γιατί η πώρωσή του είναι εύκολη αλλά το υπεξάρθρημα το οποίο είναι αρκετά σπάνιο δημιουργεί μόνιμες δυσκαμψίες και περιορισμό στην κίνηση του άνω άκρου.

Τα πολλαπλά κατάγματα πλευρών του ενάγοντος έχουν πωρωθεί σε πλημμελή θέση και παρουσιάζουν μεσοπλεύριους πόνους. Ο πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία που προσδιορίζεται σχετικά με τον πνευμοθώρακα σε ποσοστό 5 με 15%, σχετικά με την κάκωση αυχένα σε ποσοστό 10%, σχετικά με παθήσεις των αρθρώσεων του άνω άκρου σε ποσοστό 10% και συνολικά σε ποσοστό 20 έως 25%.

Ο ενάγων θεωρείται πολυτραυματίας και η ανικανότητά του για εργασία τουλάχιστον για ένα έτος μετά το ατύχημα θεωρείται δεδομένη. Πέραν αυτού του διαστήματος θα μπορούσε να εργαστεί ως χειρώνακτας αλλά με περιορισμό λόγω της αναπηρίας του. Μελλοντικά η κατάσταση της υγείας του ελάχιστα μπορεί να βελτιωθεί καθώς οι βλάβες είναι μη αναστρέψιμες, ενώ σχετικά με τον αυχένα προβλέπεται επιδείνωση.

Αντίθετα ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, Μ. Λ., χειρουργός ορθοπεδικός, διαπιστώνει αρχικά ότι οι κακώσεις που υπέστη ο ενάγων ήταν απειλητικές ακόμα και για τη ζωή του, πλην όμως η κατάσταση της υγείας του πλέον είναι πολύ καλή χωρίς υπολειμματικές βλάβες και δεν κρίνεται ότι υπάρχει κάποιο ποσοστό μόνιμης αναπηρίας.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όπως περιγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι βέβαιο ότι θα επιδράσει αρνητικά στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον. Ειδικότερα θα επιδράσει αρνητικά στην προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας και στον ανταγωνισμό που υπάρχει στην αγορά εργασίας μεταξύ ατόμων της ηλικίας του (45 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και ειδικότερα μεταξύ ανειδίκευτων εργαζομένων, καθώς επίσης και στην κοινωνική του ζωή.

Για το λόγο αυτό θα πρέπει το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ να γίνει εν μέρει δεκτό και να επιδικαστεί στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την απορριπτική διάταξη, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, της από 22-3-2017 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος και αφού κράτησε και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο περί επιδικάσεως αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον τελευταίο ποσό 15.000 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 του Α.Κ., τον οποίο ορθά εφάρμοσε ως προς την μη μόνιμη αναπηρία του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι από την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του, όπως αυτή προκύπτει από τις προσαχθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, συνάγεται αδυναμία του να ασκήσει ορισμένα χειρωνακτικά επαγγέλματα, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει το επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, ενώ διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επιδικάσεως αποζημιώσεως κατ' άρθρον 931 του Α.Κ., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή των όρων του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 931 του Α.Κ., κατά το ορθό νοηματικό της περιεχόμενο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 929 του Α.Κ., αναφορικώς με το επιδικασθέν σε αυτόν κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 71/2021 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ανωτέρω κονδύλιο: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 1-7-2013 από την ομόρρυθμη εταιρία "Α. Μ. ΚΑΙ Σ.Ι.Α. Ο.Ε." με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης γενικών καθηκόντων στη Μύκονο. Ελάμβανε ως αποδοχές το ποσό των 40 ευρώ ημερησίως και μηνιαία 1.200 ευρώ. Εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία για το μετέπειτα χρονικό διάστημα των 3 μηνών έχοντας απωλέσει το ποσό των 3.600 ευρώ που θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν είχε συμβεί το ατύχημα. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε προσαυξήσεις για υπερωρίες ούτε ότι θα εργαζόταν στην ίδια εταιρία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αφού οι εργασίες στα νησιά είναι εποχιακές.

Συνεπώς ενώ σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο ενάγων ήταν ανίκανος για εργασία για διάστημα τουλάχιστον 1 έτους μετά το ατύχημα, ωστόσο εν τοις πράγμασι δεν εργαζόταν τον χειμώνα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως αποζημίωσή του λόγω διαφυγόντος κέρδους, ποσό 3.600 ευρώ. Με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, αναφορικώς με την απώλεια εισοδήματος λόγω αδυναμίας του αναιρεσείοντος να εργασθεί για χρονικό διάστημα τριών μηνών μετά τον τραυματισμό του, δεν παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, τις νομικές διατάξεις των άρθρων 914, 298 και 929 του Α.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Και τούτο, διότι έκρινε ότι ο τελευταίος δεν απασχολούνταν διαρκώς από τον αναιρεσίβλητο, αλλά μόνο για τους θερινούς μήνες.

Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024,), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024).

Τέλος, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024).

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων συνεπεία του τραυματισμού του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίστηκε στο Κέντρο Υγείας ...

όπου διαπιστώθηκε ότι είχε μειωμένο αναπνευστικό ψιθύραμα άμφω και κατάγματα Θ5 - Θ7 πλευρών. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σύρου απ' όπου τελικά διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Η ΣΩΤΗΡΙΑ". Εκεί υποβλήθηκε σε νέες εξετάσεις και διαπιστώθηκε υποδόριο εμφύσημα στην αριστερή κοιλία, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, του στέρνου και των θωρακικών σπονδύλων, δηλαδή πνευμοθώρακες, πνευμομεσοθωράκιο και πνευμονικές θλάσεις άμφω, κυρίως αριστερά, κάταγμα εγκάρσιας αποφύσεως, Α7 σπονδύλου, υποδόριο εμφύσημα τραχήλου, κατάγματα θωρακικού λωβού άμφω και κάταγμα στέρνου, κάταγμα δεξιάς ωμοπλάτης, συνοδές επιληπτικές συλλογές και εκτεταμένο υποδόριο εμφύσημα.

Εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 5-8-2016 και του χορηγήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του αναρρωτική άδεια 60 ημερών ... Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πραγματογνώμονας, Τ. Κ., ορθοπεδικός χειρουργός, προκύπτει ότι ο ασταθής θώρακας και ο συνοδός πνευμοθώρακας - σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος - είναι δύο πολλοί επικίνδυνες για τη ζωή τραυματικές καταστάσεις.

Ο πνεύμονας λόγω των καταγμάτων τρυπάει και δεν μπορεί με την αναπνευστική λειτουργία να υπερνικήσει την αρνητική εξωτερική πίεση με αποτέλεσμα να συμπιέζονται οι βρόγχοι, να μην μπορούν να εκπτυχθούν και να οδηγούνται σε κατάρρευση και συμπίεση. Αυτό ονομάζεται πνευμοθώρακας υπό τάση και εάν δεν τοποθετηθούν σωλήνες παροχέτευσης αρνητικής πίεσης για εξισορρόπηση των πιέσεων οι κακώσεις δεν είναι συμβατές με την ζωή και οι ασθενείς καταλήγουν.

Χρειάζεται μεγάλος χρόνος αποθεραπείας και σε περίπτωση που η πώρωση των καταγμάτων είναι μη αποδεκτή ο πόνος και οι δυσκολίες στην καθημερινότητα είναι ο κανόνας. Το κάταγμα του στέρνου συνήθως επουλώνεται φυσιολογικά. Το κάταγμα της αυχενικής μοίρας από την στιγμή που δεν πωρώθηκε στην ανατομική του θέση πάντα θα δημιουργεί πόνο και δυσκολία στις κινήσεις, ενώ το κάταγμα της ωμοπλάτης επίσης δεν προκαλεί πρόβλημα στο άνω άκρο γιατί η πώρωσή του είναι εύκολη αλλά το υπεξάρθρημα το οποίο είναι αρκετά σπάνιο δημιουργεί μόνιμες δυσκαμψίες και περιορισμό στην κίνηση του άνω άκρου.

Τα πολλαπλά κατάγματα πλευρών του ενάγοντος έχουν πωρωθεί σε πλημμελή θέση και παρουσιάζουν μεσοπλεύριους πόνους. Ο πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία που προσδιορίζεται σχετικά με τον πνευμοθώρακα σε ποσοστό 5 με 15%, σχετικά με την κάκωση αυχένα σε ποσοστό 10%, σχετικά με παθήσεις των αρθρώσεων του άνω άκρου σε ποσοστό 10% και συνολικά σε ποσοστό 20 έως 25%.

Ο ενάγων θεωρείται πολυτραυματίας και η ανικανότητά του για εργασία τουλάχιστον για ένα έτος μετά το ατύχημα θεωρείται δεδομένη. Πέραν αυτού του διαστήματος θα μπορούσε να εργαστεί ως χειρώνακτας αλλά με περιορισμό λόγω της αναπηρίας του. Μελλοντικά η κατάσταση της υγείας του ελάχιστα μπορεί να βελτιωθεί καθώς οι βλάβες είναι μη αναστρέψιμες, ενώ σχετικά με τον αυχένα προβλέπεται επιδείνωση.

Αντίθετα ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων, Μ.Λ., χειρουργός ορθοπεδικός, διαπιστώνει αρχικά ότι οι κακώσεις που υπέστη ο ενάγων ήταν απειλητικές ακόμα και για τη ζωή του, πλην όμως η κατάσταση της υγείας του πλέον είναι πολύ καλή χωρίς υπολειμματικές βλάβες και δεν κρίνεται ότι υπάρχει κάποιο ποσοστό μόνιμης αναπηρίας ...

Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο παραπάνω τραυματισμός του, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) αφού ληφθεί υπόψη το είδος και το μέγεθος των σωματικών βλαβών, η ηλικία του, η ταλαιπωρία που υπέστη από τη νοσηλεία του στο Νοσοκομείο, ο βαθμός της μόνιμης μερικής αναπηρίας του, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και γενικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, όχι όμως και της εναγομένης εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 20.000 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του, το ποσό των 20.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό, δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024).

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., αλλά εν τοις πράγμασιν από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση της, περί του ότι αυτός κατέστη ανίκανος για εργασία μόνο για τρεις μήνες μετά το ατύχημα, παραμόρφωσε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα με την υπ' αριθμ. 2305/2017 μη οριστική απόφαση του δικάσαντος Εφετείου.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός, κατ' αρχάς, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του, αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο, από το παραπάνω έγγραφο και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι και απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του για την έκταση του τραυματισμού του αναιρεσείοντος και την συνεπεία αυτού αδυναμία του να εργασθεί για χρονικό διάστημα τριών μηνών μετά τον τραυματισμό του, πλέον του ανωτέρω εγγράφου, συνεκτίμησε και άλλα αποδεικτικά μέσα και κυρίως τα μνημονευόμενα από αυτήν, προσκομισθέντα έγγραφα.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 71/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ