Legislator Case Law & Legislation
1936/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting arguments regarding evidence admissibility and procedural defects.

Case Number 1936/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment on a traffic accident liability case. The appellant argued that the court of first instance improperly admitted a blood test report lacking specific statutory formalities and violated procedural rules regarding the service of documents to the absent defendant. The court ruled that the blood report was a legally prescribed evidentiary means whose admissibility and weight are matters of judicial discretion, not subject to appeal on formal defects, and that the procedural irregularities did not justify overturning the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339, 340, 559 of the Code of Civil Procedure; The admissibility of legally prescribed evidentiary means is a matter of judicial discretion, and appeals based on alleged violations of formal requirements for such documents are inadmissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability blood test report admissibility judicial discretion on evidence procedural defects in appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 128 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 496 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of the Law 1911
Article 297 of the Law 1911
Article 298 of the Law 1911
Article 299 of the Law 1911
Article 330 of the Law 1911
Article 914 of the Civil Code
Ministerial Decision 43500/5691/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1936 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1936/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: K. R. του J., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστο Ζυγογιάννη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Α. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 2. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μεταξίας Αντωνίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3791/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 894/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 10-2-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 11-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ'αρ..../23.5.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς …που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 10.2.2013 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Γ. με θυροκόλληση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία του ως ανωτέρω πρώτου αναιρεσίβλητου, Α. Γ..

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ.β', 914 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε η δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τ'ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα: "Την 16.3.2006 και περί ώρα 22.30 μ.μ ο 1ος εναγόμενος βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα της Λεωφόρου Κηφισίας με κατεύθυνση προς Αθήνα και στο ύψος περίπου του Νοσοκομείου Υγεία, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας Aprillia, κυβισμού 1000 c.c. Ενώ κινούνταν σε συνθήκες πυκνής κυκλοφορίας και με ταχύτητα 70 χλμ/ώρα περίπου και πάντα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, επιχείρησε να προσπεράσει, από αριστερά, προπορευόμενο Ι.Χ αυτοκίνητο και γι' αυτό το λόγο ενεργοποίησε τον αριστερό του δείκτη αλλαγής πορείας (Φλας) και πραγματοποίησε την επιτρεπόμενη στο σημείο αυτό αλλαγή λωρίδας και την προσπέραση.

Επανερχόμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισίας αντιλήφτηκε σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των δέκα (10) μέτρων, τον αλλοδαπό υπήκοο Πολωνίας ενάγοντα, ο οποίος βρισκόταν εμπρός του, επίσης στη μεσαία λωρίδα και φαινόταν να παραπαίει, αμφιταλαντευόμενος, αν θα προχωρήσει προς την κατεύθυνση του πεζοδρομίου του Υγεία (δηλαδή από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος) ή πίσω προς τη νησίδα, που χωρίζει τα αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισίας.

Αμέσως φρέναρε και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως ο πεζός κινήθηκε ταυτόχρονοι ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί του και να χάσει την ισορροπία του, και να βρεθεί στο έδαφος. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τη μοναδική αυτόπτη μάρτυρα και συγκεκριμένα την Χ.

Π., η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε προανακριτικά και τα εξής: "....Φθάνοντας περίπου εβδομήντα μέτρα από τα φανάρια του Υγεία, είδα έναν πεζό να διασχίζει κάθετα την Λεωφόρο Κηφισίας, το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία μου. Εγώ ανέκοψα την ταχύτητα μου, ενώ ο πεζός είχε φθάσει στην διακεκομμένη διαγράμμιση ανάμεσα στην αριστερή και μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας.

Τα αυτοκίνητα περνούσαν δίπλα από τον πεζό και αυτός προχώρησε λίγο και μία μοτοσικλέτα που πέρασε από αριστερά μου και αμέσως άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, σε απόσταση από εμένα και τον πεζό τον οποίο μόλις αντιλήφθηκε, εισήλθε στην μεσαία λωρίδα, φρενάρισε και έκανε ελιγμό να τον αποφύγει και ο πεζός προχώρησε προς τα εμπρός, αλλά τελικά η μοτοσικλέτα συγκρούσθηκε με τον πεζό".

Η ίδια μάρτυς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είναι ακόμα πιο αναλυτική. Μεταξύ άλλων δε καταθέτει: " ...Μπροστά και πίσω από την μοτ/τα υπήρχε πυκνή ροή αυτοκινήτων...Όταν αντιλήφτηκα τον πεζό ήταν ένα μαύρο τζιπ, το οποίο μόλις τον είχε αποφύγει. Έκανε ελιγμό το τζιπ προς τ' αριστερά και τον πέρασε οριακά.

Ο πεζός δεν είχε φυσιολογική συμπεριφορά, όταν τον αντιλήφτηκα, δεν μπορούσε να δει τον πεζό, έδειχνε σαν χαμένος. Η μοτ/τα είχε βγάλει δεξί φλας, για να έρθει στη μεσαία λωρίδα. Στα 7-8 μέτρα αντιλήφτηκε τον πεζό. Η μηχανή θα πήγαινε με 60,70,75 χιλ περίπου. Έκανε ελιγμό ο οδηγός της μοτ/τας προς τα δεξιά, για να τον αποφύγει τον πεζό...Ο πεζός έδειχνε να παραπαίει...Ο οδηγός της μοτ/τας δεν μπορούσε να δει τον πεζό, γιατί προπορευόταν το μαύρο τζιπ...Όταν πέρασε η μοτ/τα μπροστά μου, βρέθηκε 5-7 μέτρα από τον πεζό..Την ορατότητα του οδηγού της μοτ/τας ως προς τον πεζό την εμπόδιζε το τζιπ...".

Συμπερασματικά επομένως, από τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας κινούμενος, μετά την ως άνω επιχειρηθείσα προσπέραση, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προς Αθήνα, λόγω περιορισμού ορατότητας, εισήλθε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εν τω μεταξύ είχε προχωρήσει και ο πεζός, χωρίς να ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτός από τον οδηγό της μοτοσικλέτας, διότι καλύπτονταν μέχρι του σημείου αυτού από το προπορευόμενο τζιπ, το οποίο κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.

Ο οδηγός της μοτοσικλέτας έκανε χρήση των φρένων και επεχείρησε ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης, χωρίς όμως επιτυχία, λόγω της μικρής ήδη απόστασης και του περιορισμένου χρόνου αντίδρασης. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή της μοτοσικλέτας, την πτώση του οδηγού στο οδόστρωμα και τον σοβαρό τραυματισμό του πεζού.

Όπως δε προκύπτει από την από 14.4.2006 έκθεση εξέτασης αίματος της Δ/νσης εγκληματολογικών ερευνών της αστυνομίας η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα του αναιρεσείοντος είναι δύο γραμμάρια και είκοσι δύο εκατοστά του γραμμαρίου (2,22g) κατά λίτρο αίματος" πλην όμως η επανεξέταση του δεν κατέστη δυνατή λόγω έλλειψης δευτέρου φιαλιδίου αίματος (βλ.

από 13.6.2006 έγγραφο της ως άνω δ/νσης). Από τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι πράγματι, δεν τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της σχετικής αιμοληψίας, ήτοι αυτή δεν έγινε από ιατρό ή από νοσηλευτικό προσωπικό με την παρουσία ιατρού και προανακριτικού υπαλλήλου, αλλά από αδελφή νοσοκόμα (ωστόσο το έγγραφο της αιμοληψίας υπογράφεται από τον ιατρό Γ.

Β. στο πλάι, δεξιά του εγγράφου), ούτε διαμοιράστηκε και σε δεύτερο φιαλίδιο, για να είναι δυνατή η επανεξέταση του (αρθ. 4 και 6 ΥΑ 43500/5691). Παρ'όλες αυτές τις ελλείψεις όμως το ως άνω έγγραφο δεν καθίσταται ανυπόστατο και παρόλο που δεν έχει εκδοθεί, όπως ορίζει η ως άνω Υ.Α, μπορεί τόσο αυτό, όσο και τα επακόλουθησαντα έγγραφα, να ληφθεί υπόψη στην παρούσα διαδικασία ως δικαστικό τεκμήριο.

Βάσει αυτού και σε συνδυασμό με την μαρτυρική κατάθεση της ανωτέρω αυτόπτου μάρτυρος αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά την στιγμή του ατυχήματος, βρισκόταν σε κατάσταση δυνατής μέθης. Η μάρτυς δίνει σαφή εικόνα παραπαίοντος πεζού, όταν τον περιγράφει ("...ο πεζός δεν είχε φυσιολογική συμπεριφορά...έδειχνε σαν χαμένος...

έδειχνε να παραπατάει...").

Συνεπώς ο ενάγων, κατά την προπεριγραφείσα πορεία του επί της Λ. Κηφισίας, κινήθηκε υπό την επήρεια δυνατής μέθης, γεγονός που είχε ως περαιτέρω συνεπεία να κινηθεί αταξικά και χωρίς δυνατότητα να αντιληφθεί τα επί του οδοστρώματος κινούμενα τροχοφόρα (αριθμός, θέση, σχετική ταχύτητα), να λάβει θέση ή να μεταβάλλει την θέση του αναλόγως της πορείας ή του συνδυασμού των πορειών των τροχοφόρων και γενικότερα να πραγματοποιήσει εκτός διαβάσεως πεζών την διάσχιση της Λ. Κηφισίας βράδυ με πυκνή κυκλοφορία, με ασφάλεια. Η κίνηση, επί ενός πολυσύχναστου και ταχείας κυκλοφορίας οδοστρώματος από πεζό σε κατάσταση μέθης, αταξικά κινούμενου και με καταστολή των ανώτερων πνευματικών και νευρολογικών του λειτουργιών πολλαπλασιάζει την πιθανότητα ατυχήματος. Οι επερχόμενοι οδηγοί αδυνατούν να προβλέψουν τις κινήσεις ενός τέτοιου ανθρώπου και στην προσπάθεια τους να τον αποφύγουν είναι πιθανό να συναντήσουν μη λογική αντιαποφευκτική κίνηση από τον πεζό, αφού ο τελευταίος συμπεριφέρεται αταξικά.

Συνεπώς, η παρακινδυνευμένη ενέργεια του εκκαλούντος να επιχειρήσει να διέλθει κεντρική λεωφόρο νύκτα και σε μεγάλη απόσταση από την πλησιέστερη διάβαση πεζών, σε συνδυασμό με την μέθη του σε ποσοστό 2,22%, αποτελούν παράγοντες που οδήγησαν αιτιακά στο αποτέλεσμα του τραυματισμού του ενάγοντος (βλ. και την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο από 7-1-2009 επιστημονική, ιατρική έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της μέθης).

Σύμφωνα όμως με τις επιταγές του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρο 38 παρ.4 περ. δ ΚΟΚ) ο παθών πεζός ήταν υποχρεωμένος να μη κατέλθει στο οδόστρωμα εάν προηγουμένως δεν είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε τη κυκλοφορία των οχημάτων του ρεύματος προς Αθήνα και μάλιστα σε σημείο, όπου η άνω οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας (ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος 70 χιλ/ώρα) και παρουσιάζει ιδιαίτερη επικινδυνότητα, γι αυτό και έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να μην επιχειρήσει να διασχίσει καθέτως την έχουσα πυκνή ροή αυτοκινήτων Λεωφόρο Κηφισίας, εκτός διαβάσεως πεζών, ενώ σε απόσταση 50 μέτρων υπήρχε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών, χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο των κινουμένων οχημάτων παραπατώντας, κάτω από την επήρεια οινοπνεύματος.

Επομένως, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του σοβαρότατου τραυματισμού του είναι ο ενάγων, ενώ ο 1ος εναγόμενος δεν βαρύνεται με καμιά υπαιτιότητα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού και της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του πρώτου, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα σκέλος η πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού για το ατύχημα και τον επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμό του, α)παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.2, 16 παρ.2 και 17 παρ.1 του ΚΟΚ, με την πρώτη των οποίων επιβάλλεται στον οδηγό να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του με βάση τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, με τη δεύτερη αυτών, ο οδηγός μηχανής οφείλει να κινείται στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και με την τρίτη, ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, εφ'οσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και β)κατά το έτερο αυτού σκέλος η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα καθ'οσον, αν και δέχεται οτι ο οδηγός της μοτ/τας (1ος αναιρεσίβλητος), έκανε χρήση των φρένων, δεν διευκρινίζει αν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης και περαιτέρω αν και δέχεται ότι ο οδηγός της μοτ/τας επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεν αιτιολογεί αν ο ελιγμός αυτός ήταν ο πιο ενδεδειγμένος ενώ εξ άλλου, αν και δέχεται την ύπαρξη συνθηκών πυκνής κυκλοφορίας και επικινδυνότητα της οδού Κηφισίας όπου συνέβη το ατύχημα καθώς και κίνηση τις μοτ/τας με ταχύτητα 70 Χ/Ω, δεν αιτιολογεί πως η ταχύτητα ήταν σύννομη ενόψει των συνθηκών αυτών της οδού.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι κατά την υπό στοιχείο α αιτίαση απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η παράβαση των διατάξεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ'αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος και κατά την υπό στοιχείο β αιτίαση ως απαράδεκτος διότι πρόκειται περί ελλείψεων που ανάγονται στην ανάλυση και αξιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού ως άνω πορίσματος αναφορικά με την υπαιτιότητα του πεζού περί την πρόκληση του ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμό του.

Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και που θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.

Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή των αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, καθώς και οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί ή ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητάς της αγωγής ή ενστάσεως, ακόμη και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα σκέλος η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό με τις προτάσεις του τόσο πρωτοβαθμίως όσο και δευτεροβαθμίως κατά τον οποίο ο οδηγός της ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας (πρώτος αναιρεσίβλητος) εκινείτο με την ταχύτητα των 76 Χ/Ω, σύμφωνα με την από 20.12.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου - μηχανικού Π. Λ., καθ'υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 70 Χ/Ω. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι κατά το σκέλος του αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ'οσον ο προαναφερθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντα προς υποστήριξη του ισχυρισμού του οτι μόνη αιτία της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα του οδηγού της δίκυκλης ως ανωτέρω μοτοσυκλέτας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το έλαβε υπόψη και αρνητικά τον αξιολόγησε, με την παραδοχή οτι εκινείτο με ταχύτητα 70 Χ/Ω.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση καθενός.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του οτι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή προκειμένου περί εγγράφων όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως, από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων, η ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ'ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα σκέλος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο οδηγός της ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, των 70 Χ/Ω, και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν έλαβε υπόψη τη μετ'επικλήσεως υπ'αυτού προσκομισθείσα από 20.12.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου - μηχανικού Π. Λ. σύμφωνα με την οποία, η ταχύτητά της κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος ανέρχεται περίπου στα 76 Χ/Ω. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι κατά το σκέλος αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ'όσον, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό και προς τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και το ως άνω.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Εξ άλλου, κατ'άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την εργατική διαδικασία, κατά την οποία κατά παραπομπή του άρθρου 681Α εκδικάσθηκε η προκείμενη διαφορά για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου για να είναι παραδεκτά και να έχουν την αποδεικτική δύναμη που προσδίδεται σε αυτά.

Από την εν λόγω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο δύναται μεν να λάβει υπόψη και άκυρα αποδεικτικά μέσα, στερούμενα δηλ. για το έγκυρο αυτών, των προϋποθέσεων του νόμου δεν επιτρέπεται όμως να λάβει υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο μη προβλεπόμενο δηλ. από το νόμο (ήτοι από το άρθρο 339 ΚΠολΔ ή από άλλη ειδική διάταξη).

Τη ρύθμιση αυτή υπαγόρευσε στο νομοθέτη όχι μόνο η κατά τεκμήριο απλότητα των δικαζόμενων κατά την ειδική αυτή διαδικασία υποθέσεων, αλλά και η ανάγκη σύντομης εκδίκασής τους και ανεύρεσης της ουσιαστικής αλήθειας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα σκέλος η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο πεζός κατά το χρόνο του ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επήρεια μέθης, έλαβε υπόψη την από 14.4.2006 έκθεση εξέτασης αίματος της Δ/νης Εγκληματολογικών Ερευνών της αστυνομίας, βάσει του οποίου η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα του αναιρεσείοντος ανήρχετο σε 2,22 gr/l αίματος, ήτοι σε έγγραφο μη πληρούν τους όρους του νόμου, δοθέντος ότι η αιμοληψία πραγματοποιήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που επιτάσσει το άρθρο 4 της ΥΑ 43500/5691/2002, ήτοι από αδελφή νοσοκόμα και όχι από ιατρό ή νοσηλευτικό προσωπικό υπό την επίβλεψη ιατρού και παρουσία προανακριτικού υπαλλήλου, ενώ στο χρησιμοποιηθέν φιαλίδιο δεν επικολλήθηκε ετικέτα στην οποία να αναγράφεται το ονοματεπώνυμό του και επιπρόσθετα δεν κατέστη δυνατή η διενέργεια δεύτερου δειγματοληπτικού ελέγχου ελλείψει δεύτερου φιαλιδίου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ενόσω πρόκειται περί αποδεικτικού μέσου προβλεπόμενου από το νόμο (αρθρ.339 ΚΠολΔ), ήτοι περί εγγράφου μη πληρούντος τους όρους της Υπουργικής ως ανωτέρω απόφασης και επομένως άκυρου, που επιτρεπτώς λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο που δίκασε την παρούσα υπόθεση κατά τη διαδικασία των άρθρων 671 επ.

ΚΠολΔ για τη μόρφωση της κρίσεώς του αναφορικά με το επίμαχο ως άνω ζήτημα.

Επειδή, από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά την έννοια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.12 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό (Δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Ο τρίτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα σκέλος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο του ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επήρεια μέθης, προσέδωσε στην από 14.4.2006 έκθεση εξέτασης αίματος της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της αστυνομίας την αποδεικτική δύναμη τεκμηρίου καίτοι το έγγραφο αυτό είναι ανυπόστατο καθ'οσον δεν τηρήθηκαν για την αιμοληψία οι προβλεπόμενες διατυπώσεις στα άρθρα 4 και 6 της ΥΑ 43500/5691, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθόσον η έκθεση αυτή ως έγγραφο, είναι προβλεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (αρθρ.339 ΚΠολΔ) το οποίο, λόγω μη τηρήσεως των ως ανωτέρω διατυπώσεων δεν πληροί τους όρους του νόμου, δυνάμενο να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.2.2013 αίτηση αναίρεσης της 894/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 496 παρ.4 εδ.4) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.2.2013 αίτηση αναίρεσης της 894/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300,00) ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 8871021, σειρά VI, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ