Supreme Court allows appeal against lower court's failure to interpret ambiguous contract terms under good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding a lease contract dispute. The lower court failed to apply the statutory rules for interpreting ambiguous declarations of will and good faith principles despite finding the contract terms unclear. Consequently, the Supreme Court found the lower court violated the Civil Code and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code: When a court of first instance finds ambiguity in a declaration of will but fails to apply the rules for interpretation or good faith principles, it violates the law and the judgment must be set aside.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1939 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1939/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καραμπατζό.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Χ., κατοίκου Πειραιώς, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2484/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14/5/2021 και με αρ. κατ. 35/2021 αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).
Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βούλησης ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010, ΑΠ 1179/1996).
Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βούλησης δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, διότι είναι σαφής, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δήλωσης με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δήλωσης βούλησης, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010).
Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δήλωσης δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 103/2010). Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσης αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 1179/1996, ΑΠ 1139/1980).
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Με το με αριθμό 2518/1992 συμβόλαιο μίσθωσης ακινήτων και εκχώρησης μισθωτικών δικαιωμάτων της συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλικής Καπράνου Διάκου, στο οποίο συμβαλλόμενοι ήταν ο πρόεδρος του εκκαλούντος Αρχιμανδρίτης Κ.
Λ. και ο εφεσίβλητος, το ήδη εκκαλούν νπιδ εκμίσθωσε στον εφεσίβλητο δύο συγκροτήματα, ουσιαστικά, ακινήτων που βρίσκονται στον Πειραιά και ειδικότερα α) μια ολόκληρη ισόγεια οικοδομή (τύπου στοάς) μετά των παραρτημάτων, προσαυξημάτων, παρακολουθημάτων και του οικοπέδου της, συνολικής επιφάνειας των κτισμάτων 195,50 τ.μ.
και του οικοπέδου 330,40 τ.μ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιά, στην Πλατεία Καραϊσκάκη και επί της οδού Αριστείδου αρ. 6. Η ισόγεια οικοδομή (τύπου στοάς) αποτελείται από 12 επιμέρους καταστήματα και δώμα, δηλαδή κατάστημα 1 επιφάνειας 27 τ.μ., κατάστημα 2 επιφάνειας 9 τ.μ., κατάστημα 3 επιφάνειας 9 τ.μ., κατάστημα 4 επιφάνειας 16,40 τ.μ., κατάστημα 5 επιφάνειας 12 τ.μ., κατάστημα 6 επιφάνειας 22 τ.μ., κατάστημα 7 επιφάνειας 23 τ.μ., κατάστημα 8 επιφάνειας 12 τ.μ., κατάστημα 9 επιφάνειας 20 τ.μ., κατάστημα 10 επιφάνειας 27 τ.μ., κατάστημα 11 επιφάνειας 11 τ.μ., κατάστημα 12 επιφάνειας 18,50 τ.μ., (βλ.
το από Δεκεμβρίου 1979 σχεδιάγραμμα κατόψεως του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Α. Κ., που προσαρτάται στο με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονόπουλου), και β) ολόκληρες δύο συνεχόμενες οικοδομές, που αποτελούνται από καταστήματα, αποθήκες, πατάρι, ημιτελή ημιώροφο και το δώμα, μετά του οικοπέδου τους, που βρίσκονται στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιά, παρά την Πλατεία Καραϊσκάκη και στην γωνία των οδών Ακτή Τζελέπη και Άστιγγος, συνολικής επιφάνειας του οικοπέδου 767,98 τ.μ.
και των κτισμάτων 608,60 τ.μ. του ισογείου, παταριού 222 τ.μ., ημιτελούς ημιώροφου στο στάδιο κατασκευής του σκελετού 609,60 τ.μ. και του δώματος, που επίσης έχουν αποτυπωθεί στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα. Το ως άνω ενιαίο οικόπεδο συνορεύει ανατολικά με την οδό Άστιγγος, δυτικά με ιδιοκτησία διαφόρων ιδιοκτητών, βόρεια με ιδιοκτησία διαφόρων ιδιοκτητών και νοτίως με την οδό Ακτή Τζελέπη.
Οι οικοδομές αυτές αποτελούνται, σύμφωνα με το ως άνω μισθωτήριο συμβόλαιο, στο ισόγειο από: κατάστημα με αριθμό 1 επιφάνειας 17 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 2 επιφάνειας 16,50 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 3 επιφάνειας 16 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 4 επιφάνειας 15,60 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 5 επιφάνειας 29 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 6 επιφάνειας 62 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 7 επιφάνειας 37 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 8 επιφάνειας 25 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 9 επιφάνειας 138 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 10 επιφάνειας 102 τ.μ., κατάστημα με αριθμό 11 επιφάνειας 16,50 τ.μ., και κατάστημα με αριθμό 12 επιφάνειας 11,25 τ.μ.
Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προσδιορίστηκε επακριβώς το ύψος του μισθώματος και ειδικότερα αναφέρθηκαν επακριβώς τα ποσά που είχε καθορίσει η με αριθμό 855/1991 απόφαση του Εφετείου Πειραιά περί καθορισμού μηνιαίου μισθώματος μετά τη λήξη της συμφωνημένης χρονικής διάρκειας της μίσθωσης (βλ. 6ο και 7ο φύλλο).
Η διάρκεια της μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων μερών καθορίστηκε από την 6η. 10.1992 μέχρι και την 5η. 10.2022 για τα κενά και ελεύθερα καταστήματα, αποθήκες και λοιπούς χώρους, ενώ για όσους χώρους ήταν μισθωμένοι σε τρίτους η διάρκεια της μίσθωσης καθορίστηκε από την 6η.10.1992 μέχρι την 5η.10.1993 με μονομερές δικαίωμα παράτασης από το μισθωτή μέχρι συμπλήρωσης του συνολικού χρονικού διαστήματος ογδόντα (80) ετών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης και εκχώρησης μισθωτικών δικαιωμάτων.
Επιπλέον, προσδιορίστηκε ειδικά ο τρόπος καταβολής του μισθώματος (βλ. 12ο φύλλο) και ειδικότερα προσδιορίστηκε ότι αυτό θα καταβάλλεται προκαταβολικά στην αρχή και μέσα στις πρώτες τρεις μέρες κάθε μήνα στα γραφεία της εκμισθώτριας στη Γλυφάδα Αττικής. Να σημειωθεί εδώ ότι όλα τα προπεριγραφόμενα είχαν κληροδοτηθεί στο εκκαλούν, τότε ιεραποστολικό σωματείο με την επωνυμία ...
με την από 18.10.1974 ιδιόγραφη διαθήκη του Δ. Φ. του Ν., η οποία δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 1450/26.06.1975 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αποδέχθηκε την κληροδοσία με τη με αριθμό 10114/2/9/1975 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληροδοτήματος του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κονταρίνη, η οποία έχει μεταγράφει νόμιμα.
Με την προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του ο Δ. Φ. του Ν. εγκατέστησε και υπέρ της Κ. Α. και Ε. Τ. υποκληροδοσία (και όχι τρόπο, αφού οι προαναφερόμενες θα είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν την εκπλήρωση της παροχής αυτής) σε βάρος του ίδιου τότε σωματείου, το οποίο αναλάμβανε την υποχρέωση να χορηγεί ισόβια ως μηνιαίο επίδομα σε εκάστη εκ των τετιμημένων το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) δραχμών με ανάλογη ετήσια αναπροσαρμογή αυτού ανάλογα με τη μεταβολή του τιμαρίθμου, του κόστους ζωής και με όποιο τρόπο γίνεται η σχετική αναπροσαρμογή με βάση την οικονομική επιστήμη, όπως αναφερόταν επίσης στη συγκεκριμένη ιδιόγραφη διαθήκη.
Τρεις μέρες αργότερα ο Αρχιμανδρίτης Κ. Λ. και ο εφεσίβλητος τροποποίησαν την προαναφερόμενη σύμβαση μισθώσεως και καθόρισαν το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα από 1.8.1992 σε 1.850.000 δραχμές και από 1.7.1996 έως 31.7.1997 σε 3.500.000 δραχμές, με δικαίωμα αναπροσαρμογής κάθε χρόνο, σύμφωνα με το ποσοστό αύξησης του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό καθορίζεται από την ΕΣΥΕ, προσαυξημένο κατά ποσοστό 20%, επί του μισθώματος, που θα καταβάλλεται τον αμέσως προηγούμενο της αναπροσαρμογής χρόνο.
Με το άρθρο 3 του παραπάνω τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού ορίστηκε μίσθωμα εφάπαξ ύψους 1.000.000 δραχμών, το οποίο και κατέβαλε άμεσα ο εφεσίβλητος, ενώ ανέλαβε και την υποχρέωση, με αποδοχή συναλλαγματικής με ρήτρα μη περαιτέρω οπισθογράφησης και με δυνατότητα διόρθωσης από την εκδότρια, καταβολής του ποσού των 24.000.000 δραχμών.
Με το άρθρο 4 ο εφεσίβλητος ανέλαβε επιπλέον την υποχρέωση να κατασκευάσει διώροφη οικοδομή στα ανωτέρω ακίνητα και επίσης να συνεχίσει και να διεξαγάγει με δική του επιμέλεια και δαπάνες τον δικαστικό αγώνα επί αγωγής των κληρονόμων του διαθέτη Δ. Φ. (άρθρο 8). Περαιτέρω, στον όρο 12 του ως άνω από 9 Οκτωβρίου 1992 ιδιωτικού συμφωνικού συμφωνήθηκε ότι "ο μισθωτής υποχρεούται από 18-10-1992 και στο εξής μέχρι λήξεως της διάρκειας της μισθώσεως να καταβάλλει με δικά του χρήματα στις τετιμημένες κληροδόχους του Δ.
Φ., Κ. Α. και Ε. Τ., το βαρύνον την αδελφότητα κληροδότημα, που προβλέπεται από τη διαθήκη του πιο πάνω Δ. Φ.". Στο ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει και αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό του εκκαλούντος, στον οποίο άπτονται οι τρεις πρώτοι συναφείς λόγοι εφέσεως, σχετικά με το αν με τον όρο αυτό εισήχθη υποχρέωση πρόσθετου μισθώματος, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, ή όχι, όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος, πρέπει να αναφερθεί ότι θα γίνει προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και θα αναζητηθεί η πραγματική βούληση με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προκειμένου να ερμηνευτούν οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών που οδήγησαν στην κατάστρωση του όρου 12 του από 9.10.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού και του τρίτου όρου του από 9.9.1997 συμφωνητικού-βεβαίωσης.
Τούτο δε, διότι βασικό στοιχείο του μισθώματος είναι ο ποσοτικός του προσδιορισμός, ο οποίος πρέπει να προκύπτει πέρα από κάθε αμφιβολία, και στη συγκεκριμένη περίπτωση και διότι το ύψος του μισθώματος δηλώνεται επακριβώς στην οικονομική υπηρεσία. Το εκκαλούν, ενδεχομένως, ως Ιεραποστολική Αδελφότητα έχει απαλλαγή από τον φόρο του μισθώματος που εισπράττει, πλην όμως ο εφεσίβλητος υποχρεούται και δικαιούται να δηλώνει στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία το ακριβές ποσό του μισθώματος που καταβάλλει.
Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση το εκκαλούν δεν εξηγεί για ποιο λόγο στην παράγραφο 1 του μισθωτηρίου δεν ορίστηκε το συνολικό ύψος του μισθώματος τη στιγμή που, κατά την εκδοχή του, ουσιαστικά η προπεριγραφόμενη υποκληροδοσία μετακυλήθηκε, όπως ισχυρίζεται, κατόπιν συμφωνίας, χωρίς όμως να αναφερθεί ξεκάθαρα στον εφεσίβλητο μισθωτή με τη διάταξη του άρθρου 12, και πλέον αποτελούσε βάρος του μισθίου, αφού το συνολικά καταβαλλόμενο ποσό για τα μηνιαία επιδόματα των προαναφερόμενων φυσικών προσώπων κατέστη επιπλέον μίσθωμα.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, κατά τον αγωγικό ισχυρισμό, αν και κατά την διάταξη του άρθρου 1967 του ΑΚ η υποκληροδοσία αφορά (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο και στη συγκεκριμένη περίπτωση τον κληροδόχο (δηλαδή το εκκαλούν), που επιβαρύνεται με την υποχρέωση εκπλήρωσής της (βλ. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, 1989, σελ. 120 επ.).
Ο εφεσίβλητος αρνείται ότι ο παραπάνω όρος εισήγαγε επιπλέον μίσθωμα και ισχυρίζεται ότι αυτός είναι μόνο εντολοδόχος κατά το μέρος αυτό για την εκτέλεση της υποκληροδοσίας στα πλαίσια των διαχειριστικών του αρμοδιοτήτων, που μετά από σχετική σύμβαση εντολής του ανατέθηκαν από το εκκαλούν. Αποδείχθηκε ακολούθως, περαιτέρω, ότι κατόπιν όλων των παραπάνω μεταξύ του προαναφερόμενου Αρχιμανδρίτη, τότε προέδρου του εκκαλούντος, και του εφεσιβλήτου καταρτίστηκαν και τα με αριθμούς 2898/1993, 3221/1994, και 3996/1996 συμβόλαια μίσθωσης ακινήτου της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλικής Καπράνου - Διάκου, με τα οποία είτε ορίστηκε χρόνος λήξης της μίσθωσης κάποιων καταστημάτων στις 5.10.2020 (βλ. 5ο φύλλο σχετικού 5 και σχετικού 10), είτε παρατάθηκε η μίσθωση συγκεκριμένου ακινήτου για δύο μόνο έτη μέχρι τις 5.10.1996 και με μηνιαίο μίσθωμα 1.000.000 δραχμών, με δικαίωμα του εφεσιβλήτου να ζητήσει την παράταση της 30ους διάρκειας μισθωμένων χώρων που περιγράφονται στα προαναφερόμενα μισθωτικά συμβόλαια (βλ. 6ο φύλλο σχετ. 9).
Στη συνέχεια υπογράφηκε το αρκετά δυσανάγνωστο από 9.9.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό από τον προαναφερόμενα τότε ισόβιο πρόεδρο του εκκαλούντος σωματείου Αρχ/τη Κ. Λ. και τον εφεσίβλητο, σύμφωνα με το οποίο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, [όρος α] ότι καταργείται η ως άνω ρήτρα αναπροσαρμογής του μισθώματος και το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 7% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος και ακόμα, με τον όρο 3 (α) του ίδιου ως άνω από 9-9-1997 συμφωνητικού, ότι "ο κ.
Πανάγος σε περίπτωση Κοιμήσεως (θανάτου) των τετιμημένων, τα χρήματα τα οποία λαμβάνουν, παραμένουν στην αδελφότητα, ως ήτο και πριν ως αναγράφη και η διαθήκη του Δ.Φ., όρος του οποίου επίσης αμφισβητείται η έννοια. Το εκκαλούν δε ισχυρίζεται ότι αν ο πρώτος όρος του άρθρου 12 δεν αφορούσε πρόσθετο μίσθωμα, τότε δεν θα υφίστατο ανάγκη να συμφωνηθεί ο δεύτερος όρος με το παραπάνω περιεχόμενο.
Όμως εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο ότι η διευκρίνιση αυτή έλαβε χώρα προκειμένου να οριστεί ότι στην περίπτωση που απεβίωναν οι υποκληροδόχοι τετιμημένες, δεν θα υπήρχε περίπτωση να οριστεί νέος υποκληροδόχος, καθόσον οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν ειδικές γνώσεις κληρονομικού δικαίου, για να γνωρίζουν τί συμβαίνει όταν αποβιώσει ο κληροδόχος ή ο υποκληροδόχος.
Όρισαν έτσι με τα παραπάνω ότι τα χρήματα αυτά θα παράμεναν στο εκκαλούν. Λεκτέον επίσης ότι στη συνέχεια με το από 26.5.2005 συμφωνητικό παράτασης της μίσθωσης, η διάρκεια της παρατάθηκε μέχρι το 2028. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται πρωτίστως ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου περί της ιδιότητας του ως διαχειριστού και εντολοδόχου, καθώς, όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα συμφωνητικά, αυτός είχε αναλάβει πολλές υποχρεώσεις που υπερβαίνουν την ιδιότητα του μισθωτή, αφού είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση δικαστικού αγώνα, την ανέγερση οικοδομής κτλ.
Επιπλέον, να αναφερθεί ότι η δεύτερη των τιμωμένων και μόνη πλέον εν ζωή, το έτος 2015 άσκησε αγωγή κατά του εκκαλούντος νπιδ ισχυριζόμενη ότι αυτό δεν της έχει καταβάλει την οφειλόμενη υποκληροδοσία για το διάστημα από 1.3.2010 έως 31.10.2015. Πριν τη συζήτηση της αγωγής της είχε δώσει τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ευθυμίας Ανδριανάκου στην οποία βεβαίωσε ενόρκως ότι ο εδώ εφεσίβλητος είχε αναλάβει τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των παραπάνω ακινήτων, ότι με φροντίδες και με αποκλειστικά δικές του δαπάνες τα συντήρησε και τα αξιοποίησε και ότι για το διάστημα από το Νοέμβριο του 2007 έως τον Αύγουστο του 2021 της έχει καταβάλει το ποσό των 40.550 ευρώ.
Η ένορκη βεβαίωση δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή, ούτε προκύπτει στα πλαίσια ποιας δίκης δόθηκε, αφού η ενόρκως βεβαιώσασα ήταν διάδικος στη συγκεκριμένη δίκη. Μάλιστα με την από 23.7.2017 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Πταισματοδίκου η ανωτέρω δήλωσε ότι τελικά δεν γνώριζε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης που υπέγραφε, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για υπεξαγωγή εγγράφου και παραπλάνηση σε ψευδορκία.
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι και στη νέα της ένορκη κατάθεση η προαναφερόμενη τιμωμένη αναφέρει ότι το 2013 ο εφεσίβλητος σταμάτησε τις καταβολές, όσο και ότι αυτή δεν έστρεψε την αγωγή που άσκησε με αίτημα την καταβολή των κληροδοτημάτων και κατά του εφεσιβλήτου, αλλά την απηύθυνε μόνο κατά του εκκαλούντος.
Περαιτέρω, με τη με αριθμό 5057/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι ο εφεσίβλητος, που προσεπικαλέστηκε από το εδώ εκκαλούν στη δίκη, δεν υπείχε θέση δικονομικού εγγυητή, ότι ο όρος 12 της από 9.10.1992 τροποποιητικής σύμβασης δεν θεμελίωνε δικαίωμα της υποκληροδόχου και ότι αυτός ενεργούσε μόνο ως διαχειριστής και για λογαριασμό του εκκαλούντος αναφορικά με την καταβολή των υποκληροδοσιών με δικά του χρήματα.
Ακολούθως, το εκκαλούν υποχρεώθηκε να καταβάλει στην προαναφερόμενη τιμωμένη το ποσό των 25.197,96 ευρώ. Να αναφερθεί επίσης ότι την 1.5.2005 ο συμβαλλόμενος σε όλα τα παραπάνω μισθωτήρια Κ. Λ. αναγνωρίζει με ιδιόγραφο σημείωμα ότι ο εδώ εφεσίβλητος έχει καταβάλει μέχρι σήμερα σε μισθούς, τροφές και αγορά ζωντανών κατσικιών 300.000 ευρώ, οι οποίες πρέπει να συμψηφιστούν και τα μισθώματα (σχετ. 23).
Ο τελευταίος στις έγγραφες εξηγήσεις του ενώπιον της 12ης Πταισματοδίκου βεβαίωσε ότι ο εφεσίβλητος του έχει προκαταβάλει όλα τα οφειλόμενα από τις μισθωτικές συμφωνίες τους μισθώματα μέχρι και τον Οκτώβριο του 2023 (σχετ. 22). Βέβαια, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι τόσο η ανωτέρω βεβαίωση, όσο και αυτή του Αρχιμανδρίτη Α.
Κ. επί αυτής είναι εικονικές και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς ο Αρχιμανδρίτης παρέλειψε να ενημερώσει το δ.σ. του εκκαλούντος και προέβη με δική του βούληση και κατά κατάχρηση της εξουσίας εκπροσώπησης του εκκαλούντος στη δήλωση αυτή, και ήδη του έχει υποβληθεί μήνυση για απιστία, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο συνταξιούχος δικηγόρος Γεώργιος Παναγόπουλος.
Ο προαναφερόμενος μάρτυρας ανέφερε ότι στα πλαίσια του από 6.6.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού του εφεσίβλητου με τη Ναυτιλιακή εταιρία Λέσβου, περί υπομίσθωσης και ρύθμισης οφειλής, αυτή του ζήτησε έγγραφο για να μην πληρώνει μισθώματα, ώστε να συμψηφίσει της δικές του οφειλές σε αυτή από τη συνεργασία τους ως ναυτικού πράκτορα.
Όμως η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα δεν κρίνεται πειστική από το παρόν Δικαστήριο, διότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας φέρεται να έχει παρασταθεί μετά του Καλλίστου Λαβδάκη, εκπροσωπώντας το εκκαλούν στην κατάρτιση του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή δικαιώματος ενασκήσεως επικαρπίας ακινήτων αντικειμενικής αξίας 1.684.045,65 ευρώ, με την οποία το εκκαλούν φέρεται να δωρίζει στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ουσιαστικά το δικαίωμα είσπραξης των μισθωμάτων που αφορούν, μεταξύ άλλων, το παραπάνω ακίνητο και συνεπώς ενδεχομένως να υφίσταντο νομικές συνέπειες ως προς τον παραπάνω μάρτυρα στην περίπτωση που υποδεικνυόταν ότι αυτός γνώριζε στις 10.5.2007 (όπως γνώριζε αν και συμβλήθηκε ο προαναφερόμενος τότε πρόεδρος του εκκαλούντος) ότι μισθώματα μέχρι το 2023 έχουν εισπραχθεί, και δεν το δήλωσε κατά την κατάρτιση του συμβολαίου δωρεάς.
Εξάλλου, ο ίδιος μάρτυρας το 2013 εξεταζόμενος από το εκδόσαν τη με αριθμό 3280/2013 Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ουδέν ανέφερε περί της προαναφερόμενης συμβάσεως που κατάρτισε ο εφεσίβλητος με τη Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου, αλλά αντίθετα δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αποδείξεις δεν αποτελούν εξόφληση μισθωμάτων και ότι δόθηκαν στον εφεσίβλητο εικονικά και για φορολογικούς λόγους, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση τόσο με την ένορκη βεβαίωση του ταμία του εκκαλούντος Ι.
Κ., που καταθέτει ακριβώς το αντίθετο, όσο και με τους κανόνες της λογικής και διδάγματα της κοινής πείρας. Να σημειωθεί εδώ ότι μετά την κατάρτιση του προαναφερόμενου με αριθμό ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονόπουλου, με το οποίο το εκκαλούν δώρησε στο νπδδ με την επωνυμία "Ανδρώα Κοινοβιακή ιερά μονή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου" της ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών την ενάσκηση της επικαρπίας επί των ως άνω μισθίων ακινήτων και εκχώρησε το δικαίωμα είσπραξης των μισθωμάτων, το προαναφερόμενο νπδδ ως εκδοχέας με την από 18-11-2009 εξώδικη δήλωση ανήγγειλε στον ήδη εφεσίβλητο, σύμφωνα με το με αριθμό ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χρήστου Παναγόπουλου, και τον κάλεσε όπως καταβάλλει πλέον τα μισθώματα σε αυτό. Ο εφεσίβλητος με την από 22-11-2009 απάντησή του ενημέρωσε το παραπάνω νπδδ ότι τα μισθώματα έως και το έτος 2023 (και τον μήνα Οκτώβριο) έχουν εισπραχθεί από το εκκαλούν και ειδικότερα από το φυσικό πρόσωπο που το εκπροσωπούσε κατά τον χρόνο καταβολής, δηλαδή τον Κ.
Λ. και επομένως του δήλωσε ότι ουδέν οφείλει. Επίσης από τη με αριθμό 7128/2014 απόφαση το Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά το παρελθόν το εκκαλούν είχε υπογράψει προσύμφωνο μίσθωσης ακινήτου με κατασκευαστική εταιρία, αν και δεν είχε την κυριότητα αυτού, διότι νωρίτερα είχε δωρίσει το συγκεκριμένο ακίνητο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αν και στο μισθωτήριο είχε βεβαιωθεί ότι το μίσθιο είναι ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, με αποτέλεσμα η πολεοδομία Γλυφάδας να μην εκδίδει τη σχετική οικοδομική άδεια, και με την παραπάνω απόφαση κρίθηκε ότι το εκκαλούν οφείλει στην κατασκευαστική εταιρία και εκεί ενάγουσα το ποσό του 1.000.000 ευρώ που της είχε προκαταβάλλει στο πλαίσιο του μισθωτηρίου (βλ.
σχετ. 24). Διαπιστώνεται ότι το εκκαλούν με ευκολία που έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταρτίζει συμβάσεις με σκοπό το κέρδος από την εκμετάλλευση ακινήτων και εύκολα δια των εκπροσώπων του προβαίνει σε δηλώσεις σε συμβόλαια, οι οποίες όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Μάλιστα με τις συμβάσεις που καταρτίζει δεν υπεισέρχεται σε ανάληψη ευθυνών που απορρέουν από την ιδιότητα του εκμισθωτή, αλλά διατηρεί μόνο το δικαίωμα απολαβής του μισθώματος, και συνηθίζει να παρέχει στον εκάστοτε μισθωτή ευθύνες διαχείρισης, κατασκευής και εκμετάλλευσης του ακινήτου, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου ότι ο παραπάνω όρος συμφωνήθηκε για την ανάληψη άλλης μιας διαχειριστικής ευθύνης.
Εξάλλου από την ήδη αμετάκλητη με αριθμό 3280/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που απέρριψε αγωγή δυστροπίας με βάση τα προαναφερόμενα μισθώματα έγινε δεκτό ότι μέχρι τον Οκτώβριο του 2013 ο εφεσίβλητος δεν είχε οφειλή μισθωμάτων στο εκκαλούν.
Συνεπώς, κατόπιν όλων των ανωτέρω και μετά την προσφυγή στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αποδεικνύεται ότι η αληθινή βούληση των διαδίκων μερών δεν ήταν να ορίσουν πρόσθετο μίσθωμα με τον παραπάνω επίδικο όρο, αφού όποτε υφίστατο ανάγκη το ύψος του μισθώματος προσδιοριζόταν ρητά, αλλά η αληθινή τους βούληση ήταν να περιγράφουν μία από τις υποχρεώσεις του διαχειριστή εντολοδόχου εφεσιβλήτου...".
Από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτό, προκειμένου να οριοθετήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του αναιρεσιβλήτου και να διαγνώσει το ουσιώδες, πλην αμφισβητούμενο εκ μέρους της αναιρεσείοντος, περιστατικό της προσήκουσας εκπλήρωσης αυτών, υποχρεώθηκε να αναζητήσει την, πράγματι, ηθελημένη έννοια των δικαιοπρακτικών δηλώσεων, οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στο από 9-10-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης.
Ειδικότερα, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στον όρο 12 του μισθωτηρίου αναφορικά με το αν ορίσθηκε επιπλέον μίσθωμα, για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό του πορίσματός του, ότι με τον ως άνω όρο δεν ορίσθηκε επιπλέον μίσθωμα, αλλ' απλώς περιγράφηκε μία των υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου μισθωτή ενεργούντος και ως διαχειριστή εντολοδόχου, συνδύασε τη διατύπωση του συγκεκριμένου όρου αφ' ενός με την περιγραφή της βασικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει ο αναιρεσίβλητος και αφ' ετέρου με το σύνολο των αποδειχθέντων περιστατικών, τα οποία, αξιολόγησε, ως προς την πραγματική σημασία τους, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.
Ωστόσο (πέραν της ρηματικής αναφοράς σε γενικόλογο χαρακτηρισμό) εφαρμογή των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης στην προσπάθεια αυτή, δεν προκύπτει ότι έκανε. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω, το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τη διάταξη της ΑΚ 200, γι' αυτό και οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αίτησης, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Συνεπώς παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης των παραπάνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 41/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στο αναιρεσείον.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ