Supreme Court dismisses appeal on non-retroactivity grounds, ruling law applies to past lease disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the law violated the principle of non-retroactivity and the European Convention on Human Rights. The court rejected these claims, holding that the statute was not retroactive and that the lease constituted a liability of the bankrupt business, not the new owner.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 of the Constitution; Art. 7(1) and 78(2) of the Constitution; Art. 1 of the Additional Protocol to the ECHR; Art. 31(3) of Law 2538/1997; Art. 559(1) and 14 of the Civil Procedure Code: The principle of non-retroactivity does not prohibit laws from applying to past facts unless they violate constitutional rights, and a new owner of a bankrupt business is liable for existing lease obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1939 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1939/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Φιλινδρή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία είχε προηγουμένως την επωνυμία "Ξενοδοχειακή Τουριστική Γεωργική ΑΕ Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2003 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1482/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το εφετείο εξέδωσε την 3046/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2005 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε την από 18-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία όμως αρχή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.
Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στον νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύς ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.
Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι άνω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και η υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή, προς εξασφάλισην της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακά φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998).
Έτσι, σύμφωνα με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 6/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 : "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της..." Με το άρθρο 46α του ν.1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1.
Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων... το Εφετείο με την απόφασή του της παρ,1 του προηγούμενου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... 2. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία, είτε όχι...
Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ. ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχών άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... 7.
Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης .....Η σύμβαση αυτή, επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ.
του ΚΠολΔ .... 8 εδ. β και γ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί .... είτε πράξη εξόφλησης είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ.
β. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 476 ΑΚ". Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46 α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι: "Η κατ' άρθρο 46 α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".
Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχείρησης, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξάλειψης της τυχόν υποθήκης ή προσημείωσης, που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίστηκε ότι: "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...
Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ, το ζήτημα της ύπαρξης μισθωτικής σχέσης επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχείρησης, αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισέλευσης στη μισθωτική σχέση.
Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, τίθενται με σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία της με το υφιστάμενο ενεργητικό "όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο", ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθάρισης ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρουμένης της μισθωτικής σχέσης ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρ. 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεώτερες του ν. 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθάρισης των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και, άρα ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσης της χρονομεριστικής μίσθωσης και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), στο οποίο ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση" (Ολ ΑΠ 16/2006). Ενόψει δε του ως άνω επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, δεν είναι αντίθετες με τις προστατεύουσες την περιουσία, υπό την ως άνω έννοια, διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου μάλιστα ότι οι πιστωτές της υπό εκκαθάριση εταιρίας, που οι απαιτήσεις τους εναντίον αυτής συνιστούν μέρος του παθητικού, έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν αυτές στον εκκαθαριστή και να συμμετάσχουν στη διαδικασία διανομής του επιτευχθέντος από τη μεταβίβαση της επιχείρησης τιμήματος (πλειστηριάσματος), με τον συντασσόμενο από τον εκκαθαριστή πίνακα κατάταξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, δυνάμει σύμβασης χρονομεριστικής μίσθωσης που καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικά μεταξύ της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική - Γεωργική - Εξαγωγική Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", η τελευταία εκμίσθωσε στην πρώτη το 303 διαμέρισμα του ξενοδοχειακού της συγκροτήματος για χρονικό διάστημα 47 ετών αντί μισθώματος 1.344.400 δρχ.
Ότι η ως άνω εκμισθώτρια εταιρία με την 915/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρο 46 α του ν. 1892/1990 και διορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια η "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε.", η οποία προέβη σε διακήρυξη διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού για την πώληση του συνόλου του ενεργητικού της ως άνω εταιρείας "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ".
Ότι πλειοδότρια του διαγωνισμού αναδείχθηκε η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία, όπως είχε δικαίωμα, υπέδειξε ως τρίτο πρόσωπο για την απόκτηση τελικώς του πωληθέντος ενεργητικού της, την ήδη αναιρεσίβλητη θυγατρική αυτής εταιρεία, η οποία και αγόρασε το ενεργητικό της ως άνω εκκαθαρισθείσας εταιρείας με το ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά. Ότι στη συνέχεια η ως άνω αγοράστρια εταιρία (αναιρεσίβλητη) επέδωσε στην αναιρεσείουσα χρονομισθώτρια απόγραφο εκτελεστό του παραπάνω 73857/1999 μεταβιβαστικού συμβολαίου, με την από 31-03-2000 επιταγή προς εκτέλεση του μισθίου διαμερίσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997, 46α παρ. 8 του ν. 1892/1990, 14 του ν. 2000/1991, 943, 1003 και 1005 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η προδιαληφθείσα χρονομετρική μίσθωση, η οποία ως διαρκής ενοχική σύμβαση, που συνεπάγεται εκατέρωθεν (μεταξύ των συμβληθέντων) υποχρεώσεις και δικαιώματα, αποτελεί μέρος του παθητικού της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως και δεν ανήκει στο ενεργητικό της περιουσίας της, που κατά τα άνω μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσίβλητη (καθής η ανακοπή) εταιρία, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή δεν είναι κατά το νόμο 4112/1929 (άρθρο 4), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 68 του ΕισΝΑΚ και το άρθρο 52 αριθμ. 19 του ΕισΝΚΠολ, η κατ' εφαρμογή άλλου νόμου, αφού με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών ακόμη μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης.
Εξάλλου, το ότι ο νόμος (άρθρο 46 α παρ. 9 του ν. 1892/1990) όρισε ρητά να μην έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 497 ΑΚ στην περίπτωση μεταβιβάσεως του ενεργητικού της επιχειρήσεως, όπως εν προκειμένω, σημαίνει ότι απέβλεψε στο να απαλλάξει τον αγοραστή, που με σύμβαση απέκτησε το ενεργητικό της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, από προηγούμενες εμπράγματες ή ενοχικές δεσμεύσεις της επιχειρήσεως, θεωρώντας αυτές, όπως και τη χρονομίσθωση διαμερίσματος του ξενοδοχείου υπό της αναιρεσείουσας εν προκειμένω, ως μέρος του παθητικού αυτής, γεγονός που αποτελεί και το κρίσιμο στην παρούσα δίκη θέμα των λόγων της ανακοπής.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της από 31-03-2000 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 73857/1999 σύμβασης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις και ιδία αυτή του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 και ορθά δεν κήρυξε ακυρότητα της από 31-03-2000 ως άνω επιταγής προς εκτέλεση, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, η επίδικη χρονομεριστική μίσθωση αποτελεί παθητικό της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, η δε αναιρεσίβλητη δεν υπεισήλθε στην ως άνω μίσθωση στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας και δε δεσμεύεται από αυτή, ώστε να υποχρεούται σε καταγγελία αυτής, εντεύθεν δε νομίμως προέβη σε επίδοση επιταγής προς εκτέλεση για την ανάληψη της κατοχή του μισθίου.
Ούτε, εξάλλου, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως επισπεύδει με βάση το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας για την απόδοση της χρήσης του μισθίου, παραβίασε τις διατάξεις άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε η εν λόγω διάταξη έχει ως δικαιολογητικό λόγο τη διάσωση, επιβίωση και λειτουργία των προβληματικών επιχειρήσεων με το υφιστάμενο ενεργητικό, απαλλαγμένες από χρέη που τις βαρύνουν, δηλαδή αποβλέπει σε ευρύτερο δημόσιο σκοπό και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στις προαναφερόμενες διατάξεις, που προστατεύουν την ιδιοκτησία, όπως την προσδιορίζει αυτή ο κοινός νομοθέτης, ο οποίος μπορεί να θεσμοθετεί τις προϋποθέσεις κτήσης και απώλειας αυτής στο πλαίσιο ικανοποίησης όχι μόνο του ατομικού, αλλά και του γενικότερου συμφέροντος.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 2 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού η διάταξη αυτή δεν εφαρμόσθηκε, ούτε άλλωστε ήταν εφαρμοστέα κατά τις παραδοχές του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 182, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 3046/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ