1936/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2010 ανακοπή του Κ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2015 αίτησή της και τον από 19/4/2016 πρόσθετο λόγο αυτής.
Legislator headnote
AI generated1936/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1936 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1936/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Κ., κατοίκου ... υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας του Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρίζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ.-Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2010 ανακοπή του Κ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2015 αίτησή της και τον από 19/4/2016 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 12/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής.
Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρία "..." που εδρεύει στο ..., της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο ανακόπτων, είχε αναθέσει, επί σειρά ετών, ορισμένες υποθέσεις της, για τις οποίες υπήρχε ανάγκη προσφυγής σε δικαστήρια, στην εταιρία δικηγόρων με την επωνυμία "...", της οποίας ο καθού η ανακοπή είναι εταίρος.
Από τις αρχές του έτους 2009, η ανωτέρω εταιρία γνωστοποίησε στη δικηγορική εταιρία την απόφασή της να διακόψει τη μεταξύ τους συνεργασία και ζήτησε από την τελευταία να της παραδώσει σε εύλογο χρόνο όλους τους φακέλους των υποθέσεων που την αφορούσαν, μεταξύ των οποίων και αυτούς που αφορούσαν υποθέσεις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων.
Τον Ιούλιο του έτους 2009 και ενώ μέχρι τότε είχε παραδοθεί από την ως άνω, δικηγορική εταιρία ένας μόνο φάκελος, η τελευταία με την από 8-7-2009 επιστολή της (στην οποία περιλαμβάνεται και ο παραδοθείς φάκελος με αριθμό 1 της ως άνω επιστολής), ζήτησε να της καταβληθεί ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 187.000 ευρώ, που αφορούσε 12 εκκρεμείς υποθέσεις.
Εκ του λόγου αυτού δημιουργήθηκε διαφορά μεταξύ των διαδίκων ως προς την ύπαρξη οφειλής από την παραπάνω αιτία. Τελικά την 1η-9-2009, ο ανακόπτων, δια του λογιστή της εταιρίας "...", Δ. Π., παρέδωσε στην, ως άνω, δικηγορική εταιρία την υπ' αριθ. ... επιταγή, έκδοσης του Κ. Π., της τράπεζας ΕΜPORΙΚΙ ΒΑΝΚ, ποσού 180.000,00 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του καθού, στην οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η ημερομηνία έκδοσης.
Ωστόσο, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εν λόγω επιταγή έπρεπε να έχει εξοφληθεί σταδιακά έως την 31η-1-2010. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο καθού η ανακοπή, εις διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δικαιούνταν να συμπληρώσει ως ημερομηνία εμφάνισης την 31η-1-2010. Επειδή κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, ουδέν ποσό καταβλήθηκε από τον ανακόπτοντα, ο καθού η ανακοπή, συμπλήρωσε, σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, την επιταγή και εμφάνισε αυτήν εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμου υπολοίπου, όπως προκύπτει από την από 5-2-2010 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της επιταγής.
Ακολούθως, με αίτηση του καθού η ανακοπή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3226/2010 προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθού το ποσό των 170.000,00 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αιτήθηκε ο καθού η ανακοπή, εις διαταγή του οποίου εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, νομιμοποιούμενος προς τούτο, ως λήπτης και νόμιμος κομιστής αυτής.
Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι ο καθού η ανακοπή στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης διότι η ένδικη επιταγή δεν παραδόθηκε σε αυτόν για δικό του λογαριασμό αλλά με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρίας δικηγόρων, γεγονός το οποίο αναφέρεται και στην από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής επιταγής, τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον η αναφορά αυτή σχετίζεται με τις εσωτερικές σχέσεις των δικηγόρων της άνω εταιρίας, σχετικά με την κατανομή των αμοιβών τους για την απασχόλησή τους με τις υποθέσεις της εταιρίας "...", όλα δε όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν αλλά και από το περιεχόμενο της από 1-9-2009 απόδειξης παραλαβής επιταγής, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων ότι ο καθού η ανακοπή είχε το δικαίωμα να θέσει στην επιταγή ως ημερομηνία εμφάνισης της επίδικης επιταγής την 31η-1-2010, όπως και έπραξε, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αυτή ουδεμία καταβολή είχε λάβει χώρα εκ μέρους του ανακόπτοντος για την εξόφληση της αμοιβής της άνω δικηγορικής εταιρίας.
Δηλαδή, ο καθού η ανακοπή ενήργησε κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και ουδεμία αντισυμβατική συμπεριφορά επέδειξε. Εξάλλου, από το κείμενο του ίδιας, ως άνω, απόδειξης παραλαβής, ουδεμία συμφωνία προκύπτει ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων κατά την παράδοση της επιταγής, σύμφωνα με την οποία η δικηγορική εταιρία πριν την εμφάνιση της επίδικης επιταγής όφειλε να έχει παραδώσει στον ανακόπτοντα τα δελτία παροχής υπηρεσιών για τα ποσά που είχε εισπράξει από την εταιρία "...", προκειμένου να εξευρεθεί εάν υπήρχε τυχόν υπόλοιπο οφειλής της τελευταίας εταιρίας προς αυτήν.
Εξάλλου, εάν είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο, ενόψει της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ των διαδίκων, είναι βέβαιο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι θα είχε καταγραφεί στο ανωτέρω έγγραφο, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται σε αυτό το δικαίωμα του καθού η ανακοπή να θέσει στην επιταγή την, ως άνω, ημερομηνία εμφάνισης, όλα δε όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ανακόπτων με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λοιπόν, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε όλα τα ανωτέρω και κατόπιν τούτου απέρριψε τους υπό κρίση πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.
Συνεπώς, όλοι οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, απόρριψη των ως άνω, λόγων της ανακοπής, ελέγχονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο υπό στοιχείο Α' μέρος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον λόγο ανακοπής περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος παραβίασε τις διατάξεις περί εταιρειών και τις διατάξεις σχετικές με τη νομιμοποίηση των διαδίκων.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, ως εκ της αοριστίας του, καθόσον δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο, ποιες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβίασε το Εφετείο. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου που ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή και μη πληρωμής της, ο λήπτης και νόμιμος κομιστής αυτής, αρκούσαν για την ενεργητική του νομιμοποίηση να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής (άρθρα 5 και 40 του ν. 5960/1933 σε συνδυασμό με 623 και 626 ΚΠολΔ), ως εκ της επιταγής δικαιούχος.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το οικείο υπό στοιχείο Β' μέρος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154 εδ. β', 873 σε συνδυασμό με 904 εδ. β' ΑΚ και 624 ΚΠολΔ, καθόσον στην πραγματικότητα το επίδικο χρέος δεν υφίσταται και ο αναιρεσίβλητος και η εταιρεία του έχουν εξοφληθεί.
Ο λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154 ΑΚ και 624 ΚΠολΔ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνονται ουσιαστικές παραδοχές, σχετικές με το πραγματικό των επικαλούμενων διατάξεων, ιδίως δε καταφατικές της υπάρξεως όρου στην υποκείμενη σχέση που αφορά την έκδοση της επίμαχης επιταγής, λειτουργούντος απαγορευτικά για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασής τους.
Κατά δε το μέρος που αναφέρεται στις λοιπές διατάξεις, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την προβολή περιστατικών σχετικών με την ύπαρξη της επίδικης απαίτησης, αντίθετων και διαφορετικών από εκείνα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς.
Ανεξαρτήτως τούτου, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής, με αυτήν, δεν προβλήθηκε, κατά συγκεκριμένο τρόπο, λόγος, συναπτόμενος με ανυπαρξία της απαίτησης λόγω εξόφλησης. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε με επάρκεια το αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με την ύπαρξη της οφειλής, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και την κατά συμβατικό τρόπο συμπλήρωσή της από τον αναιρεσίβλητο, ώστε ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται σ' αυτήν και η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αυθαίρετες και αναιτιολόγητες παραδοχές, είναι αβάσιμος.
Κατά δε το μέρος με το οποίο αποδίδεται η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι τα νομιμοποιητικά έγγραφα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής έπασχαν και αποδείκνυαν πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η επιταγή είχε εκδοθεί υπό όρους και ο αναιρεσίβλητος μολονότι το γνώριζε προέβη στην έκδοσή της βλάπτοντας τον εκδότη, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 50 έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ανακόπτων, χωρίς να αναφέρει ούτε ένα, ενώ επίσης δεν έλαβε υπόψη την από 29/1/2010 επιστολή της εταιρείας "...", με την οποία αυτή ζητούσε τα δελτία παροχής υπηρεσιών.
Ο λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αγνοηθέντα 50 έγγραφα, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται, στο λόγο αυτό, κατά συγκεκριμένο τρόπο τα εν λόγω έγγραφα. Στο βαθμό δε που ως τέτοια εννοούνται τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο (στοιχ. Β) της αιτήσεως (με παραπομπή σε προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), συναπτόμενα με τις αναφερθείσες αναιρετικές αιτιάσεις περί εξοφλήσεως, ο λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, προεχόντως, διότι ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με λόγο ανακοπής.
Κατά δε το μέρος που αναφέρεται στην ανωτέρω επιστολή, είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της έφεσης του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν με τις έγγραφες προτάσεις τους".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο επιστολή, που φέρεται αγνοηθείσα.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: α) ότι η αιτιολογία της "Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι ο καθού η ανακοπή στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι η ένδικη επιταγή δεν παραδόθηκε σε αυτόν για δικό του λογαριασμό αλλά με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρίας δικηγόρων, γεγονός το οποίο αναφέρεται και στην από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής επιταγής, τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον η αναφορά αυτή σχετίζεται με τις εσωτερικές σχέσεις των δικηγόρων της άνω εταιρίας, σχετικά με την κατανομή των αμοιβών τους για την απασχόλησή τους με τις υποθέσεις της εταιρίας "...", όλα δε όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα", είναι ελλιπής και δεν αιτιολογεί γιατί ο αναιρεσίβλητος ζητεί και εκδίδεται διαταγή πληρωμής στο όνομά του, αφού νόμιμο θα ήταν να ζητήσει και να εκδώσει την διαταγή πληρωμής στο όνομα της δικηγορικής του εταιρείας, β) ενώ από τα έγγραφα προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούνταν να προβεί στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, διότι ο ανακόπτων επικαλέστηκε και απέδειξε, με σωρεία δημόσιων εγγράφων, εξόφληση των δήθεν αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσιβαλλομένη ουδέν διέλαβε και δεν ασχολήθηκε.
Ο λόγος, κατά την πρώτη αιτίασή του, είναι αλυσιτελής, διότι για την επάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλομένης αρκούσε η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στην έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, νομιμοποιούμενος προς τούτο, ως λήπτης και νόμιμος κομιστής αυτής, σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί.
Κατά δε την δεύτερη, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Ωσαύτως, ο τρίτος λόγος και κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, για την αιτιολογία απόρριψης του αιτήματός του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με το ύψος των αξιώσεων της δικηγορικής εταιρείας του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος, διότι η περί τούτου κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα, με την έφεση και τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή εσφαλμένως εκτίμησε την 101/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 2482/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν, ως αόριστες, η κύρια και οι επικουρικές βάσεις της από 29/3/2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου και της δικηγορικής εταιρείας "...", για αμοιβές και έξοδα, από τμήματα του σκεπτικού των οποίων προέκυπτε ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν εκκαθαρισμένη.
Ο λόγος, συναπτόμενος με αρνητικούς ισχυρισμούς και τη σχετική με αυτούς εκτίμηση αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, ανεξάρτητα και από το ότι η απόρριψη της επικαλούμενης αγωγής, ως αόριστης, δεν άγει σε δεσμευτικό συμπέρασμα επί της ουσίας, ως προς την υποκείμενη σχέση της επιταγής. Στο βαθμό δε που υπονοείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής τελούσε υπό τον όρο απόδοσης αναλυτικού λογαριασμού, με την έκδοση αντίστοιχων δελτίων παροχής νομικών υπηρεσιών, ο λόγος και πάλι δεν στοιχειοθετείται.
Τούτο, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως, με την παραδοχή ότι "..., ουδεμία συμφωνία προκύπτει ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων κατά την παράδοση της επιταγής, σύμφωνα με την οποία η δικηγορική εταιρία πριν την εμφάνιση της επίδικης επιταγής όφειλε να έχει παραδώσει στον ανακόπτοντα τα δελτία παροχής υπηρεσιών για τα ποσά που είχε εισπράξει από την εταιρία "...", προκειμένου να εξευρεθεί εάν υπήρχε τυχόν υπόλοιπο οφειλής της τελευταίας εταιρίας προς αυτήν".
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2015 αίτηση της Α. Π., με την ιδιότητα που παρίσταται, για αναίρεση της 3943/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ