Supreme Court dismisses appeal on time-bar grounds, ruling appeal inadmissible due to untimely appeal filed against prior appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject a time-barred appeal. The appellant argued the appeal was admissible due to lack of specific reasoning, but the court found the underlying appeal against the first-instance judgment was filed late. Consequently, the Supreme Court ruled the current appeal inadmissible because it was filed after the deadline for challenging a time-barred appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 476, and 510 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rejecting an appeal as time-barred is admissible only for specific grounds, including lack of reasoning, but the appeal itself must be filed within the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1939 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1939/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Ρουσιά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 4302/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.9.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε.Μ 102/13.9.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/19.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 13-9-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε.Μ.: 102/13-9-2019 κρινόμενη αίτηση του Ε. Ι. του Γ. και Ε., κατοίκου ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4302/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, είναι: α) νομότυπη γιατί ασκήθηκε από τον ίδιο, ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, και συντάχθηκε σχετική έκθεση υπογραφείσα και από τους δύο (άρθρα 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 και 4 του Κ.Π.Δ.), β) εμπρόθεσμη γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5-9-2019 (άρθρο 473 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Π.Δ.) και γ) παραδεκτή, γιατί περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ.). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο, αλλά πλέον και ως ιδιαίτερος λόγος, όπως αναφέρεται στην περίπτωση Η' του ιδίου άρθρου.
Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 589 παρ. 2 του νέου Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι μέχρι να καταστεί η απόφαση αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλά και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, που δηλώθηκε τελευταία από τον ίδιο ή τον συνήγορό του κατά την εξέτασή του στην προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση....
εκτός εάν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέλος, η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης, με την έφεση, απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού επίδοσης (Ολ.
Α.Π. 4/1995, Ολ. Α.Π. 6/1994). Σε περίπτωση όμως, που, με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το γνωστό ή μη της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία.
Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της έφεσης απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση έλαβε χώρα σε διεύθυνση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, ότι δηλαδή η κατοικία του εκκαλούντος-κατηγορούμενου ήταν διαφορετική (Α.Π. 3/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 4302/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1362/28-6-2019 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, παρασταθέντος στην κατ' έφεση δίκη, κατά της υπ' αριθμ. 122/16-1-2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάσθηκε ερήμην, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 εδ.
β του Νόμου 2523/1997. Από την έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος Αθηνών, οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, προέβαλε με αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι είναι άκυρη η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθόσον στο αποδεικτικό επίδοσης δεν υπάρχουν οι υπογραφές, δηλαδή οι ιδιόγραφες αναγραφές του ονόματος και του επωνύμου των συμπραττόντων ατόμων και η ιδιότητα του ενεργήσαντος την επίδοση, το δε εκπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης οφείλεται στο γεγονός ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς αυτόν έγινε στην πρώην και για συντομότατο χρονικό διάστημα διαμονή του στην οδό ...
που δηλώθηκε από τον ίδιο από πραγματική πλάνη στο Αστυνομικό Τμήμα …, όταν συνελήφθη κατά την αυτόφωρη διαδικασία του αδικήματος, ενώ η μόνιμη κατοικία του ήταν στην οδό ... στην Αθήνα. Είχε, δηλαδή, προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, επικαλούμενος ότι κατά τον χρόνο της επίδοσής της (12-12-2017), όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, η διεύθυνση της κατοικίας του ήταν διαφορετική.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών-κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών και της δικογραφίας, είχε επαναλάβει τον ως άνω ισχυρισμό. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του και, στην συνέχεια, έκρινε την έφεσή του εκπρόθεσμη, με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., εωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του, που δηλώθηκε τελευταία από τον ίδιο ή τον συνήγορό του κατά την εξέτασή του στην προκαταρκτική εξέταση ή την προανάκριση ή την ανάκριση ή με προφορική δήλωση στη διαδικασία στο ακροατήριο ή που αναγράφεται στην έκθεση ή στο δικόγραφο άσκησης του ενδίκου ή οιονεί ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσης ή στη δήλωση αναίρεσης της παρ. 2 του άρθρου 473, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση, κατά την επόμενη παράγραφο.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 156 του Κ.Π.Δ., η μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας ή της διαμονής του κατηγορουμένου μπορεί να γίνει είτε με νεότερη δήλωση του ίδιου ή του συνηγόρου του, με κάποιον από τους αναφερόμενους στην προηγούμενη παράγραφο τρόπους, είτε με χωριστή δήλωση, που αναγράφει την τελευταία διεύθυνση, η οποία πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί, μετά δε την έκδοση της απόφασης στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.
Επάνω στη δήλωση μεταβολής της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής, συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με την σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 162 παρ. 1 εδ. α του Κ.Π.Δ., για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-160, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό σημειώνεται, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και, αν πρόκειται για κλητήριο θέσπισμα ή κλήση του κατηγορουμένου, ο αριθμός αυτού, ο καλών εισαγγελέας, ως και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο.
Το αποδεικτικό υπογράφεται από το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 162 παρ. 2 εδ. α του Κ.Π.Δ., αυτός που επιδίδει οφείλει επίσης σε κάθε περίπτωση να σημειώσει στο έγγραφο την χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης, καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει την σχετική σημείωση, αλλιώς η επίδοση είναι άκυρη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το από 8-3-2018 αποδεικτικό επίδοσης του ΕΦ Β. Β., ο οποίος υπηρετεί στο Α.Τ. ..., ακριβές αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης επιδόθηκε στην επί της οδού ... κατοικία του κατηγορουμένου, με θυροκόλληση, παρουσία του μάρτυρα Ι. Α.. Το παραπάνω δε αποδεικτικό επίδοσης, περιέχει όλα τα απαραίτητα από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κ.Π.Δ.
στοιχεία. Σημειώνεται επίσης, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε μεταβολή της παραπάνω διεύθυνσης κατοικίας του-την οποίαν είχε δηλώσει στη διεξαχθείσα προανάκριση-κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κ.Π.Δ. Κατά συνέπεια, η επίδοση της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 122ΣΤΤ/16-1-2018 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, είναι καθ' όλα έγκυρη και επέφερε την έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης.
Περαιτέρω, από την από 28-6-2019 (αρ. Ε.Μ 1362/2019) έκθεση έφεσης της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα ποινικών ενδίκων μέσων) Δ. Δ., αποδεικνύεται ότι η πληρεξούσια Δικηγόρος Αθηνών Γαρυφαλλιά Αναγνοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ …)-δυνάμει του από 27-6-2019 πληρεξουσίου-εξουσιοδοτήσεως, που επισυνάπτεται στην παραπάνω έκθεση εφέσεως-άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως με αριθμό ΣΤΤ122/2018 του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 28-6-2019, ήτοι μετά το πέρας της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (8-3-2019).
Πρέπει επομένως, η ασκηθείσα από 28-6-2019 έφεση του κατηγορουμένου να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του τα νόμιμα έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι η επίδοση έλαβε χώρα την 8-3-2018 στη διεύθυνση ...
κατοικία του, διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει κατά την διεξαχθείσα προανάκριση, έλαβε δε χώρα αυτή, με θυροκόλληση, τα στοιχεία, όνομα, επώνυμο του διενεργήσαντος αυτή και του μάρτυρα, την ημερομηνία (28-6-2019) άσκησης της έφεσης, ότι το αποδεικτικό επίδοσης φέρει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία και ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός δήλωσε μεταβολή της παραπάνω διεύθυνσης κατοικίας.
Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίφαση της έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερόμενων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 του Κ.Π.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Ε.Μ.:102/13-9-2019 αίτηση του Ι. Ε. του Γ. και της Ε., κατοίκου ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4302/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ