Supreme Court dismisses appeal on technical grounds due to unclear restitution request and awards costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance judgment regarding the restitution of information allowance payments. The appellant requested a return of funds without specifying the exact payment dates, which the court deemed legally insufficient to determine if the payments were validly made before the relevant cutoff date. Consequently, the court rejected the request for restitution and ordered the losing parties to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A request for restitution of funds must specify the exact date of payment to determine its validity under statutory cutoffs, and failure to do so results in rejection of the claim while the losing party bears the costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1937 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1937/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού, που παραστάθηκε δια της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξουσίας παρέδρου του νομικού συμβουλίου του κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσίβλητων:1. … και 8……, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 950/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2519/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου, ανέγνωσε την από 11-11-2019 έκθεσή της κωλυόμενης αρεοπαγίτου Μαριάνθης Παγουτέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, που καθορίζει κατά τρόπο αποκλειστικό τον τύπο της παροχής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο στην ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετική διαδικασία, κατά την εκδίκαση των εργατικών διαφορών, η πληρεξουσιότητα παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή την προφορική δήλωση του διαδίκου ή του εκπροσωπούντος αυτό οργάνου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Η μη χορήγηση της πληρεξουσιότητας με έναν από τους ανωτέρω τρόπους, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 104 του ΚΠολΔ), έχει ως αποτέλεσμα να μην παρίσταται νομίμως ο φερόμενος ως εκπροσωπούμενος από τον μη εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο διάδικος και να θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 536/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1387/2019). Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 207/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κ.λπ.
προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Τέλος, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, "Προστασία δημόσιας υγείας από COVID-19, κοινωνική προστασία, Επαναλειτουργία Δικαστηρίων" ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2ος, 4η, 6η, 7η των αναιρεσιβλήτων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους χωρίς όμως να προσκομίζεται η σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής τους.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ζ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο της 19.11.2019, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 19.5.2020 με εγγραφή στο πινάκιο, οπότε ματαιώθηκε δυο φορές (για την 19.5.2020 και την 2.3.2021) καθώς συνέπεσε με την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 και επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως κατά την (αυτεπαγγέλτως επαναπροσδιορισθείσα) δικάσιμο της 19.10.2021 που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 499 και 568 του ΚΠολΔ στην νομίμως διορισθείσα αντίκλητο όλων των αναιρεσιβλήτων, Α.
Κ., η οποία τους είχε εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συνακόλουθα προκύπτει η νόμιμη κλήτευση των μη εκπροσωπουμένων νομίμως και μη παραστάντων προσηκόντως αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα δε με το άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ. α και γ του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την από 10.9.2007 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 196/2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5708/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλης κατηγορίας προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 3/2013, 16/2015). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 306/2011). Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά την σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δε συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 357/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: (...) Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: (...) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1.4.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ.", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (...), οριζόμενο κατά ειδικότητα (...).
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1.1.1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.
Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας- εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λπ.
Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία-εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας-εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 5/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021).
Τέλος, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ` Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Πληροφορικής, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ.
ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Πληροφορικής: "1. Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα: α. Οργάνωσης και Μεθόδων β. Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και γ. Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης. 2. Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι:
α. Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων. Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας. Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.
Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκηση και γενικότερη προετοιμασία του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών.
Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επί θεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας, β. Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων.
Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότης τους, σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης.
Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λπ.).
γ. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος.
Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (πχ. επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα.
Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις". Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό, ως διοικητικό προσωπικό, ανήκοντες στον κλάδο ΠΕ υπαλλήλων ως γραμματείς οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτη, πέμπτος, εβδόμη και όγδοη και στον κλάδο ΔΕ οι τρίτη και έκτη, ως σχεδιάστριες, διεπομένοι ως προς το μισθολογικό τους καθεστώς από τις διατάξεις του νόμου 2470/1997.
Ότι αυτοί προσλήφθηκαν περί το έτος 1997 με συμβάσεις έργου, οι οποίες στη συνέχεια μετετράπησαν σε σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου νπδδ. Ότι από το χρόνο αυτό έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, με τις παραπάνω ειδικότητές τους και ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1.1 2001 έως 31.12.2003, οι ενάγοντες προγραμμάτιζαν, εισήγαν εντολές και συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χείριστών Η/Υ, καθώς και ότι η ανάθεση στους ενάγοντες των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις.
Ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμόζοντας την συνταγματική αρχή της ισότητας, έκρινε ότι η ανωτέρω ειδική ρύθμιση του άρθρου οκτώ αριθμός 11 του νόμου 2470/1997, με την οποία αποκλείστηκε προσωπικό που προσφέρει την ίδια εργασία, εκτός του κλάδου της πληροφορικής, εισάγει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος του προσωπικού αυτού, χωρίς τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού η δημοσίου συμφέροντος και κατά συνέπεια οι ενάγοντες δικαιούνται το εν λόγω επίδομα πληροφορικής για το επίδικο χρονικό διάστημα, που χορηγείται στους χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών του κλάδου πληροφορικής του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1977 και συγκεκριμένα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 25.000 δρχ.
η 73,77 € μηνιαίως ο καθένας. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την, περί του αντιθέτου από 19 Απριλίου 2005, έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ, επικυρώνοντας την ομοίως αποφασίσασα, με αριθμό 950/ 2004, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κατά παραδοχή της κυρίας βάσης της αγωγής των εναγόντων όσο βάσιμης κατ' ουσία, είχε επιδικάσει στον καθένα από τους πρώτο έως και έβδομο από αυτούς το συνολικό ποσό των 2641,32 €, και το ποσό των 1394,03 € στον όγδοο ενάγοντα ως επίδομα πληροφορικής για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2003.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 7, 17 και 18 του πδ 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας των, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρ. 8, δηλαδή χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών.
Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος ως και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη.
Απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι και η επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Τούτο διότι αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλλε το επίδομα πληροφορικής, αφού και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 (ομοίως ΟλΑΠ 5/2021).
Σημειωτέον ότι η επικουρική βάση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την κύρια βάση της αγωγής, παρέλειψε να αποφανθεί και γι' αυτήν (ΑΠ 225/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007), ενώ τόκοι ζητούνται νομίμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, οπότε και ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, αφού κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 146/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009) "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων, που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά, από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων (πρβλ ΕλΣυν 955/2010) και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι αυτούς η ως άνω επιστροφή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον νπδδ με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό του κατέβαλε, σε χρόνο που δεν προσδιορίζει με ακρίβεια, προσκομίζοντας μόνο την από 27.9.2007 επιβεβαιωμένη μισθοδοτική κατάσταση του εκκαθαριστή αποδοχών του αναιρεσείοντος προς την ΙΗ ΔΟΥ Αθηνών και χωρίς να προκύπτει η πραγματική καταβολή των επιδικασθέντων ποσών σε κάθε αναιρεσίβλητο με οποιονδήποτε τρόπο.
Την εν λόγω επιστροφή ζητά με το νόμιμο τόκο από την καταβολή και επικουρικά από την επίδοση της παρούσας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω το αίτημα επαναφοράς είναι αόριστο, εφόσον δεν διευκρινίζεται η ημερομηνία καταβολής του επιδικασθέντος ποσού στον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα αν αυτή έλαβε χώρα πριν ή μετά την 4.9.2009, ώστε να προκύπτει εάν θεωρούνται, κατά το πλάσμα του νόμου, νομίμως καταβληθέντα ή όχι, καθώς μόνο στη τελευταία περίπτωση είναι νόμιμη η αναζήτηση τους από τον καταβαλόντα, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2519/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη 950/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.10.2021 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ