1939/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1939/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 10551/10.1.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Π., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με κλήση για παράσταση, κατά την, αρχικά ορισθείσα, δικάσιμο της 11.11.2013, επιδόθηκε νόμιμα (άρθρ. 128 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.
Full text
Απόφαση 1939 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1939/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8018/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Eισάγεται αναίρεση κατά απόφασης Εφετείου, με την οποία κρίθηκε υπόθεση επιδίκασης, υπέρ του αναιρεσείοντος, χρηματικού ποσού ως αποζημίωσή του, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από αδικοπραξία, που φέρεται να τέλεσε σε βάρος του ο ήδη αναιρεσίβλητος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 575 εδ. α, β Κ.Πολ.Δ., με αίτηση του Εισαγγελέα, του Εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά, σε μεταγενέστερη δικάσιμο που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.
Σ' αυτά ορίζεται, πως, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το πέρας της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 10551/10.1.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Π., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με κλήση για παράσταση, κατά την, αρχικά ορισθείσα, δικάσιμο της 11.11.2013, επιδόθηκε νόμιμα (άρθρ. 128 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση, με απόντα τον τελευταίο, αναβλήθηκε για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατ' αυτήν, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, η συζήτηση πρέπει να χωρήσει, παρά την απουσία του.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου με το να δεχτεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι ορισμένος, και, συνεπώς, παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, το περιεχόμενο του εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται πώς δέχτηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η από τον Άρειο Πάγο κρίση για ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010). Εξ άλλου, ο αναιρεσείων βαρύνεται να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί το περιεχόμενό του, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλει πως το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "... παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων στο ιστορικό και προσαχθέντων κρίσιμων εγγράφων... και δέχτηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα επικαλούμενα ανωτέρω έγγραφα ...". Όμως: α) ο αναιρεσείων παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης, εκθέτει, αποκλειστικά, πραγματικά περιστατικά, αξιολογεί τις αποδείξεις, αναφέρεται σε σειρά εγγράφων και εκθέτει τα δικά του συμπεράσματα για την ουσία της υπόθεσης. Τούτο, όμως, πράττει απαράδεκτα, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρ. 561 §1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, γίνεται επίκληση εγγράφων, τα οποία συλλήβδην, φέρονται ως παραμορφωθέντα, χωρίς, ούτε το ακριβές περιεχόμενό τους να αναφέρεται, ούτε να επεξηγείται η θέση της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά, ούτε σε τι ακριβώς έγκειται η εκτιθέμενη παραμόρφωση. Άρα ο λόγος αυτός αναίρεσης προβάλλεται απαραδέκτως.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, πως το δικαστήριο, αποφάσισε για αίτημα, το οποίο δεν υποβλήθηκε (ΑΠ 914/2008, ΑΠ 892/1980). Τούτο συμβαίνει πλην άλλων και όταν το δικαστήριο επιδίκασε τόκους, χωρίς αίτημα (ΑΠ 1242/2006 ΑΠ 2085/1984).
Εδώ, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα εξής: α) Στην ένδικη, από 4.1.2005 αγωγή, ο ήδη αναιρεσίβλητος και η αρχικά ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία Σ. Α.Ε. ζήτησαν, πλην άλλων: "... να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των ενενήντα χιλιάδων (90.000) ευρώ σε καθένα από εμάς ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που με την ανωτέρω συμπεριφορά του προκάλεσε...".
Αίτημα δε για επιδίκαση τόκων δεν υπεβλήθη. β) Η πρωτόδικη απόφαση (8018/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αναγνώρισε, πώς ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ .." Ουδόλως δε περιελήφθη διάταξη για τόκους. 'Εφεση άσκησε ο ήδη αναιρεσείων και ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων του.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή την έφεση, κράτησε και δίκασε στην ουσία την αγωγή, την απέρριψε ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και την έκανε, κατά ένα μέρος δεκτή ως προς τον πρώτο ενάγοντα. Στη συνέχεια, διέλαβε διάταξη, η οποία έχει ως εξής: "Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ανωτέρω πρώτο ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ...".
Σύμφωνα, άρα, με τα προπαρατεθέντα, το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Άρα πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση.
V. Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ. "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με εκείνη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου, δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο, στα πλαίσια της αποδοχής της αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 25/2001, ΑΠ 1605/2013, ΑΠ 448/2005). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου μέρους (άρθρ. 178, 183 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσασα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την 92/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος Θ. Σ. κατά της 8018/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την 8018/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους ήδη διαδίκους.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 4.1.2005 αγωγής.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο.
Αναγνωρίζει, ότι ο εναγόμενος οφείλει στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, το ποσό των οκτώ χιλιάδων ευρώ (8.000).
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος από χίλια (1.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ