Legislator Case Law & Legislation
1936/2008 AI generated

Supreme Court remands labor dispute case regarding tacit agreement on collective agreement terms to lower court.

Case Number 1936/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court judgment concerning a tacit agreement on wage terms. The employer argued that the employee was implicitly bound by collective agreement terms due to a change in ownership, while the employee claimed a tacit agreement existed regarding specific conditions. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the evidence of such an agreement and the specific circumstances of the employment relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 of the Civil Code; Article 7 of Law 1876/1990: The principle of favoring employees prevails over collective agreement terms, and a lower court must provide adequate reasoning when finding a tacit agreement on wage conditions.

Keywords

AI generated
labor dispute tacit agreement collective agreement favoring employees remand for retrial wage conditions burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 7 of Law 1876/1990
Article 3 of Law 3239/1955
Article 680 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1936 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1936/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 16-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επίσης από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων δεν εφαρμόζεται μόνο στην σχέση συλλογικής σύμβασης και ατομικής σύμβασης εργασίας αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρ. 3 παρ. 1 ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8-5-1990) σε συνδυασμό με το άρ. 680 ΑΚ, την οποία αρχή προβλέπει τώρα η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και τoύτo, διότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας που απαγορεύουν την δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν, όμως με την τελευταία την βελτίωση της προστασίας αυτής (Ολ.

ΑΠ 26/2007). Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.

Δηλαδή στην δεύτερη περίπτωση η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχομένη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη 590/2007 απόφασή του δικάζοντας ύστερ' από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας δέχθηκεν, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 22-4-1988 προσελήφθη ως πωλητής από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσείουσα), αποκλειστική μέτοχος της οποίας ήταν τότε η 'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας γεγονός που προσέδιδε στην εναγομένη τον χαρακτήρα συνεταιριστικής οργάνωσης (σύμφωνα με το άρ. 39 παρ. 1 ν. 2169/1993), υπαγόμενος μισθολογικά στην Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Συνεταιριστικών Υπαλλήλων (ΟΣΥΓΟ), έναντι αποδοχών που καθορίζοταν με βάση τις συλλογικές συμβάσεις που ίσχυαν για τους πωλητές των συνεταιριστικών οργανώσεων, ότι το έτος 2000 η εναγομένη περιήλθε με εξαγορά του 70% των μετοχών της στην ιδιοκτησία της FOODTECH AE, ότι ο ενάγων με την ιδιότητα αυτή απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι το 1999, όταν η τελευταία του ανέθεσε καθήκοντα φύλακα του εργοστασίου της, ότι ως φύλακας ο ενάγων εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 - 30/6/2000, ότι στην συνέχεια λόγω ανάθεσης της φύλαξης του εργοστασίου της εναγομένης, της κατάργησης τριών θέσεων φυλάκων και της αδυναμίας της εναγομένης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ως προστατευμένου συνδικαλιστικά στελέχους πρότεινε σ' αυτόν να εργασθεί ως πωλητής προϊόντων της επιχείρησής της, ειδικότητα με την οποία είχε απασχοληθεί συνεχώς κατά το προηγηθέν υπερδεκαετές χρονικό διάστημα και πραγματικά ο ενάγων κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2000 απασχολήθηκεν ως πωλητής, ότι από 1/1/2002 - 31/12/2004 προσέρχεται στην επιχείρηση της εναγομένης περί τις 10-12 ημέρες το μήνα, απουσιάζοντας τις υπόλοιπες με συνδικαλιστική άδεια, και παραμένει στην πύλη του εργοστασίου, καθόσον η εναγομένη δεν του επιτρέπει την είσοδο σ' αυτό, ότι η εναγομένη από τον Μάϊο του 2000 καταβάλλει σ' αυτόν μηνιαίες αποδοχές εφαρμόζοντας την κλαδική συλλογική σύμβαση των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις εν γένει και τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας λόγω της προαναφερθείσας αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της και δεν υπολογίζει αυτές με βάση τις ΣΣΕ και τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, ότι η υπαγωγή του ενάγοντος στο μισθολογικό καθεστώς που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ (εργαζομένων στις συνεταιριστικές οργανώσεις) είχεν αποτελέσει σιωπηρώς ουσιώδη όρο της εργασιακής του σύμβασης με την εναγομένη και ότι η μονομερής αυτή μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος του υπήρξε βλαπτική για τα συμφέροντα του ενάγοντος, ο οποίος δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές ως ευρισκόμενος σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επεδίκασε σ' αυτόν με το νόμιμο τόκο, από τα χρονικά σημεία που κατέστησαν απαιτητές, τις διαφορές για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών κλπ που προέκυπταν από τον υπολογισμό τους με βάση τις ισχύουσες εκάστοτε ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της σύναψης σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπαγωγής του ενάγοντος στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις και του ειδικοτέρου περιεχομένου της, συγκεκριμένα δε δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας ειδικά για το ζήτημα αυτό (πρόταση, αποδοχή), ούτε ποιό ήταν το κριτήριο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη για να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό, αλλά ούτε και ο ακριβής χρόνος της κατάρτισης της συμφωνίας αυτής β) αν η συμφωνία περιλάμβανε και την περίπτωση μεταβολής του είδους της εργασίας του ενάγοντος και την μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εναγομένης και τι συμφωνήθηκεν όταν ο ενάγων άρχισε να εργάζεται ως φύλακας γ) κατά πόσον η συμφωνία αυτή επαναλήφθηκε και μετά το έτος 2000, μετά δηλ.

την μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εναγομένης και την απώλεια του χαρακτήρα της ως συνεταιριστικής οργάνωσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από το άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του α' σκέλους αυτού, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρ. 580 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 590/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ