Supreme Court dismisses appeal claiming court erred by considering statute of limitations ex officio without party proposal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a claim against a public legal entity. The appellant argued the lower court erred by considering the statute of limitations ex officio without a specific proposal, violating procedural principles. The court ruled that while the statute of limitations is considered ex officio, the appellant failed to propose a specific claim to interrupt it, and the lower court correctly assessed the vague request as insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48 para. 3, 49, 51 para. b' and 52 para. 3 of Law 496/1974; The court may consider the statute of limitations ex officio against public entities, but the claimant must propose a specific claim to interrupt it, and failure to do so does not constitute an error by the court in assessing the request's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1938 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1938/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2023/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 4060/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 26-1-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου Θεοδώρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση ένδικο μέσο).
Επομένως τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ.
γ' του ίδιου ΝΔ ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ως άνω ρύθμιση δεν είναι καταρχήν, αντίθετη προς το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως' "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Εξάλλου, η αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια που ισχύει για το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. και θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να αποτραπεί η τυχόν υπαίτια ή και ανυπαίτια παράλειψη των εκπροσώπων τους να προτείνουν τη σχετική ένσταση, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα.
Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων του ν.π.δ.δ. να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής.
Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 3 του Ν.Δ 496/1974 δεν είναι αντίθετη και με τις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμών δικών, με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής αυτών και όχι να θεσπίζει γενικώς κανόνες για την παραγραφή των αξιώσεων και την αυτεπάγγελτη ή μη λήψη αυτής υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπόθεση, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή για αναγνώριση αξιώσεων της αναιρεσείουσας, καθαρίστριας του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών αυτής του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 30-6-1995 και, δικάζοντας την αγωγή, έκρινε ότι οι αξιώσεις του από 1-1-1989 έως 31-12-1992 χρονικού διαστήματος είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ.
γ' του άνω Ν.Δ. και αφού απέρριψε κατ' ουσία αντένσταση της αναιρεσείουσας για διακοπή της παραγραφής, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που επιδίωκε την αναγνώριση της οφειλής του αναιρεσιβλήτου για τις διαφορές αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο και μάλιστα κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων ή και αυτής του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ, την ως άνω παραγραφή και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., όπως υποστηρίζει αβάσιμα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 4 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, αφού δεν τέθηκε ποτέ θέμα εκδικάσεως της υποθέσεως από τα διοικητικά δικαστήρια, ώστε να γίνει λόγος και για υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξετάζοντας το αληθινό περιεχόμενο της αιτήσεως με αριθμό 29538/31-12-1992, την οποία είχε υποβάλλει η αναιρεσείουσα μαζί με άλλους 175 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο προς απόδειξη της αντενστάσεως αυτής για διακοπή της παραγραφής, έκρινε ότι με την αίτηση αυτή δεν υποβλήθηκε συγκεκριμένο αίτημα καταβολής των επίδικων αποδοχών της.
Με την κρίση του αυτή εκτίμησε ανέλεγκτα το Εφετείο το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, με την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 περιπτ.
α' του ΝΔ 496/1974 η παραγραφή των αναφερόμενων στο άρθρο 48 τούτου χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. διακόπτεται και δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαιτήσεως, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαιτήσεως και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την αναφερόμενη στην προηγούμενη αιτιολογία της παρούσας αίτηση της αναιρεσείουσας δεν ζητήθηκε καθόλου η πληρωμή των επίδικων αξιώσεών της και ότι το γενικό αίτημα αυτής για καταβολή των προβλεπομένων υπό του νόμου και των σχετικών Δ.Α.
και Σ.Σ.Ε αποδοχών από 1-1-1981, βάσει των ετών υπηρεσίας και προϋπηρεσίας ... κλπ" ήταν εντελώς αόριστο και δεν εμπεριείχε συγκεκριμένη αίτηση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 , 49 και 51 περιπτ. β' του Ν.Δ. 496/1974 και αβάσιμα υποστηρίζει το αντίθετο η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Από το άρθρο 52 εδ. γ' του Ν.Δ. 496/1974 προκύπτει, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη αιτιολογία, ότι την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο, εφόσον βέβαια η συμπλήρωση αυτής προκύπτει από τα διαδικαστικά και λοιπά έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι και συνεπώς δεν απαιτείται να προταθούν από το νομικό πρόσωπο με τις προτάσεις του τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό ισχυρισμό.
Πολύ περισσότερο δεν απαιτείται να προταθεί από το νομικό πρόσωπο η έλλειψη περιστατικών που συνεπάγονται κατ' άρθρο 51 του πιο πάνω Ν.Δ. τη διακοπή της παραγραφής, αφού η συνδρομή διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων που αποκρούει τη συμπλήρωση της παραγραφής.
Ενόψει αυτών, παρέπεται ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 29538/31-12-1992 αίτηση δεν ζήτησε η αναιρεσείουσα τις επίδικες αξιώσεις και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής περί διακοπής της παραγραφής, εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεως που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν πρότεινε το αναιρεσίβλητο.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2000 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4060/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ