Legislator Case Law & Legislation
1937/2007 AI generated

1937/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1937/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2642/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1266/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3066/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/7/2006 αίτησή του και τους από 6/8/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 3066 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το κονδύλι των 270.000 δραχμών και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1937/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου, στην περίπτωση αδικοπρακτικής απάτης, είναι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία πλάνης και δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο η ελαφρότητα, η αμέλεια και το ευεπίφορο του παθόντος στη δημιουργία πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο.

Keywords

AI generated
disciplinary action european Development Fund claim for contributions water policy disproportionate sanction hydropower tax
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1937 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1937/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.

Των αναιρεσίβλητων: 1)........, 2)......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καλαμίτση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2642/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1266/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3066/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/7/2006 αίτησή του και τους από 6/8/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 3066 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το κονδύλι των 270.000 δραχμών και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη εκδηλούμενη είτε με την μορφή της αμέλειας 4) επέλευση ζημίας και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Αδικοπραξία κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, μπορεί να τελείται και με την μορφή απάτης. Για την τέλεση αυτής αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση αυτού από πλάνη που προκλήθηκε με δόλο του δράστη.

Για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου, στην περίπτωση αδικοπρακτικής απάτης, είναι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία πλάνης και δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο η ελαφρότητα, η αμέλεια και το ευεπίφορο του παθόντος στη δημιουργία πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο.

Εξάλλου το άρθρο 4 παρ.2 εδ. 3 (4.2.3) του Π.Δ/τος 38/1991 "εκτέλεση, συντήρηση, επισκευή θερμουδραϋλικών εγκαταστάσεων και λοιπών ειδικών εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης των κτηρίων...", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (έτη 1993 - 1994) όριζε τα εξής: " Η εκτέλεση της εγκατάστασης ορίζεται στην παράγραφο 2.4 και περιλαμβάνει εκτός των άλλων:

Τη σύνταξη υπεύθυνης δήλωσης προς την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία που εξέδωσε την άδεια ότι η εγκατάσταση εκτελέστηκε σύμφωνα με τη μελέτη που κατατέθηκε σ' αυτή, με τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις, όπως επίσης ότι τηρήθηκαν οι κανόνες της τέχνης. Στην υπεύθυνη δήλωση αυτή επίσης θ' αναγράφονται όλα τα ονόματα αυτών που εργάστηκαν στο έργο μαζί με τον αριθμό και την τάξη της επαγγελματικής τους άδειας.

Η δήλωση αυτή, για να γίνει αποδεκτή από την υπηρεσία στην οποία απευθύνεται θα πρέπει: - να θεωρείται και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των αναφερόμενων σ' αυτήν από τον επιβλέποντα την εφαρμογή της μελέτης του έργου, - να έχει κατατεθεί αποδεδειγμένα στο επαγγελματικό σωματείο που καλύπτει τον κλάδο- Η σύνδεση των εγκαταστάσεων με τα δίκτυα κοινής ωφελείας μπορεί να εκτελεσθεί μόνο αν βεβαιωθεί από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ότι κατατέθηκε σ' αυτήν η παραπάνω υπεύθυνη δήλωση.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου διατάγματος, περιοχή ισχύος του Δ/τος αυτού είναι οι παρακάτω εγκαταστάσεις που διαιρούνται σε τρεις (3) ειδικότητες: Εγκαταστάσεις 1ης ειδικότητας (θερμουδραυλικές) που περιλαμβάνουν : - Τις εγκαταστάσεις διανομής κρύου και ζεστού νερού σε κτήρια και οικόπεδα...". Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές προϋπόθεση για να κρίνει σύνδεση ενός νεόκτιστου κτηρίου με δίκτυο της ΕΥΔΑΠ είναι να κάνει υπεύθυνη δήλωση ο εγκαταστάτης ή τεχνίτης υδραυλικός (άρθρο 2 παρ. 7 και 8 του άνω Δ/τος) που έχει προβεί στην υδραυλική εγκατάσταση του κτηρίου, ότι η εγκατάσταση αυτή εκτελέστηκε καλώς, δηλαδή σύμφωνα με τους κανόνες τέχνης και όπως το διάταγμα αυτό ορίζει (άρθρο 4 παρ. 1) και επιπλέον η δήλωση αυτή να θεωρηθεί από τον επιβλέποντα την εφαρμογή της μελέτης του έργου, όπως πιο πάνω αναφέρεται, να κατατεθεί στο επαγγελματικό σωματείο που καλύπτει τον κλάδο των υδραυλικών και να κατατεθεί, επίσης, στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία εκδίδει περί τούτου και σχετική βεβαίωση.

Μόνο μετά από βεβαίωση της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας ότι κατατέθηκε η άνω υπεύθυνη δήλωση σ' αυτή, η ΕΥΔΑΠ συνδέει με το δίκτυο της το κτήριο στο οποίο έγινε η υδραυλική εγκατάσταση. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα με την προσβαλλόμενη απόφαση του:

Αναφορικά με το κονδύλιο υπό στοιχείο Ε αποδείχθηκε ότι συνέπεια παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος (εναγόμενον) προξενήθηκε στους αναιρεσίβλητους (ενάγοντες ) ζημία ποσού 270.000 δραχμών. Ειδικότερα, μολονότι ο αναιρεσείων (με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού) γνώριζε ότι, προκειμένου να υπάρξει σύνδεση της οικοδομής με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, δεν είναι αναγκαίο κανένα πιστοποιητικό από υδραυλικό, εντούτοις έπεισε τους αναιρεσίβλητους περί του αντιθέτου και έτσι αυτοί κατέβαλαν στον υδραυλικό 270.000 δραχμές για την έκδοση πιστοποιητικών που δεν ήταν απαραίτητα αφού από καμία διάταξη νόμου ορίζεται ότι για την σύνδεση των οικοδομών με δίκτυα κοινής ωφέλειας πρέπει προσκομίζεται πιστοποιητικό του υδραυλικού της οικοδομής.

Με βάση αυτά το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο σύνολό της, έκρινε νόμιμο και βάσιμο το ανωτέρω κονδύλιο της και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το άνω ποσό των 270.000 δραχμών.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τόσο τις προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 38/1991 όσο και τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, διότι ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, που συνέταξε, όπως προκύπτει, από την απόφαση, την τεχνική μελέτη της οικοδομής, πείθοντας τους αναιρεσιβλήτους ότι έπρεπε να εφοδιαστούν και με δήλωση του υπεύθυνου υδραυλικού ότι η εκτέλεση της υδραυλικής εγκαταστάσεως έγινε καλώς, για να επιτευχθεί η σύνδεση της οικοδομής με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, δεν τέλεσε παράνομη πράξη παραπλανώντας αυτούς αλλά αντίθετα υπέδειξε στους τελευταίους αυτό που ο νόμος επιτάσσει. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς πιο πάνω κεφάλαιό της.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 - 340 του Κ.Πολ.Δ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της διάταξης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδαφίου 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 όπως αναφέρει, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα:

α) πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 176/2001 απόφασης και β) τον από 9-9-1999 τελικό προσωρινό πίνακα, τα οποία με επίκληση προσκόμισε ενώπιον του και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση ως προς τα ποσά της αγωγής των 480.000 και 550000 δρχ της αγωγής που επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τους ως αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός που προσάπτει πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ' και όχι τον αρ. 8 του άρθρου 559 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τη διευκρίνιση "ότι η στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης ειδική μνεία ενός συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου, προς στήριξη ορισμένων περιστατικών γίνεται υπό την έννοια της έμφασης απλώς και όχι υπό την έννοια της στήριξης της κρίσης του Δικαστηρίου.....Δηλαδή το Δικαστήριο μολονότι δεν θα μνημονεύει ειδικώς και δεν θα αξιολογείχωριστά, εν τούτοις θα λάβει υπόψη του και θα συνεκτιμήσει όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τ' ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα από το Εφετείο.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο νόμο (άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ) θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος. Συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων του λόγου με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό ή μη έγγραφο είναι ανεπίτρεπτη. Ειδικότερα για να θεωρηθεί ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της και επί πλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία συντελέστηκε η παραβίαση που προβάλλεται και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει με την αίτησή του στο Εφετείο τις ακόλουθες αιτιάσεις από τον αρ. 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ: α) Με τον έβδομο λόγο για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, β) με τον όγδοο λόγο για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του πρόσθετου πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, γ) με τον ενδέκατο λόγο για παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποιο σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων υπέπεσε το Εφετείο το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει συνολικά στον πρώτο αναιρεσίβλητο 480.000 δρχ. και στο δεύτερο 550.000 δρχ.

ως αποζημίωση, και ποια επίδραση είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης.

Επειδή, με τον ένατο λόγο της αίτησης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι δεν απέρριψε ως αόριστο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού "προς απόδειξη των ισχυρισμών μας προσκομίζομε τα αρχικά μισθωτήρια και μερικές από τις αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων", αφού δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "με βάση ποια στοιχεία και με βάση ποιες αποδείξεις, ποιων μηνών το δικάσαν δικαστήριο επεδίκασε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά στους αναιρεσίβλητους". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διότι με την 9066/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών δημιουργήθηκε δεδικασμένο το οποίο κωλύει την έρευνα των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο όι την ένσταση του δεδικασμένου την πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι ναι μεν το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 332), πλην όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ. ΑΠ 1339/1985) και ως εκ τούτου να μην είναι αναγκαία, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης, η πρότασή του στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 περ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κρίθηκε, κατά τα ανωτέρω, αναιρετέα, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

Επειδή, η, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ υποβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αίτηση, με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την οποία (αίτηση)ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν προς τούτο οι αναιρεσίβλητοι να του αποδώσουν τ' αναφερόμενα στο άνω δικόγραφο χρηματικά ποσά, τα οποία κατέβαλε σ' αυτούς προς εκούσια και ολοσχερή εκτέλεση κατά κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και έξοδα της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποία η εκτέλεση άρχισε με την επίδοση επιταγής, είναι απορριπτέα. Και τούτο διότι με την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά ένα μέρος και επομένως η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επσιτραφεί ό,τι κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο σε σχέση προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της απόφασης και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη. Τα ποσά όμως αυτά δεν προσδιορίζονται με την αίτηση και έτσι αυτή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Η επιστροφή των ως άνω ποσών μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από τους αναιρεσίβλητους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3066/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που κρίθηκε αναιρετέα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω απόφασης του Εφετείου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των εξόδων του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ