Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify violated law and factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a distribution contract dispute. The appellant argued the lower court misinterpreted the contract and ignored their claim of agency, but the court found these grounds insufficient. The appeal was rejected because the appellant failed to clearly identify the specific legal provision violated, the exact factual findings relied upon, and the inadequacies in the lower court's reasoning as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the violated substantive law, the factual findings relied upon by the court of first instance, and the inadequacies or contradictions in the reasoning, otherwise it is inadmissible for being vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1938 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.938/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακο-πούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "FIAT AUTO ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ Μεταφορικών Μέσων", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4079/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7371/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 11279/22-9-2006 έκθεση τoυ δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-10-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 31-3-2008 και κατ' αυτήν για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, μη απαιτουμένης νέας κλήσης (άρθρα 575 σε συνδυασμό με 226 παρ. 4 εδαφ. γ ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη εταιρία. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται, τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση ή στη μονομερή δικαιοπραξία κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή του δηλούντος.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την απόφασή του προκύπτει ότι ευθέως ή εμμέσως διεπίστωσε ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε. Το στοιχείο αυτό, ότι δηλαδή το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων ή του δηλούντος, πρέπει για τη διαδικαστική πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, στο οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια, το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, να αναφέρεται δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, ενεργούσας δια της κατονομαζομένης αντιπροσώπου αυτής εταιρίας, σύμβαση πωλήσεως ενός αυτοκινήτου, ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην παράδοσή του, απέρριψε ακολούθως την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η συνδέουσα την αναιρεσίβλητη και την εταιρία AUTO LINEA Κ.Μαντζώρος ΑΕ σύμβαση, ήταν εκείνη της εμπορικής διανομής των εμπορευμάτων της για λογαριασμό και με επιχειρηματικό κίνδυνο της διανομέως και όχι σύμβαση αντιπροσωπείας, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζετο με την αγωγή του.
Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, αλλ' ούτε και προσδιορίζει την αιτία για την οποία θα έπρεπε να προσφύγει το δικαστήριο της ουσίας στην εφαρμογή των περιεχόμενων στα άρθρα αυτά ερμηνευτικών κανόνων.
O από το άρθρο 559 παρ. 20 θεσπιζόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει από εσφαλμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε πλήρης και ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρεται ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενό του, ώστε από τη σύγκρισή του με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να μπορεί να ελεγχθεί αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων. Ο λόγος δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των όρων της καταρτισθείσας, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πωλήτριας εταιρίας "AUTO LINEA Κ.Μαντζώρος Α.Ε", συμβάσεως διανομής, με το να δεχθεί ότι δεν υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης της πρώτης από την τελευταία, παρόλο που από το κείμενο της σύμβασης προκύπτει ότι η τελευταία, πωλήτρια εταιρία, ήταν στην ουσία υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το κείμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πρόκειται ή όχι για διαγνωστικό σφάλμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό ότι η ως άνω πωλήτρια εταιρία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτόν τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, δεχθέν ότι η πωλήτρια εταιρία ΑUΤΟ LΙΝΕΑ Κ.Μαντζώρος ΑΕ, δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας. Διαφορετικά ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή και σ' αυτή την προσβαλλομένη απόφαση.
Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, πρέπει να προσδιορίζονται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της προσβαλλομένης και η ανεπάρκεια ή αντίφαση στις αιτιολογίες. Επομένως, ο τρίτος, από την διάταξη αυτή (αρ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η εταιρία "AUTO LINEA Κ.ΜΑΝΤΖΩΡΟΣ Α.Ε" λειτουργούσε ως διανομέας των εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης και όχι ως αντιπρόσωπος αυτής, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο η φερομένη ως εκ πλαγίου παραβιασθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ούτε αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής και επιπλέον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7371/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ