Legislator Case Law & Legislation
1937/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling, finding private law dispute over municipal agreements.

Case Number 1937/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for two appellants who failed to appear and remanded the case for retrial regarding the others. The appellants argued that municipal agreements were administrative acts, while the municipality contended they were private contracts. The court ruled that the dispute is purely private law, making civil courts competent and rejecting the claim of administrative jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court determines that disputes over municipal agreements are private law matters, rendering civil courts competent and rejecting administrative jurisdiction claims.

Keywords

AI generated
private law dispute municipal agreements civil court competence administrative jurisdiction appeal admissibility municipal contracts civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 98 of Law 4139/2013
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281, paragraph 2 of the Municipalities and Communities Code (Law 3463/2006)

Cited Case Law

AI generated
Case 327/2004 of the Single First Instance Court of Paros
Case 626/2008 of the Court of Appeals of Patras
Case 279/2010 of the Administrative Courts
Case 280/2010 of the Administrative Courts
Case 281/2010 of the Administrative Courts
Case 689/2009 of the Administrative Courts
Case 690/2009 of the Administrative Courts
Case AED 3/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1937 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1937/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Π. του Θ., 2. Χ. Μ. του Η., 3. Α. Γ. του Χ., 4. Α. Γ. του Α., 5. Π. Μ. του Ν., 6. Λ. Θ. του Θ. και 7. Γ. Κ. του Ι., κατοίκων .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, που ανεκάλεσε την από 22-1-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.και παραστάθηκε. Οι δε 4ος και 6ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Τριταίας", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του. Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας του δήμου στην νέα επωνυμία "Δήμος Ερυμάνθου", της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Παρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 626/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης? και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ' αυτήν, οπότε, με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου, για την μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτήν διαδίκου. Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρείται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται, κατά το αρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, ως μη νομίμως παριστάμενος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 6-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 626/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, προσδιορίστηκε, κατά το αρθρ. 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 11-11-2013, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, οι 4ος και 6ος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και η υπόθεση ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 27-1-2014.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει και πάλι από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι 4ος και 6ος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες όπως και το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι οποίοι προσκόμισαν σχετικά, όσον αφορά τους παραστάντες κατά την παρούσα δικάσιμο εντολείς τους, τα επικαλούμενα στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους έγγραφα πληρεξουσιότητας.

Αντίθετα, δεν υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας πληρεξούσια των 4ου και 6ου των αναιρεσειόντων προς το δικηγόρο Πάτρας Κωνσταντίνο Καρπέτα, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση για λογαριασμό αυτών, ώστε να προκύπτει η σχετική προς αυτόν εντολή από τους απολειπομένους αναιρεσείοντες για επίσπευση εγκύρως και για λογαριασμό τους της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο (αφού, ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται, ότι είχαν εξουσιοδοτήσει νομίμως προς τούτο τον άνω δικηγόρο, αυτός δεν τους εκπροσωπούσε προσηκόντως, ώστε να καθίστατο περιττή η κλήτευση τους και να θεωρούνταν παρόντες κατά τη συζήτηση).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους 4ο και 6ο των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι η σχέση που τους συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες είναι αυτή της απλής ομοδικίας.

ΙΙ) Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 626/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους 1ο , 4ο , 5ο , 6ο , 7ο , 8ο και 9ο των εκκαλούντων (αναιρεσείοντες) έφεση και επικυρώθηκε ως προς αυτούς η πρωτόδικη 327/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή αυτών για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ) Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, αλλά ισχύει και μετά από αυτή, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν είχαν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, επιβαλλόταν να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας των πέντε ετών, που μπορούσε να παρατείνεται με νόμο.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι`), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση.

Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 28/2011, 21/2009, 14/2007, 10/2003).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 28/2011, 18/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι η αγωγή τους είναι απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη 327/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Από την επισκόπηση της αγωγής των αναιρεσειόντων και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Οι 1ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, και 9ος των εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες, με συμβάσεις έργων, που συνήψαν με τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, Δήμο Τριταίας, ανέλαβαν έναντι αμοιβής την αποκατάσταση των ζημιών που είχε υποστεί το αγροτικό και δημοτικό οδικό δίκτυο του Δήμου Τριταίας και ότι μολονότι εκτέλεσαν το έργο που είχαν αναλάβει, ο εναγόμενος Δήμος αρνείται να τους καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Με αγωγή τους δε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να τους καταβάλει την οφειλομένη σε καθένα από αυτούς αμοιβή, κυρίως κατά τις διατάξεις της σύμβασης έργου, επικουρικά δε, και σε περίπτωση που οι συμβάσεις θεωρηθούν άκυρες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την 327/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 626/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών (προσβαλλομένη), η οποία απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις κατ' ουσίαν, δεχθείσα ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες διότι καταρτίστηκαν ατύπως και ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων.

Υπο τα δεδομένα αυτά, πρόκειται για συμφωνίες που καταρτίσθηκαν χωρίς την τήρηση οιασδήποτε διοικητικής διαδικασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι για τις συμφωνίες αυτές τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος (οι αναιρεσείοντες στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δέχονται ότι ήταν προφορικές), για τη διάγνωση του χαρακτήρα τους ως διεπομένων από το διοικητικό ή ιδιωτικό δίκαιο, ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει στις ίδιες τις συμφωνίες ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στην ένδικη αγωγή τους τέτοιες ρήτρες, ούτε επίσης είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει, ώστε να διερευνηθεί αν οι ένδικες συμβάσεις διέπονται από εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δήμου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.

Επομένως η διαφορά που απορρέει από τις επίμαχες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως αν οι συμφωνίες αυτές, οι οποίες φέρονται να έχουν συναφθεί για την εκτέλεση δημοτικού έργου απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (σχ. ΑΕΔ 3/2012).

Συνεπώς αρμόδια προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής είναι τα Πολιτικά Δικαστήρια και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Το προβαλλόμενο από το αναιρεσίβλητο, ότι αρμόδιο για την άρση της αποφατικής σύγκρουσης της 626/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών και των εκδοθεισών τελεσίδικων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων (279/2010, 280/2010, 281/2010 , 689/2009 και 690/2009), που απέρριψαν τις σχετικές με την κρινόμενη αγωγές των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου , 6ου και 7ου των αναιρεσειόντων λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ζητείται η άρση της αποφατικής σύγκρουσης των παραπάνω αποφάσεων.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση όσον αφορά τους 1ο, 2ο, 3ο, 5ο και 7ο των αναιρεσειόντων, προκειμένου να ερευνηθεί υπόθεση από το δικαστήριο. Να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραπάνω αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-4-2011 αίτησης για αναίρεση της 626/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τους 4ο και 6ο των αναιρεσειόντων, Α. Γ. και Λ. Θ. αντίστοιχα.

Αναιρεί την 626/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους 1ο , 2ο , 3ο , 5ο και 7ο των αναιρεσειόντων, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου και 7ου των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ