Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court did not consider unsubmitted evidence affecting case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding unpaid wages and termination compensation. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific witness affidavits submitted by the employer, claiming this omission was material to the verdict. The court rejected this claim, ruling that the lower court had explicitly addressed and relied upon these documents in its reasoning, thereby negating the necessity for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal under Article 559, paragraph 8 is inadmissible if the appellate court has explicitly considered the evidence in question within its judgment, rendering the alleged omission of a material fact non-existent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1937 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1937/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτοβιομηχανικός Συνεταιρισμός Σκύδρας και Περιχώρων η ΟΠ.ΕΓΑ Μέλισσα", που εδρεύει στην Σκύδρα Ν. Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Στολικίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 16-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ.8 αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβεν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (ή δεν έλαβεν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων (ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων) ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο νοούνται οι αυτοτελής πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγμα", επομένως, με την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης δεχθέν με την προσβαλλομένη με αριθ. 1144/2007 απόφασή του, κρίνοντας ύστερα από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού επί αγωγής των αναιρεσειόντων, ότι η άρνησή του να καταβάλει σ' αυτούς τους μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 1/4/2002 - 29/3/2005 οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του και όχι σε δολία πρόθεσή του να τους εξαναγκάσει ν' αποχωρήσουν από την εργασία τους, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωσή του να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, όπως είχαν ισχυρισθεί με την αγωγή τους, έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα μη προταθέντα, καθόσον ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός στην γενομένη δεκτή έφεσή του δεν περιείχε σχετικό λόγο ειδικά για το ζήτημα αυτό (δολία μη καταβολή των οφειλομένων).
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει, ότι και στους πέντε λόγους αυτής περιείχετο η αιτίαση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος όφειλε να καταβάλει στους αναιρεσείοντες την ζητηθείσα αποζημίωση απόλυσης, η κρίση του δε αυτή προϋποθέτει την παραδοχή της ύπαρξης δόλιας πρόθεσης αυτού για την μη καταβολή των οφειλομένων, η οποία, άρα, επλήγη με τους λόγους της έφεσης, αναφερόμενους στην ουσία της υπόθεσης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρ. 648, 652, 349 ΑΚ, 7 παρ.1 ν.2112/1920, 5 παρ.3 ν.3198/1955 συνάγεται ότι α) ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, όταν αρνείται να δεχθεί, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του, την πραγματικώς και προσηκόντως προσφερομένη παροχή (εργασία) του μισθωτού, η υπερημερία δε, που αποτελεί ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, προϋποθέτει κατά λογική αναγκαιότητα, ότι η σύμβαση εργασίας παραμένει ενεργός και δεν έχει λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο, επιφέρει την λύση της για το μέλλον.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του αρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δεν προκύπτει δηλαδή ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν εφήρμοσε σωστά το νόμο, τούτο δε συμβαίνει, όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έγιναν.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, κύριες ή επικουρικές, έστω και αν αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές.
Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής (επάλληλης) αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν, κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας, η επικουρική δε αυτή αιτιολογία μπορεί να εισάγεται με τις φράσεις "ανεξάρτητα απ' αυτά", ή "πέρα απ' αυτά" ή "σε κάθε περίπτωση" ή "εξάλλου" κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν με προφορικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό (αναιρεσίβλητο) ο 4ος την 1-5-1984, ο 2ος και 5ος την 1-6-1985 και 1ος και 3ος την 1-6-1986 για να εργασθούν στις εγκαταστάσεις του στην .....
έναντι των εκάστοτε προβλεπομένων νομίμων αποδοχών, ότι την 9-7-2002 λόγω καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών οι ενάγοντες προέβησαν σε επίσχεση εργασίας μέχρι να καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές Δεκεμβρίου 2001, Φεβρουαρίου έως και Ιουνίου 2002, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να περιέλθει σε υπερημερία, και άσκησαν κατ' αυτού αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Εδεσσας για τις αποδοχές αυτές και άλλες παροχές (επιδόματα) και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Ιουλίου και Αυγούστου 2002, κατά το οποίο απείχαν της εργασίας τους λόγω της επίσχεσης, ότι η αγωγή αυτή έγινε τελεσίδικα εν μέρει δεκτή με την 2968/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο εναγόμενος, όμως, κατέβαλεν ένα μέρος και όχι το σύνολο των οφειλομένων αποδοχών στους ενάγοντες, οι οποίοι συνέχισαν γι' αυτόν την επίσχεση της εργασίας τους, ότι ο εναγόμενος με εξώδικες δηλώσεις του δήλωσε προς αυτούς ότι θεωρεί την αποχή τους ως οικειοθελή αποχώρηση και ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, ότι ύστερα από σχετική αγωγή των εναγόντων με την 87/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατά εν μέρει μεταρρύθμιση και κατά τα λοιπά επικύρωση της 74/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι οι εξώδικες δηλώσεις του εναγομένου συνιστούσαν άκυρη καταγγελία εκ μέρους του των συμβάσεων εργασίας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2002 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2003, ότι και μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων συνεχίσθηκεν η υπερημερία του εναγομένου, ο οποίος δεν κατέβαλε τους μισθούς υπερημερίας του Αυγούστου 2002 και του διαστήματος 1-9-2002/31-12-2003 και γι'αυτό οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή ζητώντας την καταβολή μισθών υπερημερίας από τον Ιανουάριο του 2004 μέχρι και τον Μάρτιο του 2005, ότι οι τέσσαρες πρώτοι ενάγοντες κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εναγομένου βρήκαν εργασία σε άλλους εργοδότες, ότι ύστερ' από σχετικές εξώδικες προσκλήσεις του εναγομένου προς τους 2ο, 3ο και 5ο ενάγοντες αυτοί προσήλθαν στην εργασία τους την 10-6-2004, αποχώρησαν την 18-6-2004 και την 21-6-2004 δήλωσαν ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους λόγω μη καταβολής των αποδοχών υπερημερίας που τους είχαν επιδικασθεί, ότι οι ενάγοντες επέσπευσαν με βάση την ως άνω 74/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας (καταστάσα τελεσίδικη) για τους επιδικασθέντες σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας αναγκαστική εκτέλεση όλης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, η οποία ανεστάλη ως προς τους 1ο και 3ο των εναγόντων και συνεχίσθηκεν ως προς τους λοιπούς και κατέληξε την 30-3-2005 στον πλειστηριασμό των ακινήτων του εναγομένου, ότι οι ενάγοντες μία ημέρα πριν από τον πλειστηριασμό (29-3-2005) με κοινοποιηθείσα στον εναγόμενο εξώδικη δήλωσή τους κατήγγειλαν τις συμβάσεις εργασίας τους με την αιτιολογία ότι η μη καταβολή απ'αυτόν των οφειλομένων αποδοχών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και γίνεται από δόλια πρόθεση εξαναγκασμού τους σε παραίτηση, γεγονός που αρνήθηκεν ο εναγόμενος με εξώδικη απάντησή του, ότι με βάση τα ως άνω περιστατικά η μη εξόφληση των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας των εναγόντων οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του εναγομένου, καθόσον είχε μειωθεί δραστικά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα η οικονομική του δραστηριότητα, για τον λόγο δε αυτόν δεν μπορούσε να προβεί ούτε στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, καθόσον θα έπρεπε να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, δεν διέθετε όμως το ανάλογο ποσό, με αποτέλεσμα να εκπλειστηριασθεί όλη η ακίνητη περιουσία του, ότι εφόσον ο εναγόμενος δεν προέβη στην μη καταβολή των αποδοχών των εναγόντων δολίως και με μοναδικό σκοπό να τους εξαναγκάσει σε οικειοθελή αποχώρηση, για να μη καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του, η καθυστέρηση της καταβολής αυτής δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας των εναγόντων, την οποία μπορούσαν αυτοί να θεωρήσουν ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εναγόμενο εργοδότη και να ζητήσουν την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές της κύριας ως άνω αιτιολογίας και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων διώκουσα την αναγνώριση της υποχρέωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου για την καταβολή σ'αυτούς αποζημίωσης απόλυσης λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, ως τέτοιας θεωρουμένης της βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων λόγω μη καταβολής των οφειλομένων μισθών υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων των άρ. 648, 656 ΑΚ, 7 παρ.1 ν.2112/1920 και 5 παρ.3 ν.3198/1955, τις οποίες άλλωστε ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφασή του προς αποκλεισμό του δόλου του εναγομένου ως προς την μη καταβολή των μισθών υπερημερίας και συνακόλουθα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας α) εάν η οικονομική αδυναμία του εναγομένου είχε γενικό και μόνιμο και όχι πρόσκαιρο χαρακτήρα (περιέχεται πάντως σ' αυτήν η παραδοχή ότι η οικονομική αυτή αδυναμία εκτεινόταν σε όλα το επίμαχο χρονικό διάστημα) β) εάν ο εναγόμενος ωφελήθηκε από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό των ακινήτων του και εάν απ' αυτόν ικανοποιήθηκαν, έστω και κατά ένα μέρος οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, αφού τα ζητήματα αυτά δεν έχουν σχέση και δεν επηρεάζουν το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους του δολίας ή μη καθυστέρησης καταβολής των οφειλομένων ισοδυναμούσης με βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και εντέλει καταγγελία αυτών, ενώ σαφώς δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μη καταβολή των οφειλομένων αποκλειστικά λόγω οικονομικής αδυναμίας των εναγομένων και όχι από δόλο του.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται κατ' εκτίμηση μόνον η από τον αριθ. 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ανεπάρκεια της κύριας ως άνω αιτιολογίας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο με επικουρική αιτιολογία, εισαγομένη με την λέξη "εξάλλου", ως προς το αυτό κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αξίωσης των εναγόντων (αναιρεσειόντων) για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία (επάλληλη αιτιολογία) στηρίζει εξίσου αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκεν επίσης, ότι σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, εφόσον οι τέσσαρες πρώτοι ενάγοντες συνέχισαν να εργάζονται στους νέους εργοδότες τους καθ' όλη την διάρκεια της υπερημερίας του εναγομένου και ο πέμπτος στην ατομική επιχείρηση της συζύγου του, γνωρίζοντες άπαντες την οικονομική δυσχέρεια του εναγομένου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι δε 2ος, 4ος και 5ος απ' αυτούς ύστερα από πρόσκληση του εναγομένου προσήλθαν στην εργασία τους μόνο για πέντε ημέρες και στην συνέχεια, αφού ήσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης, εξακολούθησαν να εργάζονται στις νέες εργασίες τους, όπως εργάζονταν και οι 1ος και 3ος, προσέτι δε την παραμονή του πλειστηριασμού της περιουσίας του εναγομένου θεώρησαν ότι η μη καταβολή των μισθών υπερημερίας συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους σύμβασης και ότι υπήρχε άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και ζήτησαν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, υπήρχε ενόψει των ανωτέρω σιωπηρή καταγγελία από τους ενάγοντες της σύμβασης εργασίας τους και επομένως και του εκ του λόγου αυτού δεν τους οφείλεται αποζημίωση απόλυσης.
Με τον αυτόν ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το β' σκέλος του η επάλληλη αυτή αιτιολογία πλήττεται ως ανεπαρκής κατ' αρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, εφόσον όμως η κύρια αιτιολογία επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής ως άνω σχετικού λόγου, ο λόγος αυτός που αφορά την επάλληλη αιτιολογία πρέπει ν'απορριφθεί ως αλυσιτελής, δηλαδή ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, ναι μεν οι δύο αυτές επάλληλες αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους, διότι η κύρια περί ανυπαρξίας δόλου του εναγομένου ως προς την μη καταβολή των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας και συνακόλουθα μη συνδρομής μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας και η απόδοσή της στην οικονομική αδυναμία του προϋποθέτει υφιστάμενες και μη λυθείσες συμβάσεις εργασίας, ενώ η επάλληλη (επικουρική) περί μη ύπαρξης υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω σιωπηρής καταγγελίας από τους ενάγοντες συνεπάγεται την λύση της σύμβασης εργασίας, πλην όμως δεν ιδρύεται ο από το αρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες αλλά μόνο στην μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια, η οποία προσεβλήθη ανεπιτυχώς όπως προαναφέρθηκε, με λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης αληθώς από τον αριθμό 19 του αρ.559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από το άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να αχθεί στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν είχε δόλο ως προς την μη καταβολή των οφειλομένων και δεν επεχείρησε μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας τους συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο, μεταξύ των άλλων, και τις ένορκες βεβαιώσεις των ....., ....., ....., .....
και ..... και που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Σκύδρας με αριθ. . και του ..... ενώπιον του συμβολαιογράφου Σκύδρας Ευστ. Κουτσάκη με αριθ. ..... πλην όμως α) με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ο εναγόμενος επικαλέσθηκε συλλήβδην και χωρίς εξειδίκευση στα προσκομισθέντα απ' αυτόν έγγραφα με μόνη την παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις, η αναφορά δε αυτή δεν περιλαμβάνει και τις άνω ένορκες βεβαιώσεις β) η μνεία των βεβαιώσεων αυτών στις προτάσεις χωρίς αναφορά αν αυτές λήφθηκαν ύστερ' από νόμιμη κλήτευση των αναιρεσειόντων και χωρίς μνεία των ονομάτων των βεβαιωσάντων ήταν άκυρη και απαράδεκτη γ) η προσκομιδή αυτών έγινε αναφορικά όχι με την απόδειξη του ως άνω κρίσιμων ισχυρισμού περί ελλείψεως δόλου για την άρνηση καταβολής αλλά προς τον σκοπό απόδειξης άλλου ισχυρισμού.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθ' άπαντα τα σκέλη του, καθόσον α) όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) ενώπιον του Εφετείου (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) με το κύριο σώμα αυτών (σελ. 10) ρητώς και ειδικώς επικαλέσθηκε τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις με αναφορά του αριθμού, της ημερομηνίας και του προσώπου που έλαβεν αυτές, ενώ ουδεμία αναφορά ήταν αναγκαία και των ονομάτων των ενόρκως βεβαιωσάντων (β) ρητά βεβαιώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν ύστερ' από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσειόντων γ) ουδεμία μνεία ή νύξη διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι βεβαιώσεις αυτές λήφθηκαν υπόψη προς απόδειξη άλλου ισχυρισμού από εκείνον, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο).
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2007 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 για αναίρεση της 1144/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ