Supreme Court allows appeal against lower court's failure to prove good faith in adverse possession claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding adverse possession. The State argued the lower court failed to prove the defendant acquired ownership in good faith, while the defendant claimed long-term possession was sufficient. The court ruled that the lower court's decision lacked a legal basis because it did not verify the seller's ownership status or the defendant's good faith at the time of acquisition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 93(3) of the Code of Civil Procedure; The court must verify the seller's ownership status and the possessor's good faith at acquisition, otherwise the adverse possession decision lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1937 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1937/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 1-9-2025 δήλωση, κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, την οποία κατέθεσε στις 3-9-2025 χωρίς προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μανταλά Βαΐα (ΑΜ ΔΣ Λευκάδας 58), με την από 25-8-2025 δήλωση, κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ, την οποία κατέθεσε στις 26-8-2025 μαζί με προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 75/8-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του νυν αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 31/8-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με αρ. κατ. 31/8-6-2023 αίτηση αναίρεσης του ηττηθέντος εναγομένου -εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 14/24-1-2023, εκδοθείσας αντιμωλία, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε. Με την ανωτέρω απόφαση απορρίφθηκε η με αρ. κατ. 12/6-5-2021 έφεση του εναγομένου κατά της 157/13-5-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δέχθηκε την με αρ. κατ. 75/8-6-2017 αγωγή του νυν αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντάς τον αποκλειστικό κύριο ενός οικοπέδου εμβαδού 262,445 τμ στη θέση Ρούγα εντός του οικισμού του Δημοτικού Διαμερίσματος Αθανίου του Δήμου Λευκάδας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 5611 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και, για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
ΙΙβ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042,1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας (ΑΠ 299/2024, ΑΠ 191/2023). Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, η δε μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν όμως περιοριστεί στο τελευταίο δεν παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, αλλά υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού, έτσι, η απόφασή του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων (ΑΠ 1341/2013,ΑΠ 448/2001).
ΙΙγ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο της παράβασης των άρθρων 1041-1042 ΑΚ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Ε.
Ρ. του Δ. και της Α. ήταν αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου συνολικού εμβαδού 262,445 τ.μ. με την εντός αυτού οικία εμβαδού περίπου 40 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "ΡΟΥΓΑ" του οικισμού του Δ.Δ. Αθανίου του Δήμου Λευκάδας,...και το οποίο περιήλθε σ' αυτήν μετά το θάνατο της μητέρας της, η οποία απεβίωσε το έτος 1940.
Η Ε. Ρ. που απεβίωσε στο Αθάνι Λευκάδας στις 30-8-1996, κάτοικος εν ζωή ομοίως, απεβίωσε αδιάθετη σύμφωνα με τα με αριθ. πρτ. 709/2015 και 583/2015 πιστοποιητικά αντίστοιχα του Πρωτοδικείου Λευκάδας και του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, ενώ κατά το χρόνο θανάτου της δεν άφησε πλησιέστερους συγγενείς, σύμφωνα με το υπ' αριθ.
πρτ. ...-2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Απολλωνιών. Περαιτέρω, οι Α. Ρ. του Ε., Δ. Κ. του Σ. και Χ. Ρ. του Ν., ως πλησιέστεροι συγγενείς της Ε. Ρ., κατά το χρόνο του θανάτου της, σύμφωνα με το με αριθ. πρωτ. ...-1997 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Κοινότητας Αθανίου, προέβησαν στην υπ' αριθ. ...-1997 αποδοχή κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Απολλωνιών Ν.
Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Απολλωνίων στον τόμο 68 και με αριθμό 73, δυνάμει της οποίας αποδέχθηκαν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το άνω περιγραφόμενο ακίνητο. Ακολούθως, με την με αριθ. ...-1997 πράξη δωρεάς εν ζωή του ίδιου πιο πάνω Συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 68 και με αριθμό 74, ο Χ.
Ρ. και ο Δ. Κ. μεταβίβασαν λόγω δωρεάς τα ποσοστά συγκυριότητάς τους στο προαναφερόμενο ακίνητο στον Α. Ρ., ο οποίος τελευταίος, ως αποκλειστικός κύριος μεταβίβασε το ακίνητο με το με αριθμό ...-2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πατρών Ο. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Απολλωνιών στον τόμο 82 και με αριθμό 97 στον ενάγοντα.
Από τότε ο ενάγων βρίσκεται συνεχώς στη νομή του ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις...δημιουργήθηκε αμφισβήτηση σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του ενδίκου ακινήτου, ο οποίος τελευταίος έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού απέκτησε τη νομή του ακινήτου το έτος 2005 και μέχρι και το 2016, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των δέκα ετών, πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έγινε κύριος αυτού , ασκούσε επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές πράξεις νομής, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο, ενώ δεν έπαψε να εμφανίζεται ως κύριος του επιδίκου ενώπιον των αρμοδίων αρχών ασκώντας, με τους ως άνω προαναφερόμενους τρόπους, όλα τα δικαιώματά του για την προστασία της κυριότητάς του." Έτσι, όμως που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων για τη χρησικτησία.
Και τούτο διότι, ενώ έκρινε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με τακτική χρησικτησία με νόμιμο τίτλο το ...-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ο. Σ., νομίμως μεταγραφέν, εξ αγοράς από τον Α. Ρ. του Ε., επί του οποίου (ακινήτου) ασκούσε ο ενάγων τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αναιρεσιβαλλομένη εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας, παρέλειψε να διευκρινίσει ότι κατά τον χρόνο κτήσης της νομής (25-4-2005) είχε καλή πίστη ως προς το ότι πράγματι αποκτούσε από πραγματικό κύριο και να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται τούτο, καθόσον κατά τα αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, ο πωλητής Α.
Ρ. του Ε. φερόταν να έχει στην κυριότητά του το επίδικο κατά ποσοστό 1/3 εκ κληρονομίας της Ε. Ρ. του Δ. και κατά τα υπόλοιπα 2/3 εκ δωρεάς των Χ. Ρ. και Δ. Κ., επίσης φερόμενων κληρονόμων της ανωτέρω, χωρίς να διαλαμβάνεται η σχέση της κληρονομουμένης με τους φερόμενους ως κληρονόμους της, δηλ. η εξ αδιαθέτου διαδοχή ένεκα συγγένειας.
Παρέλειψε δε το Εφετείο (σε αντίθεση με την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου) να εκθέσει ότι ο ενάγων δεν επέδειξε κατά την κτήση της νομής βαρεία αμέλεια, διενεργώντας τον αναγκαίο έλεγχο στα βιβλία μεταγραφών και στους τίτλους κτήσης του πωλητή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
IV. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (αρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 14/24-1-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ