Supreme Court allows appeal against conflicting lower court rulings on insurance coverage and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, finding the appeal admissible despite procedural filing issues. The court identified material contradictions between the Court of Appeal and the First Instance regarding insurance coverage and direct assignment. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 496, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; When lower court judgments on the same case contain contradictory reasoning on material facts, the Supreme Court may annul the appealed judgment and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1938 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1938/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσιαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου:
Δήμου Δάφνης - Υμηττού, που εδρεύει στην Δάφνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στέλλα Ραζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10108/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2454/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2022 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 "1.
Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα. 2.
Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση." Από τη διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία με το ίδιο δικόγραφο αναίρεσης προσβάλλονται οι αποφάσεις δύο δικαστηρίων, για το παραδεκτό της άσκησής της θα πρέπει αυτή να κατατίθεται στη γραμματεία αμφοτέρων των δικαστηρίων και να συντάσσεται η σχετική έκθεση κατάθεσης στη γραμματεία καθενός από αυτά, διαφορετικά η αναίρεση που δεν κατατέθηκε κατά τα προαναφερόμενα στην γραμματεία του αντίστοιχου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 523/2023, ΑΠ 668/2019, ΑΠ 717/2017).Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται :
α) η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2454/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 10108/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) η υπ' αριθ. 10108/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 21.9.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου.
Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2454/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η υπ' αριθ. 10108/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι απαράδεκτη γιατί δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού ούτε και συντάχθηκε η σχετική έκθεση κατάθεσης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω.Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ. α` ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νόμιμης αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 640/2024, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 1254/2017).
Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή έστω και έμμεση - (ΑΠ 640/2024, ΑΠ 408/2020), επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της συμβάσεως που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 640/2024, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 1321/2015).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 527/2023).Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρεται: α) ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017), β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017), γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1282/2010) δηλαδή στην έννομη συνέπεια η οποία εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε.
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1438/2009).Με τον δεύτερο επικουρικό λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια διαγωνισμού ή σύναψη σχετικής συμβάσεως ή πρόταση του αναιρεσιβλήτου για την ασφάλιση των αυτοκινήτων του από την αναιρεσείουσα.Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τα έτη 2009 - 2010 για την ασφάλιση των οχημάτων του εναγομένου, πρώην Δήμου Δάφνης και από 1-1- 2011 Δήμου Δάφνης - Υμηττού, ο οποίος υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αμφοτέρων των Δήμων Δάφνης και Υμηττού, είχαν διεξαχθεί δύο διαφορετικοί διαγωνισμοί για την ανάληψη της ασφάλισης των οχημάτων του Δήμου Δάφνης, οι οποίοι απέβησαν άκαρποι, η δε ενάγουσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, εκλήθη να υποβάλλει προσφορά για απευθείας ανάθεση σε αυτή της ασφάλισης των οχημάτων του προσφορά στο Δήμο Δάφνης, αλλά προέβη μονομερώς σε ανανέωση της ασφάλισης των οχημάτων που είχε αναλάβει παλαιότερα.
Η ενάγουσα δεν αποδεικνύει ως όφειλε την εν τοις πράγμασι λειτουργία των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, αφού αφενός μεν δεν αποδείχθηκε διενέργεια διαγωνισμού ή σύναψη σχετικής σύμβασης έστω και άκυρης ή έστω πρόταση των νομίμων εκπροσώπων του εναγομένου για την ασφάλιση των αυτοκινήτων που αναφέρονται στην αγωγή, ούτε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του εναγομένου παρέλαβαν για λογαριασμό του τελευταίου τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια με τα συνοδεύοντα αυτά σήματα ασφάλισης και τις συμβάσεις οδικής βοήθειας, αφετέρου δε η ενδεικτική παράθεση ζημιών κατά τη λειτουργία κάποιων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, σε έγγραφο που δεν υπογράφεται από υπαλλήλους του αρμοδίου τμήματος της ενάγουσας, δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη για την κατάρτιση και τη λειτουργία των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που επικαλείται αυτή (ενάγουσα) ότι είναι ανεξόφλητα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της ασφαλιστικής καλύψεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας της αστικής ευθύνης προς τρίτους των οχημάτων του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ.
Ειδικότερα οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο α) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία κλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο να υποβάλει προσφορά για την απευθείας ανάθεση σ' αυτήν της ασφαλίσεως των οχημάτων του και ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπέβαλε τέτοια προσφορά στον αναιρεσίβλητο, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα προέβη μονομερώς σε ανανέωση της ασφαλίσεως των οχημάτων του αναιρεσίβλητου που είχε αναλάβει παλαιότερα, β) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος κάλεσε την αναιρεσείουσα να υποβάλει προσφορά για απευθείας ανάθεση σ' αυτήν της ασφαλίσεως των οχημάτων του, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την παραδοχή αυτή, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε πρόταση των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσιβλήτου για την ασφάλιση των οχημάτων του, γ) ενώ δέχεται ότι υπήρξαν ζημίες κατά τη λειτουργία κάποιων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την παραδοχή αυτή, δέχεται ότι αυτό δεν αποτελεί απόδειξη για την κατάρτιση και τη λειτουργία των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι είναι ανεξόφλητα.
Επομένως, ο δεύτερος επικουρικός λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζονται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 4.7.2022 αναίρεση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" κατά της υπ' αριθ. 10108/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2454/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης