Legislator Case Law & Legislation
1937/2017 AI generated

1937/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1937/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τον από 21/9/2009 πρόσθετο λόγο αυτής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2386/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1536/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2015 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1937/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): H κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μορφές της κατάσχεσης και κατά συνέπεια εφαρμόζονται σ' αυτήν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 904-940 ΚΠολΔ, οι ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση των άρθρων 951-952 ΚΠολΔ και για τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης οι διατάξεις των άρθρων 933 επ.

Keywords

AI generated
objection to debt enforcement authorization to levy debt enforcement third-party claim procedure in attachment act of accession of Greece prohibition on accepting foreign pensions requesting state
AI generated
1856/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
2027/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1038/2009 και 5622/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, η πρώτη των οποίων απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 982/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με τις περιεχόμενες στην ένδικη από 15.2.2006 αγωγή της αξιώσεις της κατά της αναιρεσίβλητης που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή ως αόριστες με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ η δεύτερη των εφετειακών αποφάσεων απέρριψε στην ουσία μεν την ως άνω έφεση και τους ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης, ως απαράδεκτους δε τους από 30.7.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης σε σχέση ειδικότερα με την ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την οποία (αξίωση) ανεστάλει με την πρώτη των εφετειακών αποφάσεων η εκδίκαση της υπόθεσης λόγω εκκρεμοδικίας.
928/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
249/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
1886/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1937 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1937/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α.,

κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κράτους της Λιβύης, πρώην της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Λαϊκής Λιβυκής Αραβικής Τζαμαχιρίας, (Λιβυκού Δημοσίου), που εδρεύει στην Τρίπολη της Λιβύης Βορείου Αφρικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τζιούμα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τον από 21/9/2009 πρόσθετο λόγο αυτής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2386/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1536/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 27/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μορφές της κατάσχεσης και κατά συνέπεια εφαρμόζονται σ' αυτήν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 904-940 ΚΠολΔ, οι ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση των άρθρων 951-952 ΚΠολΔ και για τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης οι διατάξεις των άρθρων 933 επ.

ΚΠολΔ. Έτσι, για τον προσδιορισμό του αφετήριου σημείου έναρξης των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015, ως πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης λαμβάνεται η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ.

β' και 2 και 953 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που αφορά το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, για το λόγο ότι αυτή επιβλήθηκε σε κατά νόμο ακατάσχετο κινητό πράγμα, πρέπει ν' ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (AΠ 872/1998).

Περαιτέρω, η δομή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η επιβολή της με την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο, αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης και έκτοτε αρχίζει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά του τίτλου και των πράξεων της προδικασίας (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ).

Η τελείωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, η οποία συνεχίζεται, με την αποτελούσα πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δήλωση του τρίτου και ακολούθως είτε με την κατά το άρθρο 989 εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, είτε με την κατά το άρθρο 986 ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου και την αγωγή αποζημιώσεως.

Το πέρας της αναγκαστικής εκτελέσεως εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, εάν π.χ. επακολουθήσει εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για κατασχεμένο στα χέρια του πράγμα, ο πλειστηριασμός αποτελεί την τελευταία πράξη της εκτέλεσης. Σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης και ανακοπής, η διαδικασία περατώνεται αναλόγως.

Συνέπεια αυτών είναι, ότι η ανακοπή κατά της απαίτησης του κατασχόντος, καθώς και των από την κατά τα άνω κατάσχεση (πρώτης μετά την επιταγή πράξης της εκτέλεσης) και των μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης, στα χέρια τρίτου, πράξεων, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την τελευταία πράξη, η οποία ποικίλει κατά τις περιστάσεις.

Αν γίνει κατάσχεση στα χέρια τρίτου χρηματικής απαίτησης και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο οφειλέτης, μπορεί να ασκήσει, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1β'ΚΠολΔ, ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση ή δεν υφίσταται η σε βάρος του εκτελούμενη αξίωση.

Το απώτερο, όμως, χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί ανακοπή για τους ως άνω λόγους, πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την ένδικη ανακοπή της, η ανακόπτουσα με την επωνυμία "Μεγάλη Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία", που εδρεύει στη χώρα της Λιβύης της Βόρειας Αφρικής, ζήτησε να ακυρωθεί η επιβληθείσα από τον καθ' ου, στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατάστημα …, κατάσχεση του με αριθμό...

λογαριασμού, ποσού 2.000.001 ευρώ, διότι είναι άκυρη και παράνομη καθόσον επιβλήθηκε σε πράγμα εξαιρούμενο της κατάσχεσης και έρχεται σε αντίθεση με τον άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης αλλά και διότι η απαίτηση του καθού έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η ήδη εκκαλούμενη, 2386/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως, έγινε αυτή ως δεκτή ως προς τον πρώτο λόγο της, ως ουσιαστικά βάσιμη, με την διαλαμβανόμενη στην εν λόγω απόφαση αιτιολογία...Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ.1β και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία, αφού η περαίωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, αλλά το πέρας της εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, όπως δηλώσεις τρίτων, εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης [άρθρ. 989 ΚΠολΔ], άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης τρίτου [αρθρ.986 ΚΠολΔ] και της αγωγής αποζημίωσης, που συγκροτούν την όλη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης...Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η Εθνική Τράπεζα, προέβη στις 20-7-2009 στην προβλεπόμενη κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, δήλωση στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επομένως, οι λόγοι ανακοπής που αφορούν την απαίτηση του κατασχόντος, ασκούνται εμπρόθεσμα μέχρι την τελευταία πράξη η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι η εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου.

Επομένως και ενόψει του ότι, το κατασχετήριο κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα, στις 17-7-2009, η δε ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 4-9-2009 και κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον καθ' ου η ανακοπή, αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως, αφού οι διαλαμβανόμενοι στην ένδικη ανακοπή λόγοι, συνοψίζονται στο ακατάσχετο της απαίτησης, στην απόσβεση αυτής...αλλά και σε λόγους καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και επομένως, παραδεκτώς προτείνονται μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 παρ. 1 β' και ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα , είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και έκρινε εμπροθέσμως ασκηθείσα την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπό κρίση ανακοπής και του αιτητικού της, με αυτήν ζητήθηκε η ακύρωση της επιβληθείσας από τον αναιρεσείοντα κατάσχεσης στα χέρια της ΕΤΕ του τραπεζικού λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον λόγο περί ακατασχέτου αυτού, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα.

Συνεπώς, η ένδικη ανακοπή, κατά τον γενόμενο δεκτό λόγο της, αφορούσε το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, επειδή αυτή επιβλήθηκε σε κατά νόμο ακατάσχετο και όχι την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και εντεύθεν υπόκειτο στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β'ΚΠολΔ, η οποία λήγουσα με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ 30νθήμερης προθεσμίας (προκείμενης επιδόσεως στο εξωτερικό), δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο (4/9/2009) επιδόσεως της ανακοπής στον αναιρεσείοντα, λαμβανομένου υπόψη ότι το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου δεν υπολογίζεται στην εν λόγω προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 147 ΚΠολΔ.

Σημειώνεται δε ότι η αναφορά στην πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ενέχει παραδοχή άλλης προθεσμίας διαφορικής εκείνης του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, αλλά σηματοδοτεί το πέρας του δεύτερου σταδίου του άρθρου 934 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015), στην περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης με κατάσχεση στα χέρια τρίτου και καταφατικής δήλωσης του τρίτου.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 22 παρ. 3 της Συμβάσεως της Βιέννης περί διπλωματικών σχέσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 503/1970, ορίζεται ότι: "Οι χώροι της αποστολής, η επίπλωσίς των και τα λοιπά εις τούτους ευρισκόμενα είδη, ως και τα μεταφορικά μέσα της αποστολής, δεν δύνανται να καταστώσι αντικείμενον ερεύνης, επιτάξεως, κατασχέσεως ή εκτελεστικού μέτρου".

Σκοπός των προνομίων και ασυλιών που θεσπίζονται, με τις ανωτέρω, αλλά και τις λοιπές διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης, είναι όχι να ευνοήσει τα άτομα, αλλά να εξασφαλίσει την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων των διπλωματικών αποστολών, με την ιδιότητά τους, ως εκπροσώπων των Κρατών, όπως τούτο ρητώς διακηρύσσεται στο προοίμιο της Σύμβασης.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και του δι' αυτών επιδιωκόμενου σκοπού, με εκείνες των άρθρων 951, 1022 ΚΠολΔ, καθώς και 966 ΑΚ προκύπτει, ότι ακατάσχετα είναι εκείνα τα πράγματα της κυριότητας αλλοδαπού Δημοσίου, τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα, δίχως να συγκροτούν τον εξοπλισμό της διπλωματικής αποστολής του, και έχουν προοριστεί στην εξυπηρέτηση άλλων δημόσιων σκοπών.

Περαιτέρω, κατά την άποψη που υιοθέτησε η απόφαση του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου του 1954 και έκτοτε είναι η επικρατέστερη στη διεθνή πρακτική, είναι δυνατή κατ' εξαίρεση η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αναγκαστικής εκτέλεσης μόνον κατ' εκείνων των περιουσιακών στοιχείων του αλλοδαπού κράτους που συνδέονται με την εμπορική και οικονομική του δραστηριότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η νέα Συνθήκη του ΟΗΕ του 2004 για τη δικαστική ετεροδικία των κρατών και της περιουσίας τους, με βάση το σχέδιο της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του 1991, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, αλλά δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ, πλην όμως θεωρείται ότι κωδικοποιεί ήδη προϋπάρχον εθιμικό δίκαιο που αφορά την παγίωση του κανόνα της περιορισμένης ασυλίας εκτελέσεως, ως κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου.

Έτσι, κρίνεται ad hoc και in concreto το εάν, μεταξύ άλλων, κρατικές τράπεζες, τραπεζικοί λογαριασμοί σε τράπεζες του κράτους του forum, κυριότητας του αλλοδαπού κράτους, εξυπηρετούν κυριαρχικούς σκοπούς (λειτουργικές ανάγκες της διπλωματικής αποστολής), ώστε να απολαμβάνουν ασυλίας εκτέλεσης ή συναλλακτικούς σκοπούς.

Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το από 10-7-2009 κατασχετήριο έγγραφο, ο καθ' ου κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα, ποσό 2.000.001, από τον τηρούμενο στο κατάστημα του …με αριθμό...λογαριασμό, από την ανακόπτουσα Μεγάλη Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία [Λιβυκό Δημόσιο], όπως νόμιμα εκπροσωπείται στην Ελλάδα.

Το παραπάνω κατασχετήριο επιδόθηκε στην καθής η εκτέλεση και ήδη ανακόπτουσα, κατ' άρθρο 134 ΚΠολΔ, στις 17-7-2009 [σχ. η ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ. και με αυτό επιτάχθηκε αυτή να καταβάλει το ως άνω ποσό, σε εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού τίτλου της 122/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών] και της παρά πόδας αυτής από 30-6-2009 επιταγής προς εκούσια πληρωμή, του ποσού των 2.000.000 ευρώ , για προσωρινά επιδικασθέν στον υπέρ ου η εκτέλεση και ήδη καθ' ου η ανακοπή, ποσό, ως δικηγορική αμοιβή καθώς και ποσού 1 ευρώ για δικαιώματα σύνταξης της επιταγής, δηλαδή συνολικά 2.000.001,ευρώ.

Το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό 122/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση για την πληρωμή του παραπάνω ποσού, κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, κατ' άρθρο 134 ΚΠολΔ, για το Λιβυκό Δημόσιο, με την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Κ.. Με την 84485/25-6-2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, χορηγήθηκε στον καθ' ου άδεια για αναγκαστική εκτέλεση κατά του Λιβυκού Δημοσίου υπό τον όρο ότι δεν θα διενεργηθεί αναγκαστική εκτέλεση σε πράγματα [ακίνητα ή κινητά] που εξυπηρετούν την άσκηση κυριαρχικής εξουσίας [imperium] αυτού, ή εξυπηρετούν μορφωτικούς, πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Στη συνέχεια η Εθνική Τράπεζα προέβη, στις 20-7-2009, στην προβλεπόμενη, κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ, δήλωση στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην οποία δήλωσε ότι στ' όνομα της καθ' ης η κατάσχεση-ανακόπτουσας, υπάρχει λογαριασμός κατάθεσης στο κατάστημα ΕΤΕ …, το υπόλοιπο του οποίου καλύπτει το ποσό των 2.000.000 ευρώ για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση.

Όμως, όπως αποδείχθηκε από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από 7-2-2011 βεβαίωση του διαπιστευμένου πρέσβη της Μεγάλης Αραβικής Λαϊκής Σοσιαλιστικής Τζαμαχιρίας στην Ελλάδα, σε συνδυασμό και με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του καθ' ου, που είναι ο ιεραρχικά ανώτερος Λίβυος διπλωματικός υπάλληλος στην Ελλάδα, ο κατασχεθείς λογαριασμός εξυπηρετεί τα λειτουργικά έξοδα της διπλωματικής αποστολής-πρεσβείας της Λιβύης στην Ελλάδα [μισθοδοσία, μισθώματα, δαπάνες κοινής ωφελείας κλπ] και ότι μέρος αυτού προορίζεται για την ανέγερση ιδιόκτητου κτηρίου της πρεσβείας στην Ελλάδα.

Κατά συνέπεια, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, είναι άκυρη, εφόσον ο κατασχεθείς τραπεζικός λογαριασμός, προορίζεται για τη χρηματοδότηση της διπλωματικής αποστολής της ανακόπτουσας, εξυπηρετεί άσκηση κυριαρχικής εξουσίας του Λιβυκού Δημοσίου και απολαμβάνει ασυλία εκτέλεσης κατά το άρθρο 22 της σύμβασης της Βιέννης, η οποία έχει κυρωθεί τόσο από την Ελλάδα [ΝΔ 503/1970] όσο και από την ανακόπτουσα από το έτος 1977 και ως εκ τούτου η επιβληθείσα κατάσχεση είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον επιβλήθηκε σέ περιουσιακό στοιχείο του Λιβυκού κράτους και της, στην Ελλάδα, διαπιστευμένης διπλωματικής αποστολής του, στο οποίο είναι ανεπίτρεπτη η κατάσχεση και η εκτέλεση.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή, ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, και ακύρωσε την επιβληθείσα από τον καθ' ου-εκκαλούντα, στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας, κατάσχεση του τραπεζικού λογαριασμού του Λιβυκού Δημοσίου, δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Όσα, λοιπόν, για το αντίθετο υποστηρίζει ο καθ' ου, με τον μοναδικό λόγο της έφεσης του, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Μετά απ' αυτά, η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και απέρριψε το μοναδικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του ν.δ. 503/1970, σε συνδυασμό με τα άρθρα 951, 1022 ΚΠολΔ και 966 ΑΚ, εφόσον κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του ο επίμαχος κατασχεθείς τραπεζικός λογαριασμός, προοριζόταν για τη χρηματοδότηση της διπλωματικής αποστολής της ανακόπτουσας, εξυπηρετώντας άσκηση κυριαρχικής εξουσίας του Λιβυκού Δημοσίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προσβάλλεται, ως εσφαλμένη και εξαχθείσα χωρίς το ελάχιστο στοιχείο, η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ο επίμαχος λογαριασμός εξυπηρετεί άσκηση κυριαρχικής εξουσίας του αναιρεσιβλήτου και είναι απαραίτητος για την επίτευξη του σκοπού τούτου, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι στηρίχτηκε αποκλειστικώς στην κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου του αναιρεσιβλήτου, η οποία 1) είναι αναξιόπιστη, δοθείσα με μοναδικό σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος και 2) περί της οποίας δεν μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλομένη σε ποια αρχή δόθηκε η ένορκη κατάθεση, σε ποίου μάρτυρος την κατάθεση αναφέρεται και εάν λήφθηκε νομοτύπως.

Ο λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν ιδρύουν την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά δε τη δεύτερη αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη (5ο φύλλο αυτής) ρητώς αναφέρεται ότι το δικαστήριο συνήγαγε το αποδεικτικό του συμπέρασμα, μεταξύ άλλων και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις 1) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη επικληθέντα αλλά μη προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων, ως νομολογία, αναφορικά με τη νομική της παραδοχή για το ακατάσχετο των τραπεζικών λογαριασμών του αλλοδαπού κράτους στη χώρα διαπίστευσης και 2) αντιπαρήλθε "σιγή" την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα βεβαίωση, περί του ανυπάρκτου των ανωτέρω αποφάσεων χωρίς την ελάχιστη αιτιολογία.

Ο λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αφορά την μη προσκόμιση αποδεικτικών μέσων, με βάση τα οποία σχηματίζεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που περιέχεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού και όχι τη νομολογία (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων) επί νομικών ζητημάτων.

Ως προς δε την δεύτερη αιτίασή του είναι αλυσιτελής, εφόσον συνάπτεται με την πρώτη, απαραδέκτως προβαλλόμενη αιτίαση. Ωσαύτως, με τον τρίτο λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι έλαβε υπόψη την από 7/2/2011 βεβαίωση του διαπιστευμένου στην Ελλάδα πρέσβη του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό μέσο, διότι κατ' άρθρο 447 ΚΠολΔ "το ιδιωτικόν έγγραφον αποτελεί απόδειξιν υπέρ του εκδότου μόνον εάν το προσεκόμισεν ο αντίδικος" και δεν δύναται να θεωρηθεί αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο αυξημένης αποδεικτικής ισχύος, διότι ο συντάκτης της δεν ήταν αρμόδιος να προβεί στη βεβαίωση, επιπλέον δε κατά τους κατά λέξη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος "η ένορκος βεβαίωσις κακώς ελήφθη υπ' όψιν υπό της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δεν πληροί τους όρους του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και εν πάσει περιπτώσει δεν εδόθη ενώπιον αρχής αρμοδίας προς τούτο".

Ο λόγος κατά το παραπάνω μέρος του, αβασίμως προβάλλεται, διότι ούτε κατά το στάδιο της εισηγήσεως, ούτε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προσκομίστηκε το επίμαχο έγγραφο, προς επισκόπηση του περιεχομένου του και συναγωγή κρίσεως, σχετικής με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ενόψει των εντελώς διαφορετικών χαρακτηρισμών που αποδίδονται σ' αυτό, με το αναιρετήριο.

Ανεξαρτήτως τούτου, αναφορικά με την αιτίαση ότι επρόκειτο για ιδιωτικό έγγραφο που δεν παρείχε απόδειξη υπέρ του εκδότητου, αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο, διότι (λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία) από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 524 παρ. 1 και 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 270 ίσχυε από 1.1.2002 μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και πριν την κατάργησή του με άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 προκύπτει, ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται κατά το άρθρο 270 παρ. 2α υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ. 2 εδάφ.

β του ως άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβανόντουσαν υπόψη, αδιακρίτως, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα, όχι όμως τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 949/2015), ούτε ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (ΑΠ 934/2014, 277/2010).

Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι οι ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/9/2015 αίτηση του Κ. Π., για αναίρεση της 1536/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ