Legislator Case Law & Legislation
1936/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a court of appeal ruling on robbery and kidnapping charges, rejecting arguments regarding lack of reasoning.

Case Number 1936/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by three defendants against a ruling from the Athens Court of Appeal regarding their conviction for robbery and kidnapping. The defendants argued that the lower court's decision lacked specific reasoning and proper legal basis, but the Supreme Court held that such errors do not constitute grounds for cassation. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32(1), 4, 138(2b), 485(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeals based on alleged lack of reasoning or improper application of substantive criminal law, as it reviews only the legality of the lower court's decisions and does not re-evaluate factual findings or evidentiary assessments.

Keywords

AI generated
cassation appeal lack of reasoning robbery and kidnapping legal costs Code of Civil Procedure review of legality evidentiary assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 32(1), 4 of the Code of Civil Procedure
Article 138(2b) of the Code of Civil Procedure
Article 485(1) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
Article 45 of the Penal Code
Article 322(1)(b) of the Penal Code
Article 380(1) of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
Decision 37/2008 of the Supreme Court
Decision 593/2009 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1936 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1936/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Φ. Α. του Δ., 2) Σ. Χ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3) J. P. του N., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Ε. χήρα Κ. Μ..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται α) στις από 15.10.2010 αιτήσεις τους, αντίστοιχα, οι δύο πρώτοι και β) στην από 26.10.2010, η τρίτη εξ αυτών, οι οποίες (αιτήσεις) καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1499/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 115/22.3.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρούσσου-Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1+ 4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ' αρ. 189/15-10-09, 188/15-10-2009, 199/26-10-2009 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως (που ασκήθηκαν ενώπιον του γραμματέα αρμοδίου τμήματος Εφετείου Αθηνών) των 1) Φ. Α. δικηγόρου, κατοίκου ..., 2) Σ. Χ., κατοίκου ..., 3) J. P. του N., κατοίκου ..., ασκηθείσα δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Καμπότη (δυνάμει του υπ' αρ. .../2007 πληρεξουσίου της Συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη-Κέρχουλα) κατά του υπ' αρ. 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα:

ΙΙ) Με το υπ' αρ. 2117/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παρεπέμφθησαν εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι 1) Φ. Α., 2) Σ. Χ., 3) Ε. Μ., 4) J. P., όπως δικασθούν άπαντες για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη από την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση (αρ. 45, 322 εδαφ.

β περ. β) και για ληστεία (αρ. 380 παρ. 1 ΠΚ) η 4η. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος οι 1ος, 2ος, των κατηγορουμένων ως και η J. P. άσκησαν εφέσεις και με το υπ' αρ. 3388/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των 1ου και 2ου ενώ η έφεση της 3ης απερρίφθη ως απαράδεκτη. Ασκηθείσας δε αναιρέσεως κατ' αυτού το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο με την υπ'αρ. 37/2008 απόφαση ανήρεσε το 3388/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως ως προς τον 1ο και 2ο, ως προς δε την 3η J.

P. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για παράνομη απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση, επεκτείνοντας το αποτέλεσμα αυτό και ως προς την μη ασκήσασα αναίρεση Ε. Μ.. Ακολούθως εκδόθηκε (μετ' αναίρεση) το υπ' αρ. 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε ουσία τις εφέσεις των 1ου και 2ου και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της J.

P. κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, απορρίπτοντας συγχρόνως τις αιτήσεις για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του συμβουλίου.Κατά του εν λόγω βουλεύματος οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την υπ' αρ. 539/2009 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αναίρεση της 3ης, απέρριψε το αίτημα των 1ου και 2ου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, έκανε δεκτές τις αναιρέσεις αυτών (1ου και 2ου) και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο και επεξέτεινε το αποτέλεσμα της αναιρέσεως και ως προς την κατηγορουμένη J.

P. μόνο ως προς την πράξη της αρπαγής. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ήδη προσβαλλόμενο υπ'αρ. 1496/2009 βούλευμα απέρριψε τις εφέσεις των 1ου και 2ου κατά του υπ' αρ. 2177/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως και τις αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώ δεν απεφάνθη επί του επεκτατικού αποτελέσματος ως προς την J.

P. (μόνο για την πράξη της αρπαγής από κοινού).

ΙΙΙ) Κατά του αμέσως ανωτέρω βουλεύματος οι 1ος και 2ος άσκησαν τις υπ'αρ. 189/15-10-09 και 188/15-10-09 αιτήσεις αναιρέσεως οι οποίες είναι εμπρόθεσμες (αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) αφού οι επιδόσεις του προσβαλλομένου βουλεύματος έλαβαν χώρα για μεν τον 1ο την 9-10-09 με θυροκόλληση και στον αντίκλητό του την 12-10-09, στον δε 2ο την 12-10-09 με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 19-10-09, είναι νομότυπες αφού ασκήθηκαν ενώπιον του γραμματέως του εκδόντος το βούλευμα δικαστηρίου (αρ. 474 παρ. 1 ΠΚ) είναι επίσης παραδεκτές αφού στρέφονται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 482 παρ. 1α ΚΠΔ) και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως (αρ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ).

ΙV) Ως προς την αναίρεση της 3ης J. P. είναι εμπρόθεσμη (αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) και νομότυπη (αρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ) αφού ασκήθηκε την 26-10-09 προ πάσης επιδόσεως είναι όμως απαράδεκτη διότι η υπ'αρ. 199/26-10-09 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Ελένη Καμπότη και έχει προσαρτηθεί στην εν λόγω αίτηση το υπ' αρ. .../20-4-2007 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη-Κέρχουλα η ανωτέρω αναιρεσείουσα παρέχει στην δικηγόρο Αθηνών Ελένη Καμπότη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα "να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του βουλεύματος 3388/2006 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εις το οποίο φέρομαι ως κατηγορουμένη".

Επίσης με το αυτό πληρεξούσιο η αναιρεσείουσα παρέχει στην εν λόγω δικηγόρο την εντολή "να πράξει το δέον" μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου επί της υπό κρίση κατηγορίας και μέχρι πέρατος της όλης διαδικασίας. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την ανωτέρω δικηγόρο ως πληρεξουσία της αναιρεσείουσας, βάσει του προαναφερθέντος πληρεξουσίου το οποίο επεσυνάφθη στο έγγραφο της αναιρέσεως.

Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δίδεται η ειδική εντολή για άσκηση αναιρέσεως μόνο κατά του 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και όχι κατά του προσβαλλομένου με αναίρεση υπ' αρ. 1496/2009 βουλεύματος ιδίου Συμβουλίου. Η παρεχομένη δε με το πιο πάνω πληρεξούσιο γενική πληρεξουσιότητα στην εν λόγω δικηγόρο "να πράξει το δέον μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και μετά ταύτα" δεν αρκεί, αφού δεν γίνεται ειδικά λόγος για την άσκηση άλλων ενδίκων μέσων.

Περαιτέρω, η υπ' αρ. 199/2009 αίτηση αναιρέσεως της J. P. στρέφεται κατά του υπ' αρ. 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επικαλουμένη ότι αυτό αναιτιολογήτως απέρριψε ως απαράδεκτη και εκπρόθεσμη την έφεσή της κατά του πρωτοδίκου υπ' αρ. 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (δεν αιτιολογείται γιατί εκλητεύθη ως αγνώστου διαμονής ενώ ανεζητήθη σε εσφαλμένη διεύθυνση επί της οδού ..., αντί της δηλωθείσας διευθύνσεώς της ...).

Ως προς την ουσία ζητά την αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διατάξεως εκ πλαγίου παράβαση του αρ. 322 Π.Κ., (αναπτύσσοντας τους λόγους) έλλειψη αιτιολογίας, ακυρότητα διότι δεν ειδοποιήθηκε η δικηγόρος της για να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως. Με την υπ' αρ. 593/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ανηρέθη το υπ' αρ. 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς τους 1ο και 2ο των κατηγορουμένων, απερρίφθη ως απαράδεκτη η αναίρεση της J.

P. αλλά επεξετάθη το αποτέλεσμα της αναιρέσεως μόνο ως προς την πράξη της αρπαγής για την J. P. και κατά συνέπεια αβασίμως αιτείται την αναίρεση του προσβαλλομένου για την πράξη της ληστείας. Πέραν όμως τούτου τόσο εις την εισαγγελικήν πρόταση όσο και στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ουδεμία μνεία γίνεται ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα, για την ανωτέρω κατηγορουμένη, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτού και συνεπώς δεν υφίσταται σ' αυτό κεφάλαιο για να το προσβάλλει η εν λόγω αναιρεσείουσα γι' αυτό θα πρέπει ως προς αυτήν να επιστραφεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για να εισαχθεί στο Συμβούλιο Εφετών για να αποφανθεί επί του επεκτατικού αποτελέσματος σύμφωνα με την 593/2009 απόφαση του Υμετέρου Συμβουλίου.

Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση που ασκήθηκε από τούτο ειδική εντολή, πρέπει σύμφωνα με το αρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ να απορριφθεί, προεχόντως για τον λόγο αυτό ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

V) Λόγοι αναιρέσεως:

α) Ως προς τον 1ο κατηγορούμενο Φ. Α.: αα) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: αόριστη αναφορά στο σύνολο της ανάκρισης, χωρίς προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη για την κρίση του Συμβουλίου, ουδόλως μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα αφού δεν αρκεί η αναφορά "αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής αστυνομική προανάκριση".

Δεν προκύπτει ο υπερχειλής δόλος του. Αντιφατική παραδοχή αφού δέχεται ότι επεδίωκε την προσέγγιση (της παθούσας) ώστε να την θέσει υπό την επιρροή του και να αποσύρει τις σε βάρος του κατηγορίες και παράλληλα ότι η παθούσα απήχθη από αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του με βία για να τεθεί υπό τον απόλυτο έλεγχό τους και να εξαναγκασθεί να υπογράψει δήλωση με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ στις οποίες προέβη για λογαριασμό της.

Δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η παθούσα (Α. Μ.) εστερήθη καθ' οιονδήποτε τρόπο της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας και ότι αυτή τελούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο των απαγωγέων της χωρίς να εξειδικεύονται παράλληλα ο τρόπος και τα μέσα που υλοποιείτο ο σκοπός τους αυτός μη αρκούντος του αναγραφέντος (εκ της αστυνομικής ταυτότητας) του οικογενειακού (αντί του συζυγικού) επωνύμου της ως ειδικότερα εκτίθενται στην αίτηση.

αβ) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διατάξεως ήτοι του αρ. 322 ΠΚ. αγ) Εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως του αρ. 322 ΠΚ ένεκα ασαφειών και αντιφάσεων. αδ) Επίσης ο 1ος κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου την από 8-12-2009 αίτηση-υπόμνημα μετά των συνημμένων εγγράφων προς συσχέτιση και επίρρωση των ισχυρισμών του αιτούμενος άμα όπως λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως.

β) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του 2ου κατηγορουμένου. βα) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα ούτε κατ' είδος, δεν προκύπτει ο υπερχειλής δόλος, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η παθούσα εστερήθη της ελευθερίας και της προστασίας της πολιτείας υπό την έννοια της περιαγωγής της εις κατάσταση ομηρίας ως και για τους λόγους που αναφέρονται από τον 1ο εις την παράγραφο V.αα της παρούσας.

ββ) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διατάξεως αρ. 322 ΠΚ. βγ) Εκ πλαγίου παράβαση της εφαρμοσθείσας διατάξεως του αρ. 322 ΠΚ λόγω αντιφάσεων. γ) Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δια των αιτήσεων αναιρέσεως υπέβαλαν αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεώς των ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή διευκρινήσεων επί των αναιρετικών κυρίως λόγων.

Επί πλέον ο 2ος επικαλείται την από 2-7-2009 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ισχυριζόμενος ότι προφανώς δεν ελήφθη υπ' όψη κατά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.

VΙ) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρώσεων) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005).Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ.

Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π. Δ/σύνη 2006/732, A.Π. 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ.

το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση ( Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν. Χρ. 1987/5, 07).Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου ( Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.

Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50).

VII) Κατά το άρθρο 322 του Π.Κ. "όποιος με απάτη ή βία, ή με απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί τον συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη.

Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον σωμάτων ή των προσώπων του αρ. 157 παρ. 1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση".

Η ανωτέρω διάταξη σκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας (Α.Π. 593/2009, Α.Π. 112/98 ΠΧρ.ΜΗ/764).

Η κατά τα άνω επέμβαση προσβάλλει την ελευθερία του άλλου σε στενή έννοια ήτοι την ελευθερία κινήσεως διαμονής σε ορισμένο τόπο και την αδιατάρακτη (ακώλυτη) διαβίωση (Α.Π. 292/82 ΠΧρ. ΛΒ/888, Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ' υπ' αρ. 322 σελ. 828-829).Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, η άσκηση βίας με την οποία κάμπεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας η οποία ισοδυναμεί με την δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας (Α.Π. 112/98 ΠΧρ.

ΜΗ/764). Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζομένη κατάσταση, εξ αιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στην φυσική εξουσία του αυτουργού.

Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του αρ. 157 εδάφ.

α' ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη.

Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου.

Τέλος δε περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στην διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από τον δράστη. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος και πρέπει να καταλαμβάνει την σύλληψη και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της πολιτείας, είναι δε αδιάφορος στο εδαφ.

α' ο σκοπός της αρπαγής και συνεπώς αρκεί (στην περίπτωση του εδαφ. α') και ο ενδεχόμενος δόλος (Τούση-Γεωργίου Ερμ. ΠΚ έκδοση Γ' υπ'αρ. 322 σελ. 829-830, ΑΠ 728/98 Π.Χρ. ΜΘ/246).Εξ άλλου κατά το άρ. 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 1141/2003 ΠΧρ.

ΝΔ/353, Α.Π. 474/2001 Π.Χρ. ΝΒ/53).

VIII) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το στοιχείο μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/408) αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση (αρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ) και ειδικότερα τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ' αρ. 348/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καθώς και όλες οι αιτήσεις των κατηγορουμένων περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως που υποβλήθηκαν πριν και μετά την έκδοση των αναιρετικών βουλευμάτων και τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων μετά των υπομνημάτων των αξιολογούμενο κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (αρ. 177 ΚΠΔ) εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατά το έτος 1967 η Α. Μ.-Κ. και ο σύζυγός της Δ.-Δ. Μ. γνωρίστηκαν με την Ε. Π. και έκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πολύ στενή φιλική σχέση, η οποία από την πλευρά της τελευταίας εκδηλωνόταν με την πραγματοποίηση τακτικών επισκέψεων τόσο στη ..., όπου αυτοί αρχικά διέμεναν, όσο και στη ..., όπου από το έτος 1985 είχαν εγκατασταθεί και κατοικούσαν μόνιμα.

Το ζεύγος Μ. δεν είχε αποκτήσει παιδιά και δεν διατηρούσε καμία επαφή με τους συγγενείς του που ζούσαν στην Ελλάδα, γι αυτό η Ε. Π. εξακολούθησε να επισκέπτεται την φίλη της στην ..., ακόμα και μετά τον επισυμβάντα τον Σεπτέμβριο του έτους 1997 θάνατο του συζύγου της ως το μόνο πλέον οικείο πρόσωπο που της είχε απομείνει.

Κατά το έτος 2001 η ηλικίας 84 ετών Α. Μ.-Κ. επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και ύστερα από σχετική συνεννόηση με την Ε. Π., εγκαταστάθηκε στο ευρισκόμενο επί της ... στην Αθήνα, ιδιόκτητο διαμέρισμα της τελευταίας για λίγους μήνες. Κατόπιν η Ε. Π. προσέλαβε για τις ανάγκες τους ως οικιακή βοηθό την Βουλγαρικής υπηκοότητας J.

P. και εγκατέστησε την Α. Μ.-Κ. μετά της ως άνω οικιακή βοηθό σε άλλο διαμέρισμα, στην οδό διαμέρισμα, στην ... στην ..., ενώ η ίδια παρέμεινε αρχικά στο διαμέρισμα της οδού ... και ακολούθως κατά τον Μάρτιο του έτους 2002, μετακόμισε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού .... Από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2002 η Ε.

Π. εγκατέστησε εκ νέου την Α. Μ. στο διαμέρισμα επί της ..., μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2003, που η τελευταία εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της οδού 2003, που η τελευταία εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της οδού ..., όπου και διέμενε έκτοτε με την φίλη της Ε. Π.. Την διαχείριση της περιουσίας της η οποία ήταν σημαντική λόγω της κατάστασης της υγείας της και της αδυναμίας να την διαχειριστεί η παραπάνω την είχε αναθέσει με το από 24-8-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στην Ε.

Π. την οποία και με διαθήκη της στην ... την είχε ορίσει και κληρονόμου της. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 2002 οι Ε. Κ., Β. Κ. και Ε. Κ. συγγενείς της Α. Μ.-Κ. κοινοποίησαν στην Ε. Π. εξώδικη δήλωση-πρόσκληση διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσαν να απέχει από πράξεις που περιέχουν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της Α.

Μ.-Κ.. Μετά την κοινοποίηση του εν λόγω εξωδίκου και προκειμένου να δοθεί η σχετική απάντηση στους ως άνω συγγενείς, οι δύο γυναίκες προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον κατηγορούμενο Φ. Α. ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την σχέση εμπιστοσύνης και εξαρτήσεως που έντεχνα καλλιέργησε στις ανωτέρω, διογκώνοντας τον κίνδυνο από τις δικαστικές ενέργειες των αντιδίκων και διαβεβαιώνοντας αυτές ότι μόνο αυτός μπορούσε να τις προφυλάξει, έπεισε την Ε.

Π., η οποία ως πιο νέα είχε την επιμέλεια της Α. Μ.-Κ., ότι για λόγους προστασίας και των δύο τους έπρεπε να του αναθέσει την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της Α. Μ.-Κ., που περιελάμβανε καταθέσεις χρημάτων στις Τράπεζες CITIBANΚ-... και DISCOUNT BANK ... και προς τον σκοπό αυτό συνέταξε και παρέπεισε την Ε. Π. να υπογράψει το παρ'αυτού συνταγέν από 29-11-2002 "εγολαβικό δίκης και εκχωρητήριο" με το οποίο αυτή του ανέθετε κατ'αποκλειστικότητα χειρισμό υποθέσεως (που δεν κατονομάζεται) την εξουσία και την ανέκκλητη πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες" για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της πρώτης συμβαλλομένης και της Α.

Μ. ...", προσδιορίζοντας ως αμοιβή του ποσοστό 17% επί της αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων της Α. Μ.-Κ. "εις είδος ή χρήματα" και καθιστώντας (δια του εργολαβικού) τον εαυτό του κατά το ποσοστό αυτό εξ αρχής συνδικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων διαλαμβάνοντας στο εργολαβικό ότι "η πρώτη των συμβαλλομένων εκχωρεί δια του παρόντος οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσό στο ποσοστό της αμοιβής του 17% στο δεύτερο των συμβαλλομένων.

Η Α. Μ.-Κ. ύστερα από σχετική υπόδειξη του κατηγορουμένου Φ. Α. δέχθηκε αφ'ενός μεν με το υπ'αριθμ. .../28-9-2003 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να αναθέσει σ'αυτόν την εκπροσώπησή της σε όλα γενικώς τα δικαστήρια και την διαχείριση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της καθώς και των δύο τραπεζικών της λογαριασμών, ως προεκτέθηκε, που τηρούνταν στην Ελλάδα και την Γενεύη, αφ' ετέρου δε με την υπ' αριθ. .../28-9-2003 συμβολαιογραφική πράξη να ανακαλέσει το ανωτέρω από 24-8.2001 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο εκπροσωπείτο μέχρι τότε στα ζητήματα αυτά από την Ε.

Π.. Επειδή όμως στις αρχές Ιουνίου 2003 οι δύο γυναίκες ανακάλυψαν ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος δικηγόρος, χωρίς να τις ενημερώσει, είχε προβεί σταδιακά, σε συντομότατο χρονικό διάστημα, από 5-3-2003 έως 24-6-2003, σε συστηματική αφαίμαξη του με αριθμό ... Τραπεζιτικού λογαριασμού της Α. Μ. στην CITIBANK ..., αναλαμβάνοντας τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895 ευρώ το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφήνοντας σχεδόν μηδενικό υπόλοιπο, θεώρησαν εύλογο ότι η ενέργειά του αυτή είχε γίνει καθ' υπέρβαση της παρασχεθείσας σ' αυτόν εντολής και ότι αποσκοπούσε στην παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού.

Με αφορμή το γεγονός αυτό, στις 19-6-2003 του απαγόρευσαν να εισέλθει στο διαμέρισμά τους, ακολούθως δε στις 23-6-2003 μετακόμισαν στο επί της οδού ... διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ε. Π., παράλληλα δε με την υπ'αριθμ. .../23-6-2003, συμβολαιογραφική πράξη η Α. Μ. ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς τον κατηγορούμενο Φ. Α. και του κοινοποίησε την επομένη ημέρα εξώδικη δήλωση με την οποία τον καλούσε να παραδώσει στο νέο δικηγόρο της Γ.

Τ. αναλυτική κατάσταση της μέχρι τότε διαχειρίσεως των περιουσιακών της στοιχείων. Ταυτόχρονα οι δύο γυναίκες κατήγγειλαν την προπεριγραφείσα αντιδεολογική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δικηγόρου στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων με την υπ'αριθ. 90/2005 απόφασή του, η οποία εξεδόθη κατ' έφεση της υπ' αριθμ. 203/2003 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, έκρινε τον Φ.

Α. πειθαρχικά ελεγκτέο για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45 παρ. 1 και 46 του Κώδικα περί δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,5,7,36,37 και 39 του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος και του επέβαλε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης έξι μηνών, για τις πράξεις που λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές και αφορούν την συμπεριφορά του έναντι της Α.

Μ. και της Ε. Π., ενδεικτικά δε αναφέρομε ότι ο κατηγορούμενος Φ. Α. παρουσίασε αναληθώς στις ανωτέρω ότι διεξήγαγε δήθεν δυσχερείς διαπραγματεύσεις με τους εξωδίκως δηλούντες που απαιτούσαν μεταβάσεις του στην Θεσσαλονίκη και ότι δήθεν οι διαπραγματεύσεις αυτές απέτυχαν και οι αντίδικοι ξεκίνησαν δίκη σε βάρος των δύο γυναικών, η οποία δίκη διεξήχθη τον Ιούνιο του έτους 2002 και είχε δυσμενή γι' αυτές έκβαση.

Επί τη βάσει δε των παραστάσεων αυτών, που ήσαν ψευδείς, εφόσον ουδεμία δίκη ή διαπραγμάτευση έλαβε χώρα, ούτε επακολούθησε του παραπάνω εξωδίκου οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή όχληση, απέσπασε από τις παραπάνω το ποσό των 20.000 ευρώ για αμοιβή του. επίσης τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003 ανακοίνωσε στις ανωτέρω αναληθώς ότι εξεδόθη στη Θεσσαλονίκη δικαστική απόφαση, η οποία δήθεν απαγόρευε στην Ε.

Π. να διαχειρίζεται την περιουσία της Α. Μ. και ότι σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής έπρεπε να αναλάβει αυτός ως δικηγόρος τη διαχείριση αυτή και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του έπεισε την Α. Μ., συμφωνούσας και της Ε. Π. να του χορηγήσει, κατά τα προεκτεθέντα, με τον υπ'αριθ. .../28-3-2003 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ουρανίας Χριστοδουλίδη την πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία της και ιδίως να αναλαμβάνει χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στις παραπάνω Τράπεζες.

Στη συνέχεια η Α. Μ.-Κ. και η Ε. Π. κατέθεσαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 3-7-2003 μήνυσή τους κατά του Φ. Α. για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και κατά του Σ. Χ. και Ε. Μ. για απόπειρα διατάραξης οικιακής ειρήνης. Επί τη βάσει της μηνύσεως αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του Φ.

Α. για απάτη κατ' επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο κατηγορούμενος Σ. Χ. ήταν ταξιτζής, γνώρισε τυχαία το έτος 2001, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται απολογούμενος την οικιακή βοηθό της Α.

Μ., J. P. και έκτοτε έδειχνε ενδιαφέρον για την ηλικιωμένη γυναίκα, στη συνέχεια δε ο κατηγορούμενος Φ. Α. προσέλαβε αυτόν έναντι αμοιβής 600 ευρώ, προκειμένου να μεταφέρει με το Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητό του την Α. Μ. στους περιπάτους της. Η Ε. Μ. (κατηγορουμένη) απασχολήθηκε ως συνοδός της Α. επί τρίωρο ημερησίως και για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα από τον Απρίλιο έως την 19-6-2003, έναντι αμοιβής 450 ευρώ το μήνα.

Ο κατηγορούμενος Φ. Α. δεν αποδέχθηκε την απομάκρυνσή του από τον χειρισμό και την διαχείριση της περιουσίας της Α. Μ. και παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου και την σχετική απαγόρευση εισόδου στο διαμέρισμά της επεδίωξε τον οπωσδήποτε προσεταιρισμό της επιλέγοντας την τακτική της κοινοποιήσεως πλήθους εξωδίκων προσκλήσεων και μαζί με τους συγκατηγορουμένους του Σ.

Χ. και Ε. Μ. προσπάθησαν να την προσεγγίσουν και να την θέσουν υπό την επιρροή τους ώστε να την καταστήσουν πειθήνιο όργανο και να καταφέρουν να αποσύρει την από 3-7-2003 μήνυση που κατά τα προαναφερθέντα είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για τον σκοπό αυτό καθημερινά σχεδόν παρακολουθούσαν το διαμέρισμα της οδού ..., όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο γυναίκες και η οικιακή βοηθός, αν και προς τούτο δεν είχαν κανένα δικαίωμα και προσεταιρίσθηκαν και την οικιακή βοηθό των Ε.

Π. και της Α. Μ. καιροφυλακτώντας και σχεδιάζοντας τρόπο για την εξουδετέρωση της Ε. Π., ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος Φ. Α. κοινοποιούσε, όπως προεκτέθηκε, στην Α. Μ. και Ε. Π. σωρεία εξωδίκων χαρακτηριστικό είναι ότι η Ε. Μ. έδινε γραπτές αναφορές στον Φ. Α. για όσα διαπίστωνε από την παρακολούθηση. Ειδικότερα στις 11-10.2003 στην αναφορά της προς τον Φ.

Α. η Μ. αναφέρει μεταξύ των άλλων: "....... Ο Σ. θα είναι το βράδυ μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι, θα είναι σε τηλεφωνική επαφή ανά μισάωρο με την Α. (δηλ. την οικιακή βοηθό), δεν πρόκεται να κουνηθεί ούτε η Α. ούτε και ο Σ.. Φοβούνται μη τυχόν η Β. (δηλ. η Ε. Π.) κάνει καμιά ένεση στην κ. Α. και τη σκοτώσει. Ο Θεός να την λυπηθεί την κ.

Α. να ξημερώσει με το καλό και αύριο θα την πάρουμε να την πάμε στην κλινική ...". Σύμφωνα με τις από 13-10-2003, 17-10-2003, 27-10-2003, 14-11-2003 και 3-6-2005 ένορκες καταθέσεις της Ε. Π. περί ώρα 23.00' της 12-10-2003 το βράδυ η οικιακή βοηθός J. P. έριξε υπνωτικό στον καφέ της με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτή σε κατάσταση υπνώσεως, βυθίστηκε σε λήθαργο και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της.

Κάποια στιγμή αντελήφθη την παρουσία της οικιακής βοηθού μέσα στο δωμάτιό της και στη συνέχεια άκουσε την φωνή της Α. Μ. να λέει "που με πηγαίνετε, που πάμε", γεγονός που σημαίνει ότι δεν τους ακολούθησε η Α. Μ. με την θέλησή της αλλά προέβαλε κάποια αντίσταση και διαμαρτυρία. Η Ε. Π. σηκώθηκε τρεκλίζοντας και είδε την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ανοικτή και έξω την Α.

Μ. να μεταφέρεται υποβασταζόμενη από την οικιακή βοηθό, τον Φ. Α. και τον Σ. Χ., πλην όμως δεν είχε δυνάμεις να αντιδράσει και έπεσε σε λήθαργο μέχρι το πρωΐ. Το επόμενο πρωΐ στις 8.00 η ώρα ξύπνησε και συνειδητοποίησε την απουσία της Α. Μ. και της οικιακής βοηθού, διαπίστωσε ότι η θύρα εισόδου του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και ότι έλειπαν έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από την τσάντα της, που είχε στο δωμάτιό της ως και το κλειδί της θύρας εισόδου, τηλεφώνησε δε αμέσως στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε το γεγονός.

Η Ε. Π. ζήτησε να εξετασθεί από ιατροδικαστή. Από την 2435/21-10-2003 Ιατροδικαστική έκθεση Κλινικής Εξετάσεως και την 2435/21-10-2003 'Εκθεση Τοξικολογικής εξετάσεως ούρων της Ε. Π., προκύπτει ότι στο ληφθέν δείγμα ούρων της ανωτέρω ανιχνεύθηκε η κατασταλτική ουσία διαζεπάμη και των μεταβολιτών αυτής οξαζεπάμη και νορδιαζεπάμη.

Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τα καταγγελόμενα με τις καταθέσεις της περί σχεδιασμού της αρπαγής της Α. Μ. από τους ως άνω κατηγορουμένους και της ληστείας σε βάρος της από την οικιακή βοηθό, γεγονός άλλωστε που ενισχύεται και από την 11-10-2003 έγγραφη αναφορά της Ε. Μ. προς τον Φ. Α., το περιεχόμενο της οποίας προαναφέρεται.

Όπως προκύπτει από το από 21-10-2003 έγγραφο της Ευρωκλινικής Αθηνών, η Α. Μ. Κ. προσήλθε στην άνω κλινική στις 13-10-2003 και ώρα 02.01 π.μ. και την υπεύθυνη δήλωση για ανάληψη της κάλυψης των εξόδων νοσηλείας της έχει υπογράψει ο Φ. Α.. Η Α. Μ. δηλώθηκε κατά την εισαγωγή της όχι με το όνομα Α. Μ. αλλά με το πατρικό της επώνυμο Α.

Κ. και διεύθυνση κατοικίας ..., όπου στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του Φ. Α.. Η ασθενής υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις λόγω άλγους (ΔΕ) υποχονδρίου-πιθανή χολοκυστίτιδα και πήρε εξιτήριο από την εν λόγω κλινική στις 16.00 ώρα το απόγευμα της ιδίας ημέρας και παρά το ότι από τις εξετάσεις που έγιναν δεν διαπιστώθηκε τίποτε το αξιόλογο, μεταφέρθηκε στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ όπου επίσης δηλώθηκε με το πατρικό της επώνυμο, για συνέχιση της νοσηλείας της και όχι στην οικία της αφού δεν είχε τίποτε το αξιόλογο.

Θεράπων ιατρός της Α. Μ. δηλώθηκε και στις δύο κλινικές ο Ν. Π., ο οποίος την παρακολουθούσε ιατρικά τους τελευταίους μήνες κατ' εντολή του Φ. Α.. Η αστυνομία εντόπισε την Α. Μ. μετά από επίμονες έρευνες στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ κατά την 17-10-2003, τα δε αστυνομικά όργανα είχαν κινητοποιηθεί και την αναζητούσαν μετά την σχετική μήνυση για αρπαγή που κατέθεσε η Ε.

Π. και για την αφαίρεση των χρημάτων της που διαπίστωσε ότι είχε κάνει η οικιακή της βοηθός J. P.. Ο κατηγορούμενος Φ. Α. το πρωΐ της 13-10-2003 προκειμένου να προλάβει την σχετική κατ'αυτού καταγγελία για τις παραπάνω πράξεις περί ώρα 06.20 επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ. Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Α. Μ. βρίσκεται μαζί του και έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ..., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13-10-2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ.

Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με τηλεμοιότυπο (FAX) έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Α. Μ. βρισκόταν βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση χωρίς όμως να προσδιορίζει το μέρος που βρισκόταν και η οποία αναυρέθηκε μετά από αναζητήσεις αστυνομικών οργάνων σε άλλη κλινική από την πρώτη από την οποία είχε λάβει εξιτήριο γιατί όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό δεν είχε τίποτε το κλινικά αξιοποιήσιμο και στην οποία δεύτερη κλινική εισήχθη από τον κατηγορούμενο Φ.

Α., μη δικαιούμενο στην ενέργεια αυτή αφού δεν είχε καμιά δικαιοδοσία πηγάζουσα από συγγενική ή άλλου είδους έννομη σχέση αλλά και χωρίς να προκύπτει αποχρών λόγος αφού με βάση την προηγούμενη γνωμάτευση δεν είχε τίποτε το αξιόλογο όπως αναφέρεται παραπάνω.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6897/2200/20-10-2003 Ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Χ. Λ., ο οποίος εξέτασε την Α. Μ. στις 20-10-2009 στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, αυτή έφερε σωματικές κακώσεις ήτοι μώλωπα σε απορρόφηση στην αριστερά μετωπιαία χώρα και κακώσεις στον αριστερό ώμο, στον αριστερό μαστό, στην αριστερά κνήμη, συμβατές με απλή πτώση.

Το προσωπικό της κλινικής ανέφερε ότι η ανωτέρω την νύκτα του Σαββάτου 18-10-2003 έπεσε από το κρεβάτι της. Εν τω μεταξύ στις 16-10-2003 η Α. Μ. φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ, στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Φ. Α. κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2003 μέχρι 15-10-2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην Τράπεζα CITIBANK.

Εκτός αυτού η Α. Μ. στις 14-10-2003 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ότι έκανε γι'αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της και να καλέσει την Συμβολαιογράφο που συνέταξε την υπ' αριθμ. .../2003 Πράξη Ανακλήσεως Πληρεξουσίου της 23η-6-2003 και η αρχική της εντολή και πληρεξουσιότητα προς αυτόν (Φ.

Α.) με αριθμό πληρεξουσίου .../2003 είναι οριστική και ανέκκλητη. Τα ως άνω έγγραφα δεν είναι ιδιόγραφα και εκ της διατυπώσεώς τους συνάγεται ότι έχουν συνταχθεί από τον κατηγορούμενο Φ. Α., η δε Α. Μ. έθεσε απλώς την υπογραφή της, από την οποία προκύπτει ότι η πνευματική της κατάσταση δεν είναι καλή. Η Α. Μ. στην από 3-11-2003 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Αθηνών, παρόλο που είναι εμφανής η έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών, αναφέρει ότι "Από το σπίτι με πήραν νύχτα ...

Η Β. είναι φίλη μου και την αγαπάω πολύ. Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Α.. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά ... Με πήραν με το ζόρι. Ούτε κατάλαβα πώς με πήραν από το σπίτι. Δεν μου είπαν πού με πάνε". Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις 10-10-2003) δύο μέρες πριν το περιστατικό) η Α. Μ. έδωσε ένορκη κατάθεση ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Αθηνών σχετικά με την μήνυση του Φ.

Α. κατά της Ε. Π., από την οποία προκύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό πνευματική διαύγεια αυτής, ενώ στις 13-11-2003 προκύπτει σημαντική έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνει και ο διορισθείς από την Ανακρίτρια ψυχίατρος Γ. Δ., ο οποίος εξέτασε την Α. Μ. στις 27-10-2003 και 13-11-2003 και κατέληξε στο συμπέρασμα "Η εξετασθείσα πάσχει από γεροντική άνοια χωρίς συνοδόν ψυχιατρικά συμπτώματα, νόσος μη παροδική αλλά μόνιμη δυσλειτουργία του εγκεφάλου μη αναστρέψιμη και με σταδιακή και βαθμιαία επιδεινούμενη έως της τελικής κατάληξης.

Αποτέλεσμα της νόσου είναι η σημαντική έκπτωση της κρίσης, της μνήμης, της αφαιρετικής ικανότητας και των δεξιοτήτων της εξετασθείσας ...".Ο κατηγορούμενος Φ. Α. κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίσθηκε ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά τα μεσάνυχτα της 12-10-2003 από κάποιο συγγενικό πρόσωπο της οικιακής βοηθού, το οποίο δεν κατονομάζει, ότι η Α.

Μ. πονούσε και ότι θα μεταφερόταν στην Ευρωκλινική, ο ίδιος δε προσήλθε στην ως άνω κλινική στις 02.00 τα ξημερώματα της 13-10-2003 προσκομίζοντας την ταυτότητά της, ενέργεια που δεν αίρει την ποινική του ευθύνη δεδομένου ότι στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα δηλώθηκε απ'αυτόν με το πατρικό της επώνυμο και ως εκ τούτου ήταν δυσχερής ο εντοπισμός από την αστυνομία.

Στις 06.20 ώρα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω κατηγορούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς το Α.Τ. Εξαρχείων ότι η Α. Μ. έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ... και ότι βρισκόταν μαζί του, ισχυρίσθηκε δε ότι "τη δήλωση αυτή την έκανε σε περίπτωση που δηλωθεί εξαφάνιση για να γνωρίζουν οι αρχές". Στα προαναφερθέντα έγγραφά του προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων ανέφερε ότι το βράδυ της 12-10-2003 είχε ειδοποιηθεί από την οικιακή βοηθό J.

P. ότι η Α. Μ. "είχε εξασθενήσει σοβαρώς με συμπτώματα χαμηλής πιέσεως και του ζητήθηκε να επιληφθεί προς προστασία της υγείας της" και ότι κατόπιν αυτού πρότεινε στην οικιακή βοηθό να ειδοποιήσει ασθενοφόρο ταξί, προκειμένου να μεταφερθεί η Α. Μ. προς άμεση ιατρική φροντίδα και παρακολούθηση, όπως και έγινε πράγματι, χωρίς ωστόσο να αναφέρει στο τηλεφώνημα και στα έγγραφα αυτά σε ποιό νοσηλευτήριο διακομίσθηκε.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου Φ. Α. αποδυναμώνονται πλήρως όχι μόνο από την κατάθεση της Ε. Π. αλλά και την προαναφερθείσα από 11-10-2003 αναφορά της Ε. Μ. προς τον ίδιο. Σημειωτέο ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της παραμονής της Α. Μ. στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ήτοι από τις 13-10-2003 που εισήχθη στην εν λόγω κλινική μέχρι και τις 17-10-2003 που εντοπίστηκε ως Κ., αυτή συνοδευόταν υπό της κατηγορουμένης Ε.

Μ.. Ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος διότι η οικιακή βοηθός J. P. δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να ειδοποιήσει αυτόν, ο οποίος είχε παύσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Μ., ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2003, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Στο διαμέρισμα βρισκόταν η Ε. Π. η οποία θα ηδύνατο να επιληφθεί σε περίπτωση αδιαθεσίας της φίλης της και να καλέσει ασθενοφόρο ή ταξί.

Επί πλέον ο Φ. Α. εμφανίζεται μαζί με την Α. Μ. στην Ευρωκλινική Αθηνών όπου αρχικώς εισήχθη αυτή και στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ όπου εισήχθη ακολούθως, την ίδια ημέρα. Σημειωτέο δε ότι η Α. Μ. εισήχθη στις κλινικές αυτές χωρίς να πάσχει από κάποια νόσο και από την ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ πήρε εξιτήριο στις 16.00' ώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

Ο κατηγορούμενος Σ. Χ. κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίσθηκε ότι την νύκτα της 12/13-10-2003 βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του στο .... Η κατηγορουμένη Ε. Μ. αρνείται επίσης την συμμετοχή της στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε την εισαγωγή της τελευταίας στην κλινική το απόγευμα της 13-10-2003 από τον κατηγορούμενο Φ.

Α., οπότε και προσήλθε, μετά από προτροπή του ιδίου, για να την φροντίζει. Τέλος η κατηγορουμένη J. P. δεν απολογήθηκε καθώς εγκατέλειψε την Ελλάδα αμέσως μετά την εισαγωγή της Α. Μ. στην κλινική, χωρίς βεβαίως να ενημερώσει τις αρχές για τον ακριβή τόπο της διαμονής ή της κατοικίας της.Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι η οικιακή βοηθός J.

P. περιήγαγε την Ε. Π. σε κατάσταση ύπνωσης και ανικανότητας με την χορήγηση σ'αυτήν ηρεμιστικού και αφαίρεσε από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ προκειμένου να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι κατηγορούμενοι Φ. Α., Σ. Χ., Ε. Μ. και J. P. από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο με βία κάνοντας χρήση των σωματικών τους δυνάμεων και χωρίς τη θέληση της παθούσας Α.

Μ., την απομάκρυναν βίαια από την κατοικία της, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ένορκες καταθέσεις της Α. Μ. και της Ε. Π., και την μετέφεραν αργά την νύκτα στην κλινική ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ χωρίς να υπάρχει λόγος και ακολούθως από εκεί την μετέφεραν στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κάνοντας μάλιστα χρήση του επωνύμου "Κ." και όχι του χρησιμοποιουμένου από αυτήν "Μ.".

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Φ. Α., με επίκληση της μαρτυρικής καταθέσεως του Π. Π. ενώπιον της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 25-5-2004, Υπαστυνόμου, που υπηρετούσε τον επίμαχο χρόνο στο Α.Τ. Εξαρχείων, όπου αναφέρει "... ο κ. Α. γύρω στις 6 και 30 το πρωΐ, τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα και μάλιστα ήμουν εγώ στο τηλέφωνο ως αξιωματικός υπηρεσίας και μου είπε ότι έχει τη γιαγιά σε μια κλινική, στον Λευκό Σταυρό ...." ότι είχε ειδοποιήσει έγκαιρα τις αρμόδιες αρχές για τον τόπο νοσηλείας της Α.

Μ.-Κ. είναι απορριπτέος αφ'ενός μεν διότι η ανωτέρω παθούσα στις 13-12-2003 και ώρα 6 και 30' π.μ. βρισκόταν στην Ευρωκλινική Αθηνών και όχι στον Λευκό Σταυρό, που δήλωσε ο ως άνω κατηγορούμενος και αφ'ετέρου εάν είχε ο ανωτέρω γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές τον ανακριβή τόπο νοσηλείας της Α. Μ.-Κ. θα είχε αμέσως εντοπιστεί από τις αστυνομικές αρχές ενώ, όπως προκύπτει από το με αριθ.

πρωτ. 1020/39324/1/18-10-2003 διαβιβαστικό προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Α.Τ. Εξαρχείων-Γραφείο Ασφαλείας "Η ανωτέρω απαχθείσα ανευρέθη υπό την Υπηρεσία μας κατόπιν επισταμένων αναζητήσεων στην επί της οδού ... κλινική ΛΕΥΚΟΣ Σταυρός Αθηνών την 13.55 ώρα της 17-10-2003. Στο δωμάτιό της ανευρέθη και η συλληφθείσα Μ.

Ε.". Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος μετά των συγκατηγορουμένων του δεν είχε συλληφθεί και ανεζητείτο (βλ. το ως άνω διαβιβαστικό). Περαιτέρω όσον αφορά το επιχείρημα ότι η παθούσα Α. Μ. ουδέποτε στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, υπό την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας δεδομένου ότι καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 13-10-2003 έως 17-10-2003 η παθούσα παρέμεινε στα νοσηλευτικά αυτά ιδρύματα, νοσηλευομένη και παρακολουθουμένη από το νοσηλευτικό προσωπικό είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο για τον λόγο ότι η Α.

Μ.-Κ. απομακρυνθείσα βιαίως από την κατοικία της από τους κατηγορουμένους, υπό την πνευματική κατάσταση που περιγράφεται στην προεκτεθείσα έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου Γ. Δ., σύμφωνα με την οποία έπασχε από γεροντική άνοια με σημαντική έκπτωση της κρίσης, της μνήμης, της αφαιρετικής ικανότητας και των δεξιοτήτων της εξετασθείσας, αποτέλεσμα δε της νόσου αυτής είναι η αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, η ανεξάρτητη διαβίωση να είναι επικίνδυνη και ανέφικτη και χρήζοντας συνεχούς επίβλεψης και αδυνατώντας εν όλω να φροντίζει μόνη της τις υποθέσεις της, στερηθείσα της δυνατότητας να έχει πρόσβαση και επικοινωνία με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος που αυτή είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει και συγκεκριμένα με την φίλη της Ε.

Π., της οποίας απέκλεισαν την δυνατότητα επικοινωνίας και της ευχερούς προσβάσεως προς αυτήν (Α. Μ.), με την οποία ζούσε και είχε την επιμέλειά της, κατέστη άβουλο και πειθήνιο όργανο και υπό πλήρη επιρροή στα χέρια των κατηγορουμένων, οι οποίοι φρόντισαν να την θέσουν υπό την ασφικτική παρακολούθηση της κατηγορουμένης Ε.

Μ. κατά την παραμονή της στα ως άνω νοσηλευτικά ιδρύματα και ιατρική παρακολούθηση του Ν. Π., ιατρού, ο οποίος και την παρακολουθούσε τους τελευταίους τρεις μήνες κατ' εντολή του κατηγορουμένου Φ. Α.. Υπό τις συνθήκες αυτές η Α. Μ.-Κ. ουδεμία δυνατότητα είχε αντιδράσεως ώστε να ζητήσει βοήθεια από το λοιπό νοσηλευτικό προσωπικό των ως νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεδομένου ότι και να αντέδρασε δεν θα μπορούσε να ληφθεί σοβαρά υπόψη οποιαδήποτε αντίδραση και διαμαρτυρία της αφού επρόκειτο για ηλικιωμένο άτομο με γεροντική άνοια, γεγονός που δεν θα προκαλούσε την υπόνοια ότι είχε λάβει χώρα αξιόποινη πράξη και οποιοδήποτε αντίδρασή της δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί ορθώς.

Υπό τις συνθήκες αυτές η Α. Μ.-Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2003 μέχρι 17-10-2003 απομακρύνθηκε χωρίς την θέλησή της από την κατοικία της, τέθηκε δε υπό την εξουσία των κατηγορουμένων καταστάσα πειθήνιο όργανό τους χωρίς δυνατότητα αντιδράσεως και έτσι στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας.

Οι κατηγορούμενοι είχαν απαγορεύσει στην παθούσα να έχει οποιαδήποτε επαφή με την Ε. Π. με την οποία αυτή ζούσε και η οποία είχε την επιμέλειά της και με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και επίσης οι ίδιοι παρά το ότι την είχαν απομακρύνει με την βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ε. Π., αλλά και ούτε τις παραπάνω αρχές, μετακινώντας μάλιστα αυτή από την πρώτη κλινική στη δεύτερη ώστε να μην είναι ευχερής ο εντοπισμός της παθούσας.

Η δε απαγωγή αυτή έγινε για να καταστεί η απαχθείσα πειθήνιο όργανό τους, να τεθεί αυτομάτως υπό την εξουσία τους χωρίς την δυνατότητα ενεργείας ατομικής, να στερηθεί την ελευθερία της και να εξαναγκασθεί ευρισκομένη σε τέτοια θέση, μη δυναμένη να επικοινωνήσει με την φίλη της αλλά και με τις αρχές να υπογράψει τα παραπάνω έγγραφα.

Αντικειμενικός στόχος του κατηγορουμένου Φ. Α. και των συγκατηγορουμένων του ήταν να επαναπροσληφθεί ως δικηγόρος της Α. Μ.-Κ. και να ορισθεί εκ νέου διαχειριστής κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας καθώς και των τραπεζικών της λογαριασμών δεδομένου ότι γι' αυτούς η Α. Μ.-Κ. με την μεγάλη πολιτεία αντιπροσώπευε με πολλή σημαντική πηγή εσόδων.

Απόδειξη των διαπιστώσεων αυτών αποτελούν τα έγγραφα, όπως προεκτέθηκε, που υπέγραψε στις 14 και 16 Οκτωβρίου 2003, χρονικό διάστημα που κατά τα ανωτέρω είχε αρχίσει η έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών, καθώς και η σπουδή τους να τα υπογράψει μόλις την έθεσαν υπό την επιρροή τους. Παρά ταύτα φέρεται να εγκρίνει δαπάνη ύψους 36.911 ευρώ σύμφωνα με τα λεχθέντα.

Με την υπογραφή των εγγράφων αυτών ο εκκαλών Φ. Α. απέσειε τις ποινικές του ευθύνες για την υπ'αυτού παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 90.000 ευρώ, πράξη για την οποία είχε υποβληθεί εναντίον του η προαναφερθείσα έγκληση, είναι δε αδύνατο να συντάχθηκαν τα έγγραφα από την Α. Μ. υπό την πνευματική κατάσταση που βρισκόταν αλλά αντίθετα συντάχθηκαν από τον Φ.

Α. και για το λόγο αυτό έθεσε στην δήλωση-βεβαίωση της 16-10-2003 ότι η Α. Μ.-Κ. εγκρίνει έξοδα 36.911,00 €, που κατεβλήθησαν δια χειρός Φ. Α. κατόπιν εντολής της κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2003 έως 15-10-2003, δηλαδή έθεσε και δαπάνες μετά τον χρόνο της αρπαγής προκειμένου να αποδείξει ότι ουδέποτε διαταράχθησαν οι σχέσεις του με την Α.

Μ., η οποία έδειχνε με τα έγγραφα αυτά ότι τον εμπιστευόταν πλήρως αφού ενέκρινε όλες τις δαπάνες αφ' ενός και αφ' ετέρου τον όριζε πληρεξούσιο και διαχειριστή της περιουσίας της, ενίσχυε δε τους ισχυρισμούς του ότι η προαναφερθείσα μήνυση για κακουργηματική υπεξαίρεση και απάτη ήταν προϊόν σκευωρίας εκ μέρους της Ε.

Π. αποδυναμώνοντας έτσι την σε βάρος του κατηγορία. Είναι δε αδύνατο η Α. Μ. να γνώριζε την σημασία των εγγράφων αυτών, στα οποία απλώς έθεσε την υπογραφή της υπό συνθήκες που δεν κατέστησαν γνωστές, ούσα υπό τον απόλυτο έλεγχο των κατηγορουμένων και από το γεγονός ότι στην από 3-11-2003 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας παρά την έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών αναφέρει "...

Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Α.. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά. Ερώτηση: Ο Α. ενδιαφέρεται για εσάς και για την υγεία σας; Απάντηση: Τώρα θυμήθηκε ότι έχω υγεία; Δεν τον συμπαθώ καθόλου. Πώς να τον συμπαθώ όταν ξέρω ότι μου έκλεψε τόσα λεφτά. Εσείς όταν μάθετε ότι σας έκλεψε ένας συγγενής σας τον συμπαθείτε; Όχι λέτε, το ίδιο κι εγώ ...".

Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι ο εκκαλών Φ. Α. μετά την παύση του από την παθούσα από το να είναι συνήγορός της και την ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς αυτόν που του ανέθετε την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της και την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες με την υποβολή της σε βάρος του προαναφερθείσας μηνύσεως είχε ως στόχο να θέσει εκ νέου υπό τον απόλυτο έλεγχό του την ανωτέρω παθούσα και για τον λόγο αυτό άρχισε να παρακολουθεί συστηματικά το επί της οδού ...

διαμέρισμα των δύο γυναικών καθώς και τις κινήσεις τους, γεγονός που αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, συμπεριφορά που ουδόλως συνάδει προς το λειτούργημα που επιτελεί ως δικηγόρος, αναθέτοντας μάλιστα στην συγκατηγορουμένη του Ε. Μ. να συντάσσει αναφορές προς αυτόν που του αναφέρει τα αποτελέσματα της παρακολουθήσεως της ιδίας και των λοιπών κατηγορουμένων, καιροφυλακτούσε δε ώστε να αδράξει την ευκαιρία να αποσπάσει την παθούσα από την επιμέλεια της Ε.

Π..

Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι στις 12/13-10-2003 οι κατηγορούμενοι Φ. Α., Σ. Χ., Ε. Μ. και J. P. ενεργώντας από κοινού, ο δε κατηγορούμενος Φ. Α. στερούνταν κατά τον χρόνο της αρπαγής οποιασδήποτε διαχειριστικής εξουσίας της Α. Μ. (βλ. την ως άνω αναφερόμενη υπ'αριθ. .../23-6-2006 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, με την οποία ανεκάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που επιδόθηκε σ' αυτόν κατά την 23-6-2003) απήγαγαν με βία την Α.

Μ. στην Ευρωκλινική και στη συνέχεια στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατακρατώντας την παράνομα μέχρι την 17-10-2003, έτσι ώστε να την αποστερήσουν από την προστασία της πολιτείας και να της στερήσουν την δυνατότητα να έχει πρόσβαση και επικοινωνία με τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της που είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει με σκοπό να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3-7-2003 (ΑΒΜΑ 2003/2513) μήνυση, η οποία κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί νόμιμο από τα δικαιούμενα πρόσωπα και δη την Ε.

Π. και Α. Μ. και στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων Φ. Α. και Σ. Χ. αφ' ενός και αφ' ετέρου να αναθέσει εκ νέου στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Φ. Α. την εντολή και πληρεξουσιότητα για την δικαστική της εκπροσώπηση καθώς και την διαχείριση και επιμέλεια των περιουσιακών της στοιχείων.

Επομένως, στοιχειουθετουμένου του αδικήματος της αρπαγής από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως αυτής, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και αβασίμως οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται βάσιμοι και αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας.

Συνακόλουθα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθ. 355/7-9-2006 και 356/7-9-2006 εφέσεις αντιστοίχως των κατηγορουμένων: α) Φ. Α. του Δ. και της Ι., Δικηγόρου, κατοίκου ..., 4 β) Σ. Χ. του Γ. και της Σ., οδηγού αυτοκινήτου, κατοίκων ..., κατά του υπ'αριθ. 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων είκοσι (220) ευρώ (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.

σε συνδ. με αρ. 58553/19-6-2006 κοινή Υ.Α. Οικονομίας-Οικονομικών και Δικαιοσύνης ΦΕΚ 776Α).Τέλος όσον αφορά το αίτημα των εκκαλούντων κατηγορουμένων να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων για την σε βάρος του κατηγορία εκθέτω τα εξής:

Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. α' έως και ε' ΚΠΔ, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως.

Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε όμως όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους διαδίκους.

Το πιο πάνω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη και επί πλέον κατοχυρώνεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, συστατικό της οποίας είναι και το δικαίωμα ακροάσεως, είναι προφανές ότι αποβλέπει στην διεξοδική διατύπωση των απόψεών τους για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υποθέσεως.

Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις απολογίες είτε στα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και παρεπόμενα να απορρίψει την αντίστοιχη αίτηση του διαδίκου (ΑΠ 1104/1995 ΠΧρ ΛΣΤ' σελ. 244, ΑΠ 187/1995 ΠΧρ ΜΕ σελ. 472, ΑΠ 1649/2004 Ποιν.Λόγος 2004/2152, Συμβ.

Εφ. Αθ. 2278/2007, Συμβ. Εφ.Αθ. 2661/2007).Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση των εκκαλούντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας για παροχή εξηγήσεων είναι μεν νόμιμο στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 Κ.Π.Δ., πλην όμως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία γιατί οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους και τα εκτενή υπομνήματά τους αναπτύσσουν διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις τους, ώστε να μη συντρέχει λόγος να επαναλάβουν αυτούς και προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου Σας, καθόσον δεν υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος της βαρύνουσας αυτούς κατηγορίας και η αυτοπρόσωπη παρουσία τους ουδέν ουσιώδες θα προσθέσει στην υπεράσπισή τους ή στον σχηματισμό ορθής δικανικής κρίσεως επί της υποθέσεως.

IX) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με τα προσβαλλόμενο βούλευμα ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (2177/2006) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και αστυνομική προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι τα αποδεικτικά μέσα (που αναφέρονται κατ' είδος στο προοίμιο) από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην διάταξη του αρ. 322 εδαφ.

α' ΠΚ σε συνδ. με αρ. 45 ιδίου Κώδικα την οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την αιτιολογία να διαληφθούν επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα: Αναφέρει ως ιστορικό στοιχείο τις οικογενειακές σχέσεις της παθούσας Α.

Μ. με την Ε. Π. την εγκατάσταση της πρώτης στην Αθήνα μετά τον θάνατο του συζύγου της και την φροντίδα αυτής που είχε αναλάβει η δεύτερη. Ακολούθως εκθέτει διεξοδικά τον διορισμό και την παύση του 1ου κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της παθούσας, την πειθαρχική τιμωρία του με εξάμηνη προσωρινή παύση από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΔΣΑ για την συμπεριφορά του έναντι της Α.

Μ. και Ε. Π. (εκ παραδρομής αναφέρεται και ως Π.) την εμπλοκή-συμμετοχή των λοιπών κατηγορουμένων, την μη αποδοχή από τον 1ο των κατηγορουμένων της απομακρύνσεώς του από την διαχείριση της περιουσίας της παθούσας την τακτική κοινοποιήσεως πλήθους εξωδίκων την προσπάθεια επαναπροσεγγίσεως, την παρακολούθηση του διαμερίσματος όπου αυτή διέμενε, τις γραπτές αναφορές που συνέτασσε γι' αυτό η κατηγορουμένη Μ.

στον 1ο (παρατίθεται απόσπασμα της από 11-10-2003 αναφοράς) ότι η J. P. την νύκτα της 12-10-2003 έρριξε υπνωτικό στον καφέ της Ε. Π. η οποία βυθίστηκε σε λήθαργο και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι της εξηγεί πώς εισήλθαν οι κατηγορούμενοι και παρέλαβαν την Α. Μ. η οποία τους ακολούθησε χωρίς την θέλησή της. Το πρωί της επομένης η Ε.

Π., όταν συνήλθε, κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, ζήτησε και υποβλήθηκε σε τοξικολογική εξέταση από την οποία ανιχνεύθηκε στα ούρα της κατασταλτική ουσία (διαζεπάμη) και μεταβλητές της (οξαζεπάμη, νορδιαζεπάμη). Αναφέρει την κλινική στην οποία μετεφέρθη αρχικά η Α. Μ. όπου δηλώθηκε με το πατρικό της επώνυμο (Α.

Κ.) και διεύθυνση κατοικίας ... όπου είναι το δικηγορικό γραφείο του 1ου και ακολούθως μεταφέρθηκε σε άλλη κλινική όπου ανευρέθη την 17-10-2003 έπειτα από επίμονες έρευνες της αστυνομίας. Επίσης με επάλληλες σκέψεις και αναφορές σε αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, καταθέσεις) με αντικρούσεις ισχυρισμών κατηγορουμένων αναφέρει σαφώς (φύλλο 17) ότι η παθούσα Α.

Μ. στερήθηκε της ελευθερίας της (παρατίθεται προς επίρρωση των κρίσεων απόσπασμα από κατάθεσή της) καθώς και της προστασίας της πολιτείας, με την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας, ότι αυτή τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των απαγωγέων της, επίσης εξειδικεύονται ο τρόπος και τα μέσα με παράθεση περιστατικών εκ των οποίων προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την παθούσα υπό την πλήρη επιρροή τους και την κατέστησαν πειθήνιο όργανό τους (ιδίως φύλλο 17 σελ.

α) προσδιορίζει χωρίς αντιφάσεις ότι ο 1ος την 13-10-2003 τηλεφώνησε στο ΑΤ Εξαρχείων (όπου δηλώθηκε η απαγωγή) ότι η Α. Μ. έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα που διέμενε, αντικρούει αιτιολογημένα την κατάθεση του αστυνομικού Π. Π. με μνεία, πέραν των άλλων, και του υπ'αρ. 1020/39324/1/18-10-2003 εγγράφου του ΑΤ Εξαρχείων (φύλλο 16 σελ.

β') ότι η παθούσα ανευρέθη κατόπιν επισταμένων αναζητήσεων στην κλινική .... Επίσης περιγράφει πλήρως την πράξη για την οποία εσκοπείται ο εξαναγκασμός της παθούσας δηλ. αφ'ενός, να απαλλάξει τον 1ο από διαχειριστικές ευθύνες και αφ' ετέρου να επαναπροσληφθεί ως δικηγόρος της παθούσας και διαχειριστής της περιουσίας της (κινητής και ακίνητης, τραπεζικών λογαριασμών) δεδομένου ότι λόγω μεγέθους της (ήταν μεγάλη) αποτελούσε μία σημαντική πηγή εσόδων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη του α' εδαφίου του αρ. 322 ΠΚ (σύμφωνα και με το εκτεθέν νομικό μέρος) δεν απαιτεί υπερχειλή δόλο ως εσφαλμένως υποστηρίζεται στις αναιρέσεις αλλά αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος και δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως ο περαιτέρω σκοπός, στο δε βούλευμα αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο.

Τέλος το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με ειδικές σκέψεις απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του προς παροχή διασαφήσεων επειδή με τις απολογίες και τα υπομνήματα είχε εκθέσει διεξοδικά τις απόψεις τους (Α.Π. 960/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1346).Επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή διευκρινήσεων κατ'αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ, ενόψει του ότι συνδέουν το αίτημα με τους αναφερόμενους στις αιτήσεις αναιρέσεως λόγους, θα πρέπει να γίνει δεκτό και κατά τα λοιπά να απορριφθούν οι αιτήσεις των 1ου και 2ου και επιβληθούν εις έκαστον (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) τα δικαστικά έξοδα.

Χ) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 199/26.10.2009 αίτηση αναιρέσεως της J. P. του N., κατοίκου ..., κατά του υπ'αρ. 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας.

3) Να αναπεμφθεί η υπόθεση ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα (J. P.) στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να υποβάλλει πρόταση εις το οικείο δικαστικό συμβούλιο, διότι τόσο στο προσβαλλόμενο όσο και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δεν έχει υπάρξει κρίση για το επεκτατικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως των 1ου και 2ου ως προς την πράξη της αρπαγής σύμφωνα με το διατακτικό της υπ' αρ. 593/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ως εις σελ. 43 αναφέρεται.

4) Να γίνει δεκτή η αίτηση των 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου προς παροχή διασαφήσεων επί των αναιρέσεών τους.

5)Να απορριφθούν οι υπ'αρ. 189/2009 και 188/2009 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των α) Φ. Α. δικηγόρου, κατοίκου ..., και β) Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 6) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των Φ. Α. και Σ. Χ.. Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης".

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αντίκλητος της τρίτης εκ των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες 189/15-10-2009, 188/15-10-2009 και 199/26-10-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των 1) Φ. Α. του Δ., 2) Σ. Χ. του Γ. και 3) J. P. του N., αντιστοίχως, για αναίρεση του 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί, πλην της τρίτης, νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 2 και 42 παρ. 2β του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 ΚΠΔ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση.

Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές.

Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησης του η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδίως του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το προσαρτώμενο στην 199/26-10-2009 αίτηση αναιρέσεως της J. P. του N., .../20-4-2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη - Κερχουλά, η ανωτέρω αναιρεσείουσα παρέχει στη δικηγόρο Αθηνών Ελένη Κομπότη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα "να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του υπ' αριθ. 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εις το οποίο φέρομαι ως κατηγορουμένη".

Επίσης με το ίδιο πληρεξούσιο η αναιρεσείουσα παρέχει στην εν λόγω δικηγόρο την εντολή "να πράξει το δέον" μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και με τα ταύτα ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου επί της υπό κρίση κατηγορίας και μέχρι πέρατος της όλης διαδικασίας. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την ανωτέρω δικηγόρο ως πληρεξούσια της αναιρεσείουσας, δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, το οποίο επισυνάφθηκε στο έγγραφο της αναιρέσεως.

Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δίδεται η ειδική εντολή για άσκηση αναιρέσεως μόνο κατά του 3388/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και όχι κατά του προσβαλλόμενου με αναίρεση 1496/2009 βουλεύματος του αυτού Συμβουλίου. Η παρεχόμενη δε με το πιο πάνω πληρεξούσιο γενική πληρεξουσιότητα στην εν λόγω δικηγόρο "να πράξει το δέον μέχρι πέρατος της όλης αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και με τα ταύτα", δεν αρκεί, αφού δεν.

γίνεται ειδικά λόγος για την άσκηση άλλων ενδίκων μέσων. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από αντιπρόσωπο, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο ειδική εντολή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Οι αναιρεσείοντες με τις εμπεριεχόμενες στα δικόγραφα των εκθέσεων αναιρέσεως αιτήσεις τους, ο πρώτος δε τούτων και με τις από 14-4-2010, 19-4-2010, 3-5-2010, 11-5-2010 και 13-9-2010 διαδοχικές αιτήσεις του, ο δε δεύτερος με την από 27-4-201 αίτησή του καθώς και τη συνημμένη στο αναιρετήριο από 2-7-2009 αίτηση του, ζητούν την αυτοπρόσωπο εμφάνισή τους στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου "προς παροχή διευκρινήσεων και εξηγήσεων και για την ορθότερη ανάπτυξη των λόγων της αναιρέσεως". Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, αφού με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ο πρώτος δε τούτων Φ. Α. και με τα αλλεπάλληλα υπομνήματα που κατέθεσε, εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους αναπτύσσονται επαρκώς σε αυτά, ενώ, εξάλλου, στις κρινόμενες αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση δεν προσδιορίζουν και δεν εξειδικεύουν, πλέον εκείνων που εξαντλητικώς ήδη έχουν εκθέσει, για ποιά θέματα ζητούν να παράσχουν επιπλέον διευκρινίσεις που να αφορούν μόνο τους προβαλλόμενους υπ' αυτών λόγους αναιρέσεως και όχι την ουσία της υποθέσεως.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2117/2006 βούλευμα του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν για αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωση και επί πλέον παρέπεμψε την τρίτη αναιρεσείουσα J. P., για ληστεία (άρθρα 45, 322 εδ. β περ β, 380 παρ. 1 ΠΚ). Μετά από εφέσεις που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 37/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε το 3388/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο.

Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1233/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις του πρώτου και δεύτερου των ήδη αναιρεσειόντων, τη δε έφεση της τρίτης αναιρεσείουσας απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), και ακολούθως επικύρωσε το προσβαλλόμενο με αυτές βούλευμα. Κατά του παραπάνω 1233/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) με την 539/2009 απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης της τρίτης αναιρεσείουσας (J. P.) και αφού έκανε δεκτές τις αιτήσεις αναίρεσης των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων Φ. Α. και Σ. Χ., αναίρεσε ως προς αυτούς το πιο πάνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, επεξέτεινέ δε το αποτέλεσμα της αναίρεσης και ως προς την κατηγορουμένη J. P. μόνο ως προς την πράξη της αρπαγής.

Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ήδη προσβαλλόμενο 1496/2009 βούλευμα απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων κατά του 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και τις αιτήσεις αυτών για αυτοπρόσωπη εμφάνισή στους ενώπιόν του, ενώ δεν αποφάνθηκε επί του επεκτατικού αποτελέσματος ως προς την κατηγορουμένη J. P., αναφορικά με την πράξη της αρπαγής από κοινού.

Κατά το άρθρο 322 του ΠΚ "όποιος με απάτη ή βία, ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της Πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη.

Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επιτεύξεως των σκοπών της πολιτείας.

Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή με την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας.

Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού.

Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωση του. Η διαφοροποίηση της αυξημένης ποινής στην περίπτωση αυτή εξαρτάται από το υλικό αντικείμενο και συγκεκριμένα, αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ. 1 ή συντρέχει άλλη περίπτωση μη ειδικώς καθοριζόμενη.

Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της Πολιτείας νοείται η κατάσταση όπου κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό την δική του αυθαίρετη εξουσία κατά τρόπο που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου.

Τέλος δε περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διαρκείας στη διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι που τέθηκαν από το δράστη. Ακόμη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αρπαγής, απαιτείται, υποκειμενικώς, δόλος που καταλαμβάνει τόσο τη σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος κ.λ.π.

από την προστασία της Πολιτείας. Στην περίπτωση της βασικής μορφής του εγκλήματος αυτού, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 322 Π.Κ., αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ενώ για τη διακεκριμένη μορφή του, που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, απαιτείται επιπλέον και ο σκοπός (υπερχειλής δόλος) εξαναγκασμού του παθόντος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν έχει υποχρέωση.

Εξάλλου, από το άρθρο 45 ΠΚ συνάγεται, ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας να θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και κάποιος άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου.

Η δε σύμπραξη συνίσταται στην διάπραξη από καθένα πράξεων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του και με δικές του αποκλειστικά σκέψεις μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ1 είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται - και το 348/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καθώς και όλες οι αιτήσεις των κατηγορουμένων περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως που υποβλήθηκαν πριν και μετά την έκδοση των αναιρετικών βουλευμάτων και τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μετά των υπομνημάτων των αξιολογούμενα κατά την αρχής της ηθικής αποδείξεως (άρ. 177 ΚΠΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 1967 η Α.

Μ.-Κ. και ο σύζυγος της Δ.-Δ. Μ. γνωρίστηκαν με την Ε. Π. και έκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πολύ στενή φιλική σχέση, η οποία από την πλευρά της τελευταίας εκδηλωνόταν με την πραγματοποίηση τακτικών επισκέψεων τόσο στη Θεσσαλονίκη, όπου αυτοί αρχικά διέμεναν, όσο και στη ..., όπου από το έτος 1985 είχαν εγκατασταθεί και κατοικούσαν μόνιμα.

Το ζεύγος Μ. δεν είχε αποκτήσει παιδιά και δεν διατηρούσε καμία επαφή με τους συγγενείς του που ζούσαν στην Ελλάδα, γι αυτό η Ε. Π. εξακολούθησε να επισκέπτεται την φίλη της στην ..., ακόμα και μετά τον επισυμβάντα τον Σεπτέμβριο του έτους 1997 θάνατο του συζύγου της ως το μόνο πλέον οικείο πρόσωπο που της είχε απομείνει.

Κατά το έτος 2001 η ηλικίας 84 ετών Α. Μ.-Κ. επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και, ύστερα από σχετική συνεννόηση με την Ε. Π., εγκαταστάθηκε στο ευρισκόμενο επί της ... στην Αθήνα ιδιόκτητο διαμέρισμα της τελευταίας για λίγους μήνες. Κατόπιν η Ε. Π. προσέλαβε για τις ανάγκες τους ως οικιακή βοηθό την Βουλγαρικής υπηκοότητας J.

P. και εγκατέστησε την Α. Μ.-Κ. μετά της ως βοηθός σε άλλο διαμέρισμα, στην ... στην Αθήνα, ενώ η ίδια παρέμεινε αρχικά στο διαμέρισμα της οδού ... και ακολούθως, κατά το Μάρτιο του έτους 2002, μετακόμισε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού .... Από το μήνα Αύγουστο του έτους 2002 η Ε. Π. εγκατέστησε εκ νέου την Α.

Μ. στο διαμέρισμα επί της ..., μέχρι το μήνα Ιούνιο του έτους 2003, που η τελευταία εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα της οδού ..., όπου και διέμενε έκτοτε με τη φίλη της Ε. Π.. Τη διαχείριση της περιουσίας της, η οποία ήταν σημαντική, λόγω της κατάστασης της υγείας της και της αδυναμίας να την διαχειριστεί η παραπάνω την είχε αναθέσει με το από 24-8-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στην Ε.

Π. την οποία και με διαθήκη της στην ... την είχε ορίσει και κληρονόμο της. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 2002 οι Ε. Κ., Β. Κ. και Ε. Κ., συγγενείς της Α. Μ.-Κ., κοινοποίησαν στην Ε. Π. εξώδικη δήλωση-πρόσκληση διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσαν να απέχει από πράξεις που περιέχουν διάθεση ή επιβάρυνση της περιουσίας της Α.

Μ.-Κ.. Μετά την κοινοποίηση του εν λόγω εξωδίκου και προκειμένου να δοθεί η σχετική απάντηση στους άνω συγγενείς, οι δύο γυναίκες προσέλαβαν ως δικηγόρο τους τον κατηγορούμενο Φ. Α. ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης και εξαρτήσεως που έντεχνα καλλιέργησε στις ανωτέρω, διογκώνοντας τον κίνδυνο από τις δικαστικές ενέργειες των αντιδίκων και διαβεβαιώνοντας αυτές ότι μόνο αυτός μπορούσε να τις προφυλάξει, έπεισε την Ε.

Π., η οποία ως πιο νέα είχε την επιμέλεια της Α. Μ.-Κ., ότι για λόγους προστασίας και των δύο τους έπρεπε να του αναθέσει την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της Α. Μ.-Κ., που περιελάμβανε καταθέσεις χρημάτων στις Τράπεζες CITIBANΚ-... και DISCOUNT BANK ... και προς το σκοπό αυτό συνέταξε και παρέπεισε την Ε. Π. να υπογράψει το παρ'αυτού συνταγέν από 29-11-2002 "εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο".

με το οποίο αυτή του ανέθετε κατ' αποκλειστικότητα χειρισμό υποθέσεως (που δεν κατονομάζεται) την εξουσία και την ανέκκλητη πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες" για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της πρώτης συμβαλλόμενης και της Α. Μ......", προσδιορίζοντας ως αμοιβή του ποσοστό 17% επί της αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων της Α.

Μ.-Κ. "εις είδος ή χρήματα" και καθιστώντας (δια του εργολαβικού) τον εαυτό του κατά το ποσοστό αυτό εξ αρχής συνδικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων, διαλαμβάνοντας στο εργολαβικό ότι "η πρώτη των συμβαλλομένων εκχωρεί δια του παρόντος οριστικώς και ανεκκλήτως το αναλογούν ποσό στο ποσοστό της αμοιβής του 17% στο δεύτερο των συμβαλλομένων.

Η Α. Μ.-Κ., ύστερα από σχετική υπόδειξη του κατηγορουμένου Φ. Α., δέχθηκε αφ'ενός μεν με το υπ'αριθμ. .../28-9-2003 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να αναθέσει σ'αυτόν την εκπροσώπησή της σε όλα γενικώς τα δικαστήρια και τη διαχείριση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της καθώς και των δύο τραπεζικών της λογαριασμών, ως προεκτέθηκε, που τηρούνταν στην Ελλάδα και τη Γενεύη, αφ' ετέρου δε με την υπ'αριθ. .../28-9-2003 συμβολαιογραφική πράξη να ανακαλέσει το ανωτέρω από 24-8-2001 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο εκπροσωπείτο μέχρι τότε στα ζητήματα αυτά από την Ε.

Π.. Επειδή όμως στις αρχές Ιουνίου 2003 οι δύο γυναίκες ανακάλυψαν ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος δικηγόρος, χωρίς να τις ενημερώσει, είχε προβεί σταδιακά, σε συντομότατο χρονικό διάστημα, από 5-3-2003 έως 24-6-2003, σε συστηματική αφαίμαξη του με αριθμό ... Τραπεζιτικού λογαριασμού της Α. Μ. στην CITIBANK ..., αναλαμβάνοντας τμηματικά το συνολικό ποσό των 89.895 ευρώ το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφήνοντας σχεδόν μηδενικό υπόλοιπο, θεώρησαν εύλογο ότι η ενέργειά του αυτή είχε γίνει καθ' υπέρβαση της παρασχεθείσας σ'αυτόν εντολής και ότι αποσκοπούσε στην παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού.

Με αφορμή το γεγονός αυτό, στις 19-6-2003 του απαγόρευσαν να εισέλθει στο διαμέρισμά τους, ακολούθως δε στις 23-6-2003 μετακόμισαν στο επί της οδού ... διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της Ε. Π., παράλληλα δε με την υπ'αριθμ. .../23-6-2003, συμβολαιογραφική πράξη η Α. Μ. ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς τον κατηγορούμενο Φ. Α. και του κοινοποίησε την επομένη ημέρα εξώδικη δήλωση με την οποία τον καλούσε να παραδώσει στο νέο δικηγόρο της Γ.

Τ. αναλυτική κατάσταση της μέχρι τότε διαχειρίσεως των περιουσιακών της στοιχείων. Ταυτόχρονα οι δύο γυναίκες κατήγγειλαν την προπεριγραφείσα αντιδεολογική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δικηγόρου στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων με την υπ' αριθ. 90/2005 απόφασή του, η οποία εξεδόθη κατ'έφεση της υπ'αριθμ. 293/2003 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, έκρινε τον Φ.

Α. πειθαρχικά ελεγκτέο για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45 παρ. 1 και 46 του Κώδικα περί δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,5,7,36,37 και 39 του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος και του επέβαλε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης έξι μηνών, για τις πράξεις που λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτές και αφορούν την συμπεριφορά του έναντι της Α.

Μ. και της Ε. Π., ενδεικτικά δε αναφέρομε ότι ο κατηγορούμενος Φ. Α. παρουσίασε αναληθώς στις ανωτέρω ότι διεξήγαγε δήθεν δυσχερείς διαπραγματεύσεις με τους εξωδίκως δηλούντες που απαιτούσαν μεταβάσεις του στην ... και ότι δήθεν οι διαπραγματεύσεις αυτές απέτυχαν και οι αντίδικοι ξεκίνησαν δίκη σε βάρος των δύο γυναικών, η οποία δίκη διεξήχθη τον Ιούνιο του έτους 2002 και είχε δυσμενή γι' αυτές έκβαση.

Επί τη βάσει δε των παραστάσεων αυτών, που ήσαν ψευδείς, εφόσον ουδεμία δίκη ή διαπραγμάτευση έλαβε χώρα, ούτε επακολούθησε του παραπάνω εξωδίκου οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή όχληση, απέσπασε από τις παραπάνω το ποσό των 20.000 ευρώ για αμοιβή του. επίσης τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003 ανακοίνωσε στις ανωτέρω αναληθώς ότι εξεδόθη στη ...

δικαστική απόφαση, η οποία δήθεν απαγόρευε στην Ε. Π. να διαχειρίζεται την περιουσία της Α. Μ. και ότι σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής έπρεπε να αναλάβει αυτός ως δικηγόρος τη διαχείριση αυτή και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του έπεισε την Α. Μ., συμφωνούσας και της Ε. Π. να του χορηγήσει, κατά τα προεκτεθέντα, με το υπ'αριθ. .../28-3-2003 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ουρανίας Χριστοδουλίδη την πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία της και ιδίως να αναλαμβάνει χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στις παραπάνω Τράπεζες.

Στη συνέχεια η Α. Μ.-Κ. και η Ε. Π. κατέθεσαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 3-7-2003 μήνυσή τους κατά του Φ. Α. για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και κατά του Σ. Χ. και Ε. Μ. για απόπειρα διατάραξης οικιακής ειρήνης. Επί τη βάσει της μηνύσεως αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του Φ.

Α. για απάτη κατ' επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο κατηγορούμενος Σ. Χ. ήταν ταξιτζής, γνώρισε τυχαία το έτος 2001, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται απολογούμενος, την οικιακή βοηθό της Α.

Μ. J. P. και έκτοτε έδειχνε ενδιαφέρον για την ηλικιωμένη γυναίκα, στη συνέχεια δε ο κατηγορούμενος Φ. Α. προσέλαβε αυτόν έναντι αμοιβής 600 ευρώ, προκειμένου να μεταφέρει με το Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητό του την Α. Μ. στους περιπάτους της. Η Ε. Μ. (κατηγορουμένη) απασχολήθηκε ως συνοδός της Α.ς επί τρίωρο ημερησίως και για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα από τον Απρίλιο έως την 19-6-2003, έναντι αμοιβής 450 ευρώ το μήνα.

Ο κατηγορούμενος Φ. Α. δεν αποδέχθηκε την απομάκρυνσή του από το χειρισμό και τη διαχείριση της περιουσίας της Α. Μ. και παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου και τη σχετική απαγόρευση εισόδου στο διαμέρισμά της επεδίωξε τον οπωσδήποτε προσεταιρισμό της επιλέγοντας την τακτική της κοινοποιήσεως πλήθους εξωδίκων προσκλήσεων και μαζί με τους συγκατηγορουμένους του Σ.

Χ. και Ε. Μ. προσπάθησαν να την προσεγγίσουν και να την θέσουν υπό την επιρροή τους, ώστε να την καταστήσουν πειθήνιο όργανο και να καταφέρουν να αποσύρει την από 3-7-2003 μήνυση που κατά τα προαναφερθέντα είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για το σκοπό αυτό καθημερινά σχεδόν παρακολουθούσαν το διαμέρισμα της οδού ..., όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο γυναίκες και η οικιακή βοηθός, αν και προς τούτο δεν είχαν κανένα δικαίωμα και προσεταιρίσθηκαν και την οικιακή βοηθό των Ε.

Π. και της Α. Μ. καιροφυλακτώντας και σχεδιάζοντας τρόπο για την εξουδετέρωση της Ε. Π., ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος Φ. Α. κοινοποιούσε, όπως προεκτέθηκε, στην Α. Μ. και Ε. Π. σωρεία εξωδίκων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ε. Μ. έδινε γραπτές αναφορές στον Φ. Α. για όσα διαπίστωνε από την παρακολούθηση. Ειδικότερα στις 11-10.2003 στην αναφορά της προς τον Φ.

Α. η Μ. αναφέρει μεταξύ των άλλων: "... Ο Σ. θα είναι το βράδυ μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι, θα είναι σε τηλεφωνική επαφή ανά μισάωρο με την Α. (δηλ. την οικιακή βοηθό), δεν πρόκειται να κουνηθεί ούτε η Α. ούτε και ο Σ.. Φοβούνται μη τυχόν η Β. (δηλ. η Ε. Π.) κάνει καμιά ένεση στην κ. Α. και τη σκοτώσει. Ο Θεός να την λυπηθεί την κ.

Α. να ξημερώσει με το καλό και αύριο θα την πάρουμε να την πάμε στην κλινική......". Σύμφωνα με τις από 13-10-2003, 17-10-2003, 27-10-2003, 14-11-2003 και 3-6-2005 ένορκες καταθέσεις της Ε. Π. περί ώρα 23.00' της 12-10-2003 το βράδυ η οικιακή βοηθός J. P. έριξε υπνωτικό στον καφέ της με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτή σε κατάσταση υπνώσεως, βυθίστηκε σε λήθαργο και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της.

Κάποια στιγμή αντελήφθη την παρουσία της οικιακής βοηθού μέσα στο δωμάτιό της και στη συνέχεια άκουσε την φωνή της Α. Μ. να λέει "που με πηγαίνετε, που πάμε", γεγονός που σημαίνει ότι δεν τους ακολούθησε η Α. Μ. με την θέλησή της αλλά προέβαλε κάποια αντίσταση και διαμαρτυρία. Η Ε. Π. σηκώθηκε τρεκλίζοντας και είδε την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ανοικτή και έξω την Α.

Μ. να μεταφέρεται υποβασταζόμενη από την οικιακή βοηθό, τον Φ. Α. και τον Σ. Χ., πλην όμως δεν είχε δυνάμεις να αντιδράσει και έπεσε σε λήθαργο μέχρι το πρωΐ. Το επόμενο πρωΐ στις 8.00 η ώρα ξύπνησε και συνειδητοποίησε την απουσία της Α. Μ. και της οικιακής βοηθού, διαπίστωσε ότι η θύρα εισόδου του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και ότι έλειπαν έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από την τσάντα της, που είχε στο δωμάτιό της ως και το κλειδί της θύρας εισόδου, τηλεφώνησε δε αμέσως στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε το γεγονός.

Η Ε. Π. ζήτησε να εξετασθεί από ιατροδικαστή. Από την 2435/21-10-2003 Ιατροδικαστική έκθεση Κλινικής Εξετάσεως και την 2435/21-10-2003 'Εκθεση Τοξικολογικής εξετάσεως ούρων της Ε. Π., προκύπτει ότι στο ληφθέν δείγμα ούρων της ανωτέρω ανιχνεύθηκε η κατασταλτική ουσία διαζεπάμη και των μεταβολιτών αυτής οξαζεπάμη και νορδιαζεπάμη.

Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τα καταγγελόμενα με τις καταθέσεις της περί σχεδιασμού της αρπαγής της Α. Μ. από τους ως άνω κατηγορουμένους και της ληστείας σε βάρος της από την οικιακή βοηθό, γεγονός άλλωστε που ενισχύεται και από την 11-10-2003 έγγραφη αναφορά της Ε. Μ. προς τον Φ. Α., το περιεχόμενο της οποίας προαναφέρεται.

Όπως προκύπτει από το από 21-10-2003 έγγραφο της Ευρωκλινικής Αθηνών, η Α. Μ. Κ. προσήλθε στην άνω κλινική στις 13-10-2003 και ώρα 02.01 π.μ. και την υπεύθυνη δήλωση για ανάληψη της κάλυψης των εξόδων νοσηλείας της έχει υπογράψει ο Φ. Α.. Η Α. Μ. δηλώθηκε κατά την εισαγωγή της όχι με το όνομα Α. Μ. αλλά με το πατρικό της επώνυμο Α.

Κ. και διεύθυνση κατοικίας ..., όπου στεγάζεται το δικηγορικό γραφείο του Φ. Α.. Η ασθενής υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις λόγω άλγους (ΔΕ) υποχονδρίου-πιθανή χολοκυστίτιδα και πήρε εξιτήριο από την εν λόγω κλινική στις 16.00 ώρα το απόγευμα της ιδίας ημέρας και παρά το ότι από τις εξετάσεις που έγιναν δεν διαπιστώθηκε τίποτε το αξιόλογο, μεταφέρθηκε στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ όπου επίσης δηλώθηκε με το πατρικό της επώνυμο, για συνέχιση της νοσηλείας της και όχι στην οικία της αφού δεν είχε τίποτε το αξιόλογο.

Θεράπων ιατρός της Α. Μ. δηλώθηκε και στις δύο κλινικές ο Ν. Π., ο οποίος την παρακολουθούσε ιατρικά τους τελευταίους μήνες κατ' εντολή του Φ. Α.. Η αστυνομία εντόπισε την Α. Μ. μετά από επίμονες έρευνες στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ κατά την 17-10-2003, τα δε αστυνομικά όργανα είχαν κινητοποιηθεί και την αναζητούσαν μετά τη σχετική μήνυση για αρπαγή που κατέθεσε η Ε.

Π. και για την αφαίρεση των χρημάτων της που διαπίστωσε ότι είχε κάνει η οικιακή της βοηθός J. P.. Ο κατηγορούμενος Φ. Α. το πρωΐ της 13-10-2003, προκειμένου να προλάβει τη σχετική κατ'αυτού καταγγελία για τις παραπάνω πράξεις περί ώρα 06.20 επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Α.Τ. Εξαρχείων για να δηλώσει ότι η Α. Μ. βρίσκεται μαζί του και έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ..., το γεγονός δε αυτό καταγράφηκε στο από 13-10-2003 βιβλίο συμβάντων του Α.Τ.

Εξαρχείων, παράλληλα δε απέστειλε με τηλεμοιότυπο (FAX) έγγραφο στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο ανέφερε ότι η Α. Μ. βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση, χωρίς όμως να προσδιορίζει το μέρος που βρισκόταν και η οποία αναυρέθηκε μετά από αναζητήσεις αστυνομικών οργάνων σε άλλη κλινική από την πρώτη από την οποία είχε λάβει εξιτήριο, γιατί, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό, δεν είχε τίποτε το κλινικά αξιοποιήσιμο και στην οποία δεύτερη κλινική εισήχθη από τον κατηγορούμενο Φ.

Α., μη δικαιούμενο στην ενέργεια αυτή, αφού δεν είχε καμιά δικαιοδοσία πηγάζουσα από συγγενική ή άλλου είδους έννομη σχέση, αλλά και χωρίς να προκύπτει αποχρών λόγος αφού με βάση την προηγούμενη γνωμάτευση δεν είχε τίποτε το αξιόλογο όπως αναφέρεται παραπάνω.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6897/2200/20-10-2003 Ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Χ. Λ., ο οποίος εξέτασε την Α. Μ. στις 20-10-2009 στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, αυτή έφερε σωματικές κακώσεις, ήτοι μώλωπα σε απορρόφηση στην αριστερά μετωπιαία χώρα και κακώσεις στον αριστερό ώμο, στον αριστερό μαστό, στην αριστερά κνήμη, συμβατές με απλή πτώση.

Το προσωπικό της κλινικής ανέφερε ότι η ανωτέρω την νύκτα του Σαββάτου 18-10-2003 έπεσε από το κρεβάτι της. Εν τω μεταξύ στις 16-10-2003 η Α. Μ. φέρεται να έχει υπογράψει δήλωση, σύμφωνα με την οποία εγκρίνει δαπάνες ύψους 36.911 ευρώ, στις οποίες προέβη για λογαριασμό της ο Φ. Α. κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2003 μέχρι 15-10-2003 και αναγνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού των 90.000 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό της λογαριασμό στην Τράπεζα CITIBANK.

Εκτός αυτού η Α. Μ. στις 14-10-2003 φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο ευχαριστεί τον πρώτο κατηγορούμενο για ότι έκανε γι' αυτήν από το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 2003 μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, τον παρακαλεί να συνεχίσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της και να καλέσει την Συμβολαιογράφο που συνέταξε την υπ' αριθμ. .../2003 Πράξη Ανακλήσεως Πληρεξουσίου της 23η-6-2003 και η αρχική της εντολή και πληρεξουσιότητα προς αυτόν (Φ.

Α.) με αριθμό πληρεξουσίου .../2003 είναι οριστική και ανέκκλητη. Τα ως άνω έγγραφα δεν είναι ιδιόγραφα και εκ της διατυπώσεώς τους συνάγεται ότι έχουν συνταχθεί από τον κατηγορούμενο Φ. Α., η δε Α. Μ. έθεσε απλώς την υπογραφή της, από την οποία προκύπτει ότι η πνευματική της κατάσταση δεν είναι καλή. Η Α. Μ. στην από 3-11-2003 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Αθηνών, παρόλο που είναι εμφανής η έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών, αναφέρει ότι "Από το σπίτι με πήραν νύχτα ...

Η Β. είναι φίλη μου και την αγαπάω πολύ. Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Α.. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά ... Με πήραν με το ζόρι. Ούτε κατάλαβα πώς με πήραν από το σπίτι. Δεν μου είπαν πού με πάνε". Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις 10-10-2003 (δύο μέρες πριν το περιστατικό) η Α. Μ. έδωσε ένορκη κατάθεση ενώπιον της 4ης Ανακρίτριας Αθηνών σχετικά με την μήνυση του Φ.

Α. κατά της Ε. Π., από την οποία προκύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό πνευματική διαύγεια αυτής, ενώ στις 13-11-2003 προκύπτει σημαντική έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνει και ο διορισθείς από την Ανακρίτρια ψυχίατρος Γ. Δ., ο οποίος εξέτασε την Α. Μ. στις 27-10-2003 και 13-11-2003 και κατέληξε στο συμπέρασμα "Η εξετασθείσα πάσχει από γεροντική άνοια χωρίς συνοδόν ψυχιατρικά συμπτώματα, νόσος μη παροδική αλλά μόνιμη δυσλειτουργία του εγκεφάλου μη αναστρέψιμη και με σταδιακή και βαθμιαία επιδεινούμενη έως της τελικής κατάληξης.

Αποτέλεσμα της νόσου είναι η σημαντική έκπτωση της κρίσης, της μνήμης, της αφαιρετικής ικανότητας και των δεξιοτήτων της εξετασθείσας ...".

Ο κατηγορούμενος Φ. Α. κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίσθηκε ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά τα μεσάνυχτα της 12-10-2003 από κάποιο συγγενικό πρόσωπο της οικιακής βοηθού, το οποίο δεν κατονομάζει, ότι η Α. Μ. πονούσε και ότι θα μεταφερόταν στην Ευρωκλινική, ο ίδιος δε προσήλθε στην ως άνω κλινική στις 02.00 τα ξημερώματα της 13-10-2003 προσκομίζοντας την ταυτότητά της, ενέργεια που δεν αίρει την ποινική του ευθύνη δεδομένου ότι στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα δηλώθηκε απ' αυτόν με το πατρικό της επώνυμο και ως εκ τούτου ήταν δυσχερής ο εντοπισμός από την αστυνομία.

Στις 06.20 ώρα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω κατηγορούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς το Α.Τ. Εξαρχείων ότι η Α. Μ. έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα της οδού ... και ότι βρισκόταν μαζί του, ισχυρίσθηκε δε ότι "τη δήλωση αυτή την έκανε σε περίπτωση που δηλωθεί εξαφάνιση για να γνωρίζουν οι αρχές". Στα προαναφερθέντα έγγραφά του προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων ανέφερε ότι το βράδυ της 12-10-2003 είχε ειδοποιηθεί από την οικιακή βοηθό J.

P. ότι η Α. Μ. "είχε εξασθενήσει σοβαρώς με συμπτώματα χαμηλής πιέσεως και του ζητήθηκε να επιληφθεί προς προστασία της υγείας της" και ότι κατόπιν αυτού πρότεινε στην οικιακή βοηθό να ειδοποιήσει ασθενοφόρο ταξί, προκειμένου να μεταφερθεί η Α. Μ. προς άμεση ιατρική φροντίδα και παρακολούθηση, όπως και έγινε πράγματι, χωρίς ωστόσο να αναφέρει στο τηλεφώνημα και στα έγγραφα αυτά σε ποιό νοσηλευτήριο διακομίσθηκε.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου Φ. Α. αποδυναμώνονται πλήρως όχι μόνο από την κατάθεση της Ε. Π. αλλά και την προαναφερθείσα από 11-10-2003 αναφορά της Ε. Μ. προς τον ίδιο. Σημειωτέο ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της παραμονής της Α. Μ. στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ήτοι από τις 13-10-2003 που εισήχθη στην εν λόγω κλινική μέχρι και τις 17-10-2003 που εντοπίστηκε ως Κ., αυτή συνοδευόταν υπό της κατηγορουμένης Ε.

Μ.. Ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η οικιακή βοηθός J. P. δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να ειδοποιήσει αυτόν, ο οποίος είχε παύσει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Μ., ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2003, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Στο διαμέρισμα βρισκόταν η Ε. Π. η οποία θα ηδύνατο να επιληφθεί σε περίπτωση αδιαθεσίας της φίλης της και να καλέσει ασθενοφόρο ή ταξί.

Επί πλέον ο Φ. Α. εμφανίζεται μαζί με την Α. Μ. στην Ευρωκλινική Αθηνών όπου αρχικώς εισήχθη αυτή και στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ όπου εισήχθη ακολούθως, την ίδια ημέρα. Σημειωτέο δε ότι η Α. Μ. εισήχθη στις κλινικές αυτές χωρίς να πάσχει από κάποια νόσο και από την ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ πήρε εξιτήριο στις 16.00' ώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

Ο κατηγορούμενος Σ. Χ. κατά την απολογία του αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίσθηκε ότι την νύκτα της 12/13-10-2003 βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του στο .... Η κατηγορουμένη Ε. Μ. αρνείται επίσης την συμμετοχή της στην αρπαγή της Α. Μ. και ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε την εισαγωγή της τελευταίας στην κλινική το απόγευμα της 13-10-2003 από τον κατηγορούμενο Φ.

Α., οπότε και προσήλθε, μετά από προτροπή του ιδίου, για να την φροντίζει. Τέλος η κατηγορουμένη J. P. δεν απολογήθηκε καθώς εγκατέλειψε την Ελλάδα αμέσως μετά την εισαγωγή της Α. Μ. στην κλινική, χωρίς βεβαίως να ενημερώσει τις αρχές για τον ακριβή τόπο της διαμονής ή της κατοικίας της.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι η οικιακή βοηθός J. P. περιήγαγε την Ε. Π. σε κατάσταση ύπνωσης και ανικανότητας με την χορήγηση σ'αυτήν ηρεμιστικού και αφαίρεσε από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ προκειμένου να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι κατηγορούμενοι Φ. Α., Σ. Χ., Ε. Μ. και J.

P., από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο με βία κάνοντας χρήση των σωματικών τους δυνάμεων και χωρίς τη θέληση της παθούσας Α. Μ., την απομάκρυναν βίαια από την κατοικία της, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ένορκες καταθέσεις της Α. Μ. και της Ε. Π., και την μετέφεραν αργά την νύκτα στην κλινική ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ χωρίς να υπάρχει λόγος και ακολούθως από εκεί την μετέφεραν στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κάνοντας μάλιστα χρήση του επωνύμου "Κ." και όχι του χρησιμοποιουμένου από αυτήν "Μ.".

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Φ. Α., με επίκληση της μαρτυρικής καταθέσεως του Π. Π. ενώπιον της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 25-5-2004, Υπαστυνόμου, που υπηρετούσε τον επίμαχο χρόνο στο Α.Τ. Εξαρχείων, όπου αναφέρει "... ο κ. Α. γύρω στις 6 και 30 το πρωΐ, τηλεφώνησε στο αστυνομικό τμήμα και μάλιστα ήμουν εγώ στο τηλέφωνο ως αξιωματικός υπηρεσίας και μου είπε ότι έχει τη γιαγιά σε μια κλινική, στον Λευκό Σταυρό ...", ότι είχε ειδοποιήσει έγκαιρα τις αρμόδιες αρχές για τον τόπο νοσηλείας της Α.

Μ.-Κ. είναι απορριπτέος αφ'ενός μεν διότι η ανωτέρω παθούσα στις 13-12-2003 και ώρα 6 και 30' π.μ. βρισκόταν στην Ευρωκλινική Αθηνών και όχι στον Λευκό Σταυρό, που δήλωσε ο ως άνω κατηγορούμενος και αφ'ετέρου εάν είχε ο ανωτέρω γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές τον ανακριβή τόπο νοσηλείας της Α. Μ.-Κ. θα είχε αμέσως εντοπιστεί από τις αστυνομικές αρχές ενώ, όπως προκύπτει από το με αριθ.

πρωτ. 1020/39324/1/18-10-2003 διαβιβαστικό προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Α.Τ. Εξαρχείων-Γραφείο Ασφαλείας "Η ανωτέρω απαχθείσα ανευρέθη υπό της Υπηρεσίας μας κατόπιν επισταμένων αναζητήσεων στην επί της οδού ... κλινική ΛΕΥΚΟΣ Σταυρός Αθηνών την 13.55 ώρα της 17-10-2003. Στο δωμάτιό της ανευρέθη και η συλληφθείσα Μ.Ε.".

Σημειωτέον δε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος μετά των συγκατηγορουμένων του δεν είχε συλληφθεί και ανεζητείτο (βλ. το ως άνω διαβιβαστικό). Περαιτέρω όσον αφορά το επιχείρημα ότι η παθούσα Α. Μ. ουδέποτε στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας, υπό την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας δεδομένου ότι καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 13-10-2003 έως 17-10-2003 η παθούσα παρέμεινε στα νοσηλευτικά αυτά ιδρύματα, νοσηλευομένη και παρακολουθουμένη από το νοσηλευτικό προσωπικό, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο για τον λόγο ότι η Α.

Μ.-Κ. απομακρυνθείσα βιαίως από την κατοικία της από τους κατηγορουμένους, υπό την πνευματική κατάσταση που περιγράφεται στην προεκτεθείσα έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου Γ. Δ., σύμφωνα με την οποία έπασχε από γεροντική άνοια με σημαντική έκπτωση της κρίσης, της μνήμης, της αφαιρετικής ικανότητας και των δεξιοτήτων της εξετασθείσας, αποτέλεσμα δε της νόσου αυτής είναι η αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, η ανεξάρτητη διαβίωση να είναι επικίνδυνη και ανέφικτη και χρήζοντας συνεχούς επίβλεψης και αδυνατώντας εν όλω να φροντίζει μόνη της τις υποθέσεις της, στερηθείσα της δυνατότητας να έχει πρόσβαση και επικοινωνία με τα πρόσωπα του περιβάλλοντος που αυτή είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει και συγκεκριμένα με τη φίλη της Ε.

Π., της οποίας απέκλεισαν την δυνατότητα επικοινωνίας και της ευχερούς προσβάσεως προς αυτήν (Α. Μ.), με την οποία ζούσε και είχε την επιμέλειά της, κατέστη άβουλο και πειθήνιο όργανο και υπό πλήρη επιρροή στα χέρια των κατηγορουμένων, οι οποίοι φρόντισαν να την θέσουν υπό την ασφικτική παρακολούθηση της κατηγορουμένης Ε.

Μ. κατά την παραμονή της στα ως άνω νοσηλευτικά ιδρύματα και ιατρική παρακολούθηση του Ν. Π., ιατρού, ο οποίος και την παρακολουθούσε τους τελευταίους τρεις μήνες κατ'εντολή του κατηγορουμένου Φ. Α.. Υπό τις συνθήκες αυτές η Α. Μ.-Κ. ουδεμία δυνατότητα είχε αντιδράσεως ώστε να ζητήσει βοήθεια από το λοιπό νοσηλευτικό προσωπικό των ως άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, δεδομένου ότι και να αντέδρασε δεν θα μπορούσε να ληφθεί σοβαρά υπόψη οποιαδήποτε αντίδραση και διαμαρτυρία της, αφού επρόκειτο για ηλικιωμένο άτομο με γεροντική άνοια, γεγονός που δεν θα προκαλούσε την υπόνοια ότι είχε λάβει χώρα αξιόποινη πράξη και οποιαδήποτε αντίδρασή της δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί ορθώς.

Υπό τις συνθήκες αυτές η Α. Μ.-Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2003 μέχρι 17-10-2003 απομακρύνθηκε χωρίς την θέλησή της από την κατοικία της, τέθηκε δε υπό την εξουσία των κατηγορουμένων καταστάσα πειθήνιο όργανό τους χωρίς δυνατότητα αντιδράσεως και έτσι στερήθηκε της ελευθερίας της και της προστασίας της πολιτείας.

Οι κατηγορούμενοι είχαν απαγορεύσει στην παθούσα να έχει οποιαδήποτε επαφή με την Ε. Π. με την οποία αυτή ζούσε και η οποία είχε την επιμέλειά της και με τις αρμόδιες κρατικές αρχές και επίσης οι ίδιοι παρά το ότι την είχαν απομακρύνει με τη βία από το σπίτι της δεν ενημέρωσαν ούτε την Ε. Π., αλλά και ούτε τις παραπάνω αρχές, μετακινώντας μάλιστα αυτή από την πρώτη κλινική στη δεύτερη ώστε να μην είναι ευχερής ο εντοπισμός της παθούσας.

Η δε απαγωγή αυτή έγινε για να καταστεί η απαχθείσα πειθήνιο όργανό τους, να τεθεί αυτομάτως υπό την εξουσία τους χωρίς τη δυνατότητα ενεργείας ατομικής, να στερηθεί την ελευθερία της και να εξαναγκασθεί ευρισκομένη σε τέτοια θέση, μη δυναμένη να επικοινωνήσει με την φίλη της αλλά και με τις αρχές να υπογράψει τα παραπάνω έγγραφα.

Αντικειμενικός στόχος του κατηγορουμένου Φ. Α. και των συγκατηγορουμένων του ήταν να επαναπροσληφθεί ως δικηγόρος της Α. Μ.-Κ. και να ορισθεί εκ νέου διαχειριστής κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας καθώς και των τραπεζικών της λογαριασμών, δεδομένου ότι γι' αυτούς η Α. Μ.-Κ. με την μεγάλη περιουσία αντιπροσώπευε μια πολλή σημαντική πηγή εσόδων.

Απόδειξη των διαπιστώσεων αυτών αποτελούν τα έγγραφα, όπως προεκτέθηκε, που υπέγραψε στις 14 και 16 Οκτωβρίου 2003, χρονικό διάστημα που κατά τα ανωτέρω είχε αρχίσει η έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών, καθώς και η σπουδή τους να τα υπογράψει μόλις την έθεσαν υπό την επιρροή τους. Παρά ταύτα φέρεται να εγκρίνει δαπάνη ύψους 36.911 ευρώ σύμφωνα με τα προλεχθέντα.

Με την υπογραφή των εγγράφων αυτών ο εκκαλών Φ. Α. απέσειε τις ποινικές του ευθύνες για την υπ' αυτού παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 90.000 ευρώ, πράξη για την οποία είχε υποβληθεί εναντίον του η προαναφερθείσα έγκληση, είναι δε αδύνατο να συντάχθηκαν τα έγγραφα από την Α. Μ. υπό την πνευματική κατάσταση που βρισκόταν, αλλά αντίθετα συντάχθηκαν από τον Φ.

Α. και για το λόγο αυτό έθεσε στη δήλωση-βεβαίωση της 16-10-2003 ότι η Α. Μ.-Κ. εγκρίνει έξοδα 36.911,00 €, που κατεβλήθησαν δια χειρός Φ. Α. κατόπιν εντολής της κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2003 έως 15-10-2003, δηλαδή έθεσε και δαπάνες μετά το χρόνο της αρπαγής, προκειμένου να αποδείξει ότι ουδέποτε διαταράχθησαν οι σχέσεις του με την Α.

Μ., η οποία έδειχνε με τα έγγραφα αυτά ότι τον εμπιστευόταν πλήρως αφού ενέκρινε όλες τις δαπάνες αφ' ενός και αφ' ετέρου τον όριζε πληρεξούσιο και διαχειριστή της περιουσίας της, ενίσχυε δε τους ισχυρισμούς του ότι η προαναφερθείσα μήνυση για κακουργηματική υπεξαίρεση και απάτη ήταν προϊόν σκευωρίας εκ μέρους της Ε.

Π. αποδυναμώνοντας έτσι την σε βάρος του κατηγορία. Είναι δε αδύνατο η Α. Μ. να γνώριζε τη σημασία των εγγράφων αυτών, στα οποία απλώς έθεσε την υπογραφή της υπό συνθήκες που δεν κατέστησαν γνωστές, ούσα υπό τον απόλυτο έλεγχο των κατηγορουμένων και από το γεγονός ότι στην από 3-11-2003 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας παρά την έκπτωση των πνευματικών της λειτουργιών αναφέρει "...

Δεν θυμάμαι τι έκανε ο Α.. Ξέρω ότι μου έκλεψε πολλά λεφτά.

Ερώτηση: Ο Α. ενδιαφέρεται για εσάς και για την υγεία σας; Απάντηση: Τώρα θυμήθηκε ότι έχω υγεία; Δεν τον συμπαθώ καθόλου. Πώς να τον συμπαθώ όταν ξέρω ότι μου έκλεψε τόσα λεφτά. Εσείς όταν μάθετε ότι σας έκλεψε ένας συγγενής σας τον συμπαθείτε; Όχι λέτε, το ίδιο κι εγώ ...". Εξ όλων αυτών προκύπτει ότι ο εκκαλών Φ. Α. μετά την παύση του από την παθούσα από το να είναι συνήγορός της και την ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς αυτόν που του ανέθετε την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της και την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες με την υποβολή της σε βάρος του προαναφερθείσας μηνύσεως είχε ως στόχο να θέσει εκ νέου υπό τον απόλυτο έλεγχό του την ανωτέρω παθούσα και για τον λόγο αυτό άρχισε να παρακολουθεί συστηματικά το επί της οδού ... διαμέρισμα των δύο γυναικών καθώς και τις κινήσεις τους, γεγονός που αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, συμπεριφορά που ουδόλως συνάδει προς το λειτούργημα που επιτελεί ως δικηγόρος, αναθέτοντας μάλιστα στην συγκατηγορουμένη του Ε. Μ. να συντάσσει αναφορές προς αυτόν που του αναφέρουν τα αποτελέσματα της παρακολουθήσεως της ιδίας και των λοιπών κατηγορουμένων, καιροφυλακτούσε δε ώστε να αδράξει την ευκαιρία να αποσπάσει την παθούσα από την επιμέλεια της Ε. Π..

Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι στις 12/13-10-2003 οι κατηγορούμενοι Φ. Α., Σ. Χ., Ε. Μ. και J. P. ενεργώντας από κοινού, ο δε κατηγορούμενος Φ. Α. στερούνταν κατά το χρόνο της αρπαγής οποιασδήποτε διαχειριστικής εξουσίας της Α. Μ. (βλ. την ως άνω αναφερόμενη υπ'αριθ. .../23-6-2006 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου, με την οποία ανεκάλεσε κάθε δικαίωμα, ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που επιδόθηκε σ' αυτόν κατά την 23-6-2003), απήγαγαν με βία την Α. Μ. στην Ευρωκλινική και στη συνέχεια στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, κατακρατώντας την παράνομα μέχρι την 17-10-2003, έτσι ώστε να την αποστερήσουν από την προστασία της πολιτείας και να της στερήσουν την δυνατότητα να έχει πρόσβαση και επικοινωνία με τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της που είχε επιλέξει να εγκαταβιώνει, με σκοπό να εξαναγκασθεί να αποσύρει την από 3-7-2003 (ΑΒΜΑ 2003/2513) μήνυση, η οποία κατά τα άνω εκτεθέντα είχε υποβληθεί νόμιμα από τα δικαιούμενα πρόσωπα και δη την Ε. Π. και Α. Μ. και στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων Φ. Α. και Σ. Χ. αφ' ενός και αφ' ετέρου να αναθέσει εκ νέου στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Φ. Α. την εντολή και πληρεξουσιότητα για την δικαστική της εκπροσώπηση καθώς και την διαχείριση και επιμέλεια των περιουσιακών της στοιχείων.

Επομένως, στοιχειουθετουμένου του αδικήματος της αρπαγής από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως αυτής, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και αβασίμως οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται βάσιμοι και αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας.

Συνακόλουθα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ν'απορριφθούν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθ. 355/7-9-2006 και 356/7-9-2006 εφέσεις αντιστοίχως των κατηγορουμένων: α) Φ. Α. του Δ. και της Ι., Δικηγόρου, κατοίκου ..., 4 β) Σ. Χ. του Γ. και της Σ., οδηγού αυτοκινήτου, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθ. 2117/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων είκοσι (220) ευρώ (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με αρ. 58553/19-6-2006 κοινή Υ.Α. Οικονομίας-Οικονομικών και Δικαιοσύνης ΦΕΚ 776Α).

Τέλος όσον αφορά το αίτημα των εκκαλούντων κατηγορουμένων να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων για την σε βάρος του κατηγορία εκθέτω τα εξής:

Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. α' έως και ε' ΚΠΔ, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως.

Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Πάντοτε όμως όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους διαδίκους.

Το πιο πάνω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη και επί πλέον κατοχυρώνεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, συστατικό της οποίας είναι και το δικαίωμα ακροάσεως, είναι προφανές ότι αποβλέπει στην διεξοδική διατύπωση των απόψεών τους για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υποθέσεως.

Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις απολογίες είτε στα υποβληθέντα από αυτούς υπομνήματα, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και παρεπόμενα να απορρίψει την αντίστοιχη αίτηση του διαδίκου (ΑΠ 1104/1995 ΠΧρ ΛΣΤ' σελ. 244, ΑΠ 187/1995 ΠΧρ ΜΕ σελ. 472, ΑΠ 1649/2004 Ποιν.Λόγος 2004/2152, Συμβ.

Εφ. Αθ. 2278/2007, Συμβ. Εφ.Αθ. 2661/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση των εκκαλούντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας για παροχή εξηγήσεων είναι μεν νόμιμο στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 Κ.Π.Δ., πλην όμως πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία γιατί οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους και τα εκτενή υπομνήματά τους αναπτύσσουν διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις τους, ώστε να μη συντρέχει λόγος να επαναλάβουν αυτούς και προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου Σας, καθόσον δεν υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος της βαρύνουσας αυτούς κατηγορίας και η αυτοπρόσωπη παρουσία τους ουδέν ουσιώδες θα προσθέσει στην υπεράσπισή τους ή στον σχηματισμό ορθής δικανικής κρίσεως επί της υποθέσεως".

Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και την αστυνομική προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της αρπαγής από κοινού, με σκοπό τον εξαναγκασμό της παθούσας σε πράξη για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή της, για το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 322 εδ.

β, περ. β, του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, προκύπτει με περισσή βεβαιότητα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, που υπήρχαν στη δικογραφία και επιπλέον τα από 7-7-2009, 24-6-2009 και 14-7-2009 υπομνήματα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων με τα επισυναπτόμενα έγγραφα, προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους κρίση του.

Αναφέρονται σ' αυτό (βούλευμα) οι στενές οικογενειακές και φιλικές σχέσεις της παθούσας Α. Μ. με την Ε. Π., η επιστροφή της παθούσας στην Ελλάδα μετά το θάνατο του συζύγου της και η μόνιμη εγκατάσταση αυτής στην οικία της φίλης της Ε. Π., η οποία και είχε αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα της. Ακολούθως, εκτίθεται διεξοδικά ο διορισμός και η παύση του αναιρεσείοντος Φ.

Α. ως πληρεξουσίου δικηγόρου της παθούσας, η πειθαρχική τιμωρία αυτού με εξάμηνη προσωρινή παύση από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΔΣΑ για τη συμπεριφορά του απέναντι στην Α. Μ. και Ε. Π., καθώς και η εμπλοκή και η συμμετοχή των λοιπών κατηγορουμένων. Αναφέρεται η μη αποδοχή από τον πρώτο αναιρεσείοντα δικηγόρο της απομακρύνσεώς του από τη διαχείριση της περιουσίας της παθούσας, η τακτική κοινοποιήσεως απ' αυτόν πλήθους εξωδίκων στην προσπάθειά του να επαναπροσεγγίσει την παθούσα Α.Μ., καθώς και η παρακολούθηση του διαμερίσματος όπου αυτή διέμενε με τη φίλη της Ε.

Π.. Επίσης αναφέρονται οι γραπτές αναφορές που συνέτασσε, αναφορικά με την παρακολούθηση, η κατηγορουμένη Ε. Μ. προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο (παρατίθεται απόσπασμα της από 11-10-2003 αναφοράς). Ακολούθως, αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η J. P. την νύκτα της 12-10-2003 έρριξε υπνωτικό στον καφέ της Ε. Π., η οποία βυθίστηκε σε λήθαργο και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι της και εξηγεί πως εισήλθαν οι κατηγορούμενοι και παρέλαβαν την Α.

Μ., η οποία τους ακολούθησε χωρίς τη θέληση της. Στη συνέχεια αναφέρει ότι το πρωί της επομένης η Ε.Π. όταν συνήλθε, κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία, ζήτησε και υποβλήθηκε σε τοξικολογική εξέταση από την οποία ανιχνεύθηκε στα ούρα της κατασταλτική ουσία και μεταβλητές της. Περαιτέρω αναφέρει την κλινική στην οποία μεταφέρθηκε αρχικά η παθούσα, όπου δηλώθηκε με το πατρικό της επώνυμο (Α.

Κ.) και ως διεύθυνση κατοικίας της δηλώθηκε η οδός ..., όπου είναι το δικηγορικό γραφείο του αναιρεσείοντος Φ. Α. και όχι η οδός ... αρ. 13, όπου διέμενε η παθούσα με τη φίλη της Ε.Π. και ότι ακολούθως μεταφέρθηκε σε άλλη κλινική, όπου ανευρέθη την 17-10-2003 έπειτα από επίμονες έρευνες της Αστυνομίας. Επίσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επάλληλες σκέψεις σε αναφορές και αποδεικτικά μέσα και με αντικρούσεις ισχυρισμών των κατηγορουμένων, αναφέρει σαφώς ότι η παθούσα Α.

Μ. στερήθηκε της ελευθερίας της (παρατίθεται μάλιστα προς επίρρωση των κρίσεων απόσπασμα από κατάθεση της) καθώς και της προστασίας της Πολιτείας, με την έννοια της περιαγωγής της σε κατάσταση ομηρίας και ότι αυτή τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των απαγωγέων της. Επίσης, εξειδικεύει τον τρόπο και τα μέσα με παράθεση περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την παθούσα υπό την πλήρη επιρροή τους και την κατέστησαν πειθήνιο όργανο τους.

Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζει χωρίς αντιφάσεις ότι ο αναιρεσείων Φ. Α. στις 13-10-2003 και περί ώρα 6.20' προκειμένου να προλάβει την εναντίον του καταγγελία για την παραπάνω αξιόποινη πράξη τηλεφώνησε στο Α. Τ.Εξαρχείων (όπου δηλώθηκε η απαγωγή), δηλώνοντας ότι η Α.Μ. έφυγε οικειοθελώς από το διαμέρισμα που διέμενε και αντικρούει αιτιολογημένα την κατάθεση του αστυνομικού Π.

Π. με μνεία, πέραν των άλλων, και του υπ' αριθμ. 1020/39324/1/18-10-2003 εγγράφου του Α.Τ. Εξαρχείων, στο οποίο βεβαιώνεται ότι η παθούσα ανευρέθη κατόπιν επισταμένων αναζητήσεων των αστυνομικών οργάνων στην κλινική ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ. Αιτιολογείται δε πλήρως ο δόλος των αναιρεσειόντων και ιδιαίτερα ο πρόσθετος σκοπός, που απαιτείται για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, του εξαναγκασμού της παθούσας σε πράξη για την οποία δεν είχε υποχρέωση, αφού εκτίθεται στο βούλευμα ότι σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να εξαναγκάσουν την παθούσα αφενός να αποσύρει την από 3-7-2003 μήνυσή της, η οποία είχε υποβληθεί νόμιμα από τα δικαιούμενα πρόσωπα και δη την Ε.

Π. και την παθούσα και στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά των αναιρεσειόντων και αφετέρου να επαναπροσλάβει εκ νέου ως δικηγόρο της και ως διαχειριστή κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της, καθώς και των τραπεζικών της λογαριασμών τον Φ. Α., δεδομένου ότι η Α. Μ.- Κ., με τη μεγάλη περιουσία της αντιπροσώπευε για τους κατηγορούμενους μια πολύ σημαντική πηγή εσόδων.

Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα παραπάνω εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ενώ, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.

Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με ειδικές σκέψεις απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διασαφήσεων επειδή με τις απολογίες και τα υπομνήματα τους είχαν εκθέσει αυτοί διεξοδικά τις απόψεις τους. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις των Φ.

Α. και Σ. Χ., στο σύνολο τους ως ουσία αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Επισημαίνεται, ότι μετά την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, η αναπομπή της υπόθεσης ως προς την αναιρεσείουσα J. P. στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να εισαχθεί στο οικείο Δικαστικό Συμβούλιο, για το επεκτατικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων ως προς την πράξη της αρπαγής σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερθείσας 593/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, παρίσταται πλέον χωρίς αντικείμενο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων Φ. Α. του Δ. και Σ. Χ. του Γ., για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου.

Απορρίπτει την 199/26-10-2009 αίτηση της J. P. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει αυτήν στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Απορρίπτει τις 189/2009 και 188/2009, αντίστοιχα αιτήσεις των Φ. Α. του Δ., δικηγόρου, κατοίκου ... και Σ. Χ. του Γ., κατοίκου Α., Α. 26, για αναίρεση του 1496/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ