Legislator Case Law & Legislation
1936/2014 AI generated

Supreme Court remands loan contract case to lower court regarding usurious interest clause validity.

Case Number 1936/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the High Court of Athens' decision rejecting the appellant's claim. The appellant argued that a specific clause in the loan contract was abusive and violated consumer protection principles by charging interest on unpaid portions of the loan. The court found the lower court's rejection of this argument legally flawed and ordered the case to be remanded for further examination by a newly constituted panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must apply general interpretative rules when a legal act is void or ambiguous, and failure to do so constitutes a violation of these provisions.

Keywords

AI generated
abusive contract terms usurious interest clauses consumer protection law remand for retrial civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 2 of Law 2551/1994
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 2, item b and Article 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1936 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1936/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Σταυρούλα Μπανάκου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3929/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4376/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 27-11-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 1ος λόγος και ν' απορριφθεί ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4376/12 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 23/11/10 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3929/θ9 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με αυτή κατά παραδοχή αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει το ποσό των 6.968,75 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους δηλαδή σε εσφαλμένη υπαγωγή. Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βούλησης προκύπτει, όταν, παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθή έννοια της δικαιοπραξίας έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ΑΠ 389/12).

Στην ένδικη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων συνήψε με το εναγόμενο την από 12.03.2001 Ιδιωτική Σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου συνολικού ποσού 30.000.000 δραχμών ή 88.041,09 ευρώ για την ανέγερση πρώτης κατοικίας. Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 50 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ύψους 1.221.912 δραχμών ή 3.585,94 ευρώ η καθεμία, καταβλητέες την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, η δε πρώτη εξαμηνιαία δόση θα καταβαλλόταν από τον ενάγοντα την 31.12.2001, ενώ η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του δανείου θα άρχιζε την 01.07.2001, οπότε και θα άρχιζε να ισχύει η μηνιαία παρακράτηση από τις εκχωρούμενες αποδοχές του ενάγοντος, ποσού 203.652 ευρώ ή 724,62 ευρώ το μήνα, και θα έληγε την 30.06.2026.

To επιτόκιο της, ανωτέρω σύμβασης δανείου ορίστηκε κυμαινόμενο, κατά το χρόνο δε σύναψης της δανειακής σύμβασης αυτό ορίστηκε σε ποσοστό 6,50%. Ειδικότερα, στο κείμενο της συναφθείσας μεταξύ των αντιδίκων σύμβασης ορίζεται ότι "[...] Το δάνειο παρέχεται με επιτόκιο 6,50% ετησίως [...]" ενώ με τον υπ' αριθμ. 1 όρο συμφωνήθηκε ότι: "Στην περίπτωση που ήθελε αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις Τράπεζες ή στους πιστωτικού Οργανισμούς ή το επιτόκιο των δανείων που χορηγούνται από αυτούς, ο δανειστής μπορεί, κατά την κρίση του, να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου, που συνομολογείται με την παρούσα σύμβαση".

Από τους δύο αυτούς όρους προκύπτει ότι το επιτόκιο δεν ορίστηκε σταθερό, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, αλλά κυμαινόμενο, διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να διατυπωθεί στο κείμενο της σύμβασης ο ως άνω αναφερόμενος όρος με αριθμό 1, ο οποίος δίνει το δικαίωμα στο εναγόμενο να αυξάνει το επιτόκιο μονομερώς, καθόσον η συμφωνία για σταθερό επιτόκιο έχει ως σκοπό την προστασία του δανειολήπτη από μια ενδεχόμενη μονομερή αύξηση του επιτοκίου σε περίπτωση αύξησης του κόστους του χρήματος για το δανειοδότη - πιστωτικό ίδρυμα.

Άλλωστε, το γεγονός ότι το επιτόκιο της εν λόγω σύμβασης δανείου είχε συμφωνηθεί κυμαινόμενο προκύπτει και από το γεγονός ότι το εναγόμενο, την 01.01.2003, προέβη σε μείωση του επιτοκίου σε ποσοστό 6% μονομερώς και πριν από οποιαδήποτε όχληση από τον ενάγοντα, όπως τούτο εκτίθεται στην αγωγή και συνομολογείται και από το εναγόμενο, χωρίς το τελευταίο να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό που να δικαιολογεί τη μονομερή αυτή πτώση, όπως π.χ.

απόφαση του αρμόδιου οργάνου του για εκ μέρους του μείωση των επιτοκίων στο πλαίσιο πρόνοιας προς τους δανειολήπτες του, οι οποίοι τυγχάνουν δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι του δημόσιου τομέα. Ως εκ τούτου, η πτώση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, καθόλο το χρονικό διάστημα από 30.06.2001 έως και 30.06.2005, υπήρχε συνεχής πτώση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως τούτο προκύπτει και από τον Πίνακα της 10ης σελίδας της αγωγής και δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, γεγονός άλλωστε που δικαιολογεί και το γεγονός ότι το τελευταίο δεν προέβη, δυνάμει του όρου με αριθμό 1 της προαναφερόμενης σύμβασης δανείου, σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου του δανείου.

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ότι, το επίδικο της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου είχε οριστεί κυμαινόμενο και, ως εκ τούτου, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 6.000,84 ευρώ, το οποίο αυτό εισέπραξε από τον τελευταίο για τοκοχρεολυτικούς τόκους, κατά την καταβολή των δόσεων του χρονικού διαστήματος από 30.06.2001 έως και 30.06.2007, χωρίς νόμιμη αιτία επειδή δεν ακολούθησε, κατά τη διάρκεια εξυπηρέτησης του δανείου, την πτωτική πορεία που εμφάνιζαν τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αποτελούν το εύλογο ειδικό κριτήριο αναφοράς για τον καθορισμό του κυμαινόμενου επιτοκίου.

Επισημαίνεται δε ότι το εκκαλούν δεν πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση με σχετικό λόγο έφεσης ως προς το προαναφερόμενο κριτήριο για τον καθορισμό του επιτοκίου της σύμβασης δανείου, δηλαδή το εκάστοτε επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την ορθότητα της διακύμανσης αυτού καθώς και του υπολογισμού του ποσού των 6.000,84 ευρώ, το οποίο προκύπτει από τα στοιχεία του προαναφερόμενου συνημμένου στην αγωγή πίνακα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ δέχτηκε ότι στο κείμενο της επίμαχης σύμβασης αναφέρεται ότι "το δάνειο παρέχεται με επιτόκιο 6,50% ετησίως", στη συνέχεια, προκειμένου να αχθεί σε αποδεικτικό συμπέρασμα (για συμφωνία κυμαινόμενου επιτοκίου), αντίθετο με την παραπάνω σαφή γραμματική διατύπωση, στο οποίο στήριξε την κρίση του για απόρριψη του 1ου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος (με τον οποίο είχε προσβληθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος της που επιδίκασε το ποσό των 6.000,84 ευρώ, ως αχρεωστήτως εισπραχθέντες τοκοχρεολυτικούς τόκους), κατέφυγε στη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων προς ανεύρεση της αληθούς εννοίας του επίμαχου συμβατικού όρου, καθώς και στην επίκληση μεταγενέστερων της συμβάσεως ενεργειών του αναιρεσείοντος, που προέβη μονομερώς σε μείωση του επιτοκίου σε ποσοστό 6%. Έτσι, όμως, παρά την έμμεση διαπίστωση κενού για την έννοια της δικαιοπραξίας αναφορικά με τον χαρακτήρα του συμφωνηθέντος επιτοκίου, ως σταθερού ή κυμαινόμενου, παρέλειψε να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Συνεπώς, ο σχετικός περί τούτου 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως είχε αντικατασταθεί με άρθρο 10 παρ. 24 ν. 2741/99 και πριν την αντικατάσταση του με άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3587/07, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5/4/1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές". Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία.

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε στην συνέχεια και τα εξής: "Περαιτέρω, στον υπ' αριθμ. 8 περ. β όρο της ως άνω σύμβασης δανείου ορίζεται ότι "Ο δανειστής κατέβαλε σήμερα στον/ους οφειλέτη/ες το συνολικό ποσό του δανείου, ο/οι οφειλέτης/ες δηλώνουν ότι το αφήνουν στο δανειστή, σε άτοκο λογ/σμό, στο όνομα ενός εκάστου για το αντίστοιχο ποσό που χορηγείται στον καθένα απ' αυτούς.

Ο δανειστής αποδέχεται την κατάθεση αυτή και δηλώνει ότι θα καταβάλει το ποσό του δανείου [...] β. στους οφειλέτες ως εξής: 1. ποσοστό τριάντα τοις εκατό για προκαταβολή, με την υπογραφή της παρούσας, και υπό τον όρο ότι ασφαλίζεται από την αξία του ακινήτου και II. Τα υπόλοιπα εβδομήντα εκατοστά με την προσκόμιση πιστοποίησης περί των εργασιών που έχουν γίνει και την αξία αυτών, που θα συντάξει μηχανικός από αυτούς που έχει ορίσει το Δ.Σ.

του δανειστή ή μηχανικός της Δ.Τ.Υ. του Νομού αρμόδια θεωρημένη. Για την κάλυψη της προκαταβολής, θα αφαιρείται από το ποσό κάθε πληρωμής ποσοστό 30% ή και παραπάνω. Για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από κάθε καταβολή μέχρι την ημερομηνία που αρχίζει η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής δόσης ο/οι οφειλέτης/ες υποχρεούνται να καταβάλουν ή ο δανειστής υποχρεούται να παρακρατεί υπέρ αυτού τον απλό καθαρό τόκο που αναλογεί στο ποσό της καταβολής με ετήσιο επιτόκιο το ίδιο του δανείου, μετά την αφαίρεση του προεξοφλήματος του τόκου αυτού [...] Η απόφαση του δανειστή γνωστοποιείται στον/ους οφειλέτη/ες με απλό έγγραφο".

Σε εφαρμογή του ανωτέρω όρου, και ενώ ορίζεται ότι ο δανειολήπτης οφείλει, για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κάθε καταβολή μέχρι την ημερομηνία που αρχίζει η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής δόσης, τον απλό καθαρό τόκο που αναλογεί στο ποσό της καταβολής με ετήσιο επιτόκιο το ίδιο του δανείου, ο ενάγων έλαβε από το εναγόμενο τμηματικά το ποσό του δανείου, και ειδικότερα την 19.06.2001 το ποσό των 26.412,33 ευρώ και τις 02.07.2001 και 11.01.2002 από 30.814,38 ευρώ, ενώ το εναγόμενο, έχοντας καθορίσει από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, όπως αυτές εμφαίνονται στις προσκομισθείσες καταστάσεις αλλά και στο συνημμένο στην αγωγή πίνακα, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο, αξίωσε και έλαβε από τον ενάγοντα τόκους από την 01.07.2001, οπότε και ορίστηκε ημέρα καταβολής της πρώτης τοκοχρεωλυτικής δόσης, μέχρι και την 11.01.2002, οπότε και του καταβλήθηκε το τελευταίο τμήμα του δανείου, ποσού 30.814,38 ευρώ, δηλαδή έλαβε τόκους για κεφάλαιο που δεν είχε χορηγήσει ακόμη στον ενάγοντα Ο ανωτέρω με αριθμό 8 όρος της σύμβασης, με τον οποίο ορίζεται ότι ο δανειστής, κατά την ημερομηνία σύναψης αυτής, κατέβαλε στον οφειλέτη το συνολικό ποσό του δανείου, ο δε οφειλέτης δηλώνει ότι το αφήνει στο δανειστή, σε άτοκο λογαριασμό, στο όνομα ενός εκάστου για το αντίστοιχο που χορηγείται στον καθένα από αυτούς, ο δανειστής αποδέχεται την κατάθεση αυτή και δηλώνει ότι θα καταβάλει το ποσό του δανείου, αποτελεί γενικό όρο συναλλαγών καθόσον έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από το εναγόμενο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων τοκοχρεωλυτικών στεγαστικών δανείων, το περιεχόμενο δε αυτού δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2251/1994).

To γεγονός αυτό, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο, αποδεικνύεται και από ο ότι ο όρος αυτός υπάρχει στο έντυπο τμήμα της συναφθείσας σύμβασης δανείου, μετά τις δύο πρώτες σελίδες στις οποίες περιλαμβάνονται τα ειδικότερα στοιχεία της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης. Ο γενικός αυτός όρος συναλλαγών είναι άκυρος ως καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, για το λόγο ότι δημιουργεί σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, ενάγοντος και εναγόμενου, σε βάρος του πρώτου - καταναλωτή, και τούτο διότι υποχρεώνει αυτόν να καταβάλει τίμημα (τόκο) για υπηρεσία (προϊόν δανείου), η οποία δεν του έχει παρασχεθεί ακόμη.

Ειδικότερα, με τον όρο αυτό προβλέπεται η πλασματική εκταμίευση δανείου, το οποίο στην πραγματικότητα παραμένει στη διάθεση του δανειοδότη - εναγομένου, απλά και μόνο προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι υποχρεώσεις του δανειολήπτη - ενάγοντος, δηλαδή αυτός να υποχρεωθεί στην καταβολή τόκων, χωρίς μάλιστα να μεριμνά για τον περιορισμό της επιβάρυνσης του δανειοδότη με το συνυπολογισμό του οφέλους που έχει ο δανειολήπτης από την κατοχή του προϊόντος του δανείου, το δε όφελος αυτό συνίσταται στο ότι το ποσό του δανείου παραμένει στο δανειστή, σε λογαριασμό του οφειλέτη, ο οποίος είναι άτοκος.

Άλλωστε, η διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών ενισχύεται, εάν ληφθεί υπόψη και η φύση του παρεχόμενου με τη συγκεκριμένη σύμβαση αγαθού, δηλαδή το γεγονός ότι μεταξύ των σκοπών του εναγομένου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εποπτευόμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο αποτελεί χρηματοπιστωτικό και διαχειριστικό οργανισμό με κοινωνικό χαρακτήρα, περιλαμβάνεται η στήριξη της στεγαστικής πολιτικής του Κράτους με τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων για απόκτηση, ανέγερση και επισκευή πρώτης κατοικίας σε υπαλλήλους ή συνταξιούχους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των οργανισμών κοινής ωφέλειας.

Για το λόγο δε αυτό απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο εν λόγω γενικός όρος συναλλαγών δεν είναι καταχρηστικός, αντιθέτως προστατεύει το σκοπό του δανείου που είναι η απόκτηση πρώτης κατοικίας, αποκλείοντας τη χρησιμοποίηση του προϊόντος αυτού για σκοπούς διαφορετικούς, καθόσον ο σκοπός του όρου δικαιολογεί την τμηματική καταβολή του δανείου, όχι όμως και την καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος τόκων για τμήμα του δανείου που δεν του είχε ακόμη καταβληθεί....".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε, ως αβάσιμο, το 2° λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας 3929/09 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ομοίως και δεχόμενη την αγωγή του ενάγοντος είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να του καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα ποσά των τόκων που εκείνος είχε καταβάλει σ' αυτό με βάση τον ως άνω όρο 8 της συμβάσεως. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2551/ 1994 που εφάρμοσε. Τούτο, διότι, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, ο προαναφερθείς όρος της σύμβασης, που συνιστά γενικό όρο των συναλλαγών, είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, καθόσον με τη διαλαμβανόμενη σ' αυτόν ρύθμιση διαταράσσεται σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Ειδικότερα, με βάση τον όρο αυτό υποχρεώνονται οι δανειολήπτες να καταβάλλουν τίμημα (τόκο) για υπηρεσία (προϊόν δανείου) που δεν έχει ακόμη και πράγματι παρασχεθεί σ' αυτούς και επί πλέον τοκίζεται για δεύτερη φορά το ποσό του δανείου, εφόσον τόκος έχει ήδη υπολογισθεί και συμπεριληφθεί στις καταβλητέες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Συνεπώς, ο 2° λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η φερόμενη ως παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένη ότι με τον επίμαχο ως άνω όρο 8 της συμβάσεως παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται τέτοια παραδοχή.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απέρριψε τον 1° λόγο της από 23/11/10 εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Η δικαστική δαπάνη της προκείμενης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικώς μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς, σύμφωνα με άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' και 3 ν. 3693/1957 (εφόσον η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος διεξάγεται δια του νομικού Συμβουλίου του Κράτους).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4376/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ