Supreme Court dismisses appeal against second debtor but overturns judgment for first debtor due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the deceased second debtor as inadmissible under Article 560 of the Code of Civil Procedure. For the first living debtor, the court overturned the single-judge court's decision because the appeal was filed after the statutory deadline, rendering it procedurally invalid. Consequently, the case was remitted for retrial before a different judge to ensure procedural regularity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 5 K.Pol.D.; Art. 580 no. 3 K.Pol.D.: An appeal filed after the expiration of the statutory period is inadmissible, and a case must be remitted for retrial before a different judge if the original judge is disqualified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1935 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1935/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ι. του Δ., κατοίκου ... και 2) Δ. Ι. του Γ., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Ευθυμίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 25-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Δ. Ι. του Γ. (2ος) απεβίωσε στις 14-1-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του Χ. Ι. του Δ. (1ος), εκπροσωπούμενος από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".... E. AE" και ήδη "Τράπεζα ..AE" και …", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2013 (αρ. εκθ. καταθ….) αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου και συνεκδικάστηκε με την από 7-3-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ../2013) αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Δ. Ι. του Γ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ../2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο Χ. Ι. του Δ. με την από 13-4-2022 αίτησή του και τους από 23-11-2023 πρόσθετους λόγους αυτής (και ο ήδη αποβιώσας Δ. Ι. του Γ. με την εν λόγω από 13-4-2022 αίτηση).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο 1ος αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 13-4-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2022 αίτηση αναίρεσης και β) οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 23-11-2023 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ'αριθμ. .../2020 απόφασης του, του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του Ν.3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τ. Π..Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Γ. Τ. της Ε. Α.Ε." (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), ως προς την οποία χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ'αυτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 1619/2024, Α.Π. 1883/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 658/2022).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ'άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., και ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ.3, 566, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ` αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Α.Π.196/2023, Α.Π.468/2019, Α.Π.524/2021, Α.Π. 41/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-1-2024), δεν εμφανίστηκε ο δεύτερος αναιρεσείων Δ. Ι., εμφανίστηκε, όμως, ο πρώτος αναιρεσείων Χ. Ι., με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του ότι, ο δεύτερος αναιρεσείων απεβίωσε στις 14-1-2020 (μετά δηλαδή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης) και ότι μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του είναι ο ίδιος και συνεχίζει τη διακοπείσα δίκη.
Προς τούτο προσκομίζει με επίκληση, με τις από 25-1-2024 έγγραφες προτάσεις του, επαναλαμβάνοντας την ως άνω δήλωσή του: α) την υπ' αριθμ. πρωτ. …2020 Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Καλυβίων Θορικού του Δήμου Σαρωνικού Αττικής, εκδοθείσα από την Ληξίαρχο Β. Κ., β) το υπ' αριθμ. πρωτ. …2020 Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Σαρωνικού Αττικής, γ) το υπ' αριθμ. ...2023 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος, δ) το υπ' αριθμ. ...2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, περί μη αποποίησης κληρονομίας και ε) το υπ' αριθμ. .../2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με το οποίο δημοσιεύτηκε η από 15-8-2015 ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω θανόντος (Δ.
Ι.). Η γνωστοποίηση του θανάτου - επισυμβάντος μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - του αρχικού διαδίκου δεύτερου αναιρεσείοντα, καθώς και η εκούσια επανάληψη της διακοπείσας, ως προς αυτόν, δίκης, είναι νόμιμη και, ως εκ τούτου, νομίμως συνεχίζεται η δίκη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 991/2023, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 21/2023, Α.Π. 991/2023, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 11546Α'/15-11-2022 και 11547Α'/15-11-2022, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., που προσκομίζει και επικαλείται ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 13-4-2022 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-1-2024 ) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη και τρίτη, των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο της 26-1-2024, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι άνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.( άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (Α.Π.1360/2023, Α.Π.1384/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 23-11-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 23-11-2023. Από τις υπ' αριθ. ...2023 και ...-2023, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β.
Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες στις 6-12-2023 και 17-12-2023 αντίστοιχα, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 26-1-2024 προς συζήτηση της αναίρεσης.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρα 246 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής :
Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, υιός και πατέρας αντίστοιχα, ο πρώτος ως δανειολήπτης και ο δεύτερος ως εγγυητής, με τις από 7-3-2013 (αριθ. κατ. …αντίστοιχα) αιτήσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, απευθυνόμενες κατά των ήδη αναιρεσίβλητων τραπεζικών εταιρειών, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή τους κατάσταση ,προκειμένου να απαλλαγούν από τις οφειλές τους προς τις πιστώτριες εταιρείες, επιπλέον δε ο δεύτερος αιτών, ζήτησε την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας οικίας του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις, εξέδωσε την υπ'αριθμ. ….2014 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε αυτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις αναιρεσίβλητες και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του δεύτερου αιτούντος.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: α) η από 9-9-2014( αριθ. κατ. ...) έφεση του ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος Δ. Ι., β) η από 11-6-2015 (αριθ. κατ. ...2015) έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ".... E. A.E." και γ) η δια των προτάσεων ασκηθείσα από 12-10-2018 αντέφεση του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, αιτούμενοι την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί των δικογράφων αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. .../2020 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και την αντέφεση, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν την από 9-9-2014 έφεση και την δια των προτάσεων ασκηθείσα αντέφεση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 11-6-2015 έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ'αριθμ.
…2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας τις από 7-3-2013 αιτήσεις και απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, για τους αναφερόμενους λόγους. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες από 7-3-2013 αιτήσεις των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου στις 7-3-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.
Επίσης, υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (Α.Π. 947/1995), όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανώδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και, επομένως, δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα.
Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, που κατά το χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Β/Διατάγματος 1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται, ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 1226/2023, Α.Π. 651/2021, Α.Π. 756/2020, Α.Π. 804/2019, Α.Π. 550/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα λόγος (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 1163/2021, Α.Π. 82/2011, Α.Π. 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Α.Π. 883/2021, Α.Π. 744/2021, Α.Π. 1163/2021, Α.Π. 1130/2009, Α.Π. 783/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παρά το νόμο: α) δεν απέρριψε την έφεση της τράπεζας και δεν δέχθηκε τη έφεση των ιδίων, αφού αποδέχεται (η πληττόμενη απόφαση) ότι η αισθητή μείωση των εισοδημάτων του δευτέρου αναιρεσείοντος και η αύξηση της φορολογίας αποτέλεσαν βασικές αιτίες περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του (πρώτος λόγος) και β) παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο τον προβληθέντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις ισχυρισμό περί δυνατότητας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ. (δεύτερος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, οι οποίοι βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο, είναι απαράδεκτοι, διότι ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, στην προκειμένη υπόθεση, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος, αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 894/2018, Α.Π. 494/2018, Α.Π. 127/2018, Α.Π. 853/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1226/2023, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1133/2018, Α.Π. 1195/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ή αναλόγως του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015, Α.Π. 845/2012). Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 551/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 198/2015).
Επιπροσθέτως, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1045/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ. β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (Α.Π. 969/2011).Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Α.Π. 1226/2023, Α.
Π. 1493/2022, Α.Π. 551/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τους 1ο και 3ο, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 23/2023, Α.Π. 1512/2022, Α.Π. 595/2020), αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ.
α' Κ.Πολ.Δ. (αντί του εσφαλμένου από προφανή παραδρομή άρθρου 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ., εφόσον πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης ΤΑΧΙ ήταν έμπορος Α) αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' του Ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης νόμου και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός (πρώτος αναιρεσείων) είναι έμπορος και έχει πτωχευτική ικανότητα, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι αυτός είναι μικρέμπορος, ως ιδιοκτήτης και οδηγός ΤΑΧΙ, χωρίς να έχει οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση και βοηθητικό προσωπικό, παρέχοντας την προσωπική του εργασία με αντίτιμο του σωματικού του μόχθου την αμοιβή του κομίστρου και χωρίς να συμβάλλει κερδοσκοπικά στην διακίνηση αγαθών, καθώς επίσης, Β) αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 - Πτωχευτικός Κώδικας και 2 και 3 του ΒΔ 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", τους οποίους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, παραβίασε ευθέως, διότι τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί δήθεν εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του πρώτου αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, με το 2ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ. (αντί του εσφαλμένου 559 αριθμ. 1β Κ.Πολ.Δ.) με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων δεν είναι έμπορος, αλλά μικρέμπορος, ως ιδιοκτήτης και επαγγελματίας οδηγός ΤΑΧΙ, το οποίο οδηγεί ο ίδιος χωρίς την πρόσληψη βοηθητικού προσωπικού.
Επίσης, με τον συναφή 3ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ. (αντί του εσφαλμένου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τη κατάγνωση σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος της εμπορικής ιδιότητος και συνακόλουθα, πτωχευτικής ικανότητας, που αποκλείει την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των παραβιασθεισών ουσιαστικών διατάξεων.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Ο αιτών, ήδη εφεσίβλητος και αντεκκαλών, Χ.
Ι. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) γεννηθείς το έτος 1967, είναι αυτοκινητιστής, ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο και εκμεταλλεύεται ως οδηγός ο ίδιος. Κατά τον χρόνο σύναψης των κατωτέρω αναφερόμενων δανειακών συβάσεων, της κατάθεσης της ένδικης αίτησής του και της επ'αυτής έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης δεν ήταν νυμφευμένος και ζούσε μαζί με τους γονείς του.
Ο έτερος αιτών, και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος, Δ. Ι. (ήδη αποβιώσας δεύτερος αναιρεσείων, όπως προελέχθη) γεννηθείς το έτος 1927, είναι συνταξιούχος του Ταμείου Εμπόρων και πατέρας του προηγουμένου. Κατά τον χρόνο σύναψης των κατωτέρω αναφερόμενων δανειακών συβάσεων με την Τράπεζα E. E., της κατάθεσης της ένδικης αίτησής του και της επ'αυτής έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ζούσε σε ιδιόκτητη κατοικία με την σύζυγό του, που απεβίωσε στις 18-12-2012, και τον προαναφερόμενο υιό τους.
Σε χρόνο προγενέστερο πλέον του ενός έτους πριν από την κατάθεση των αιτήσεών τους για δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους, επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη, οι αιτούντες, Χ. Ι. και Δ. Ι., είχαν συνάψει δανειακές συμβάσεις με τα πιστωτικά ιδρύματα που μετέχουν στη διαδικασία, προς τα οποία έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ως εξής :
Α) Ο Χ. Ι. (πρώτος αναιρεσείων) οφείλει:1) στην Εθνική Τράπεζα 7.159,59 ευρώ από ένα καταναλωτικό δάνειο με αρ. σύμβ..., 2) στη Γενική Τράπεζα 14.492,30 ευρώ από ένα καταναλωτικό δάνειο με αρ. σύμβ. ... και 3) στην Τράπεζα E. E. α) 165.868,33 ευρώ από ένα επαγγελματικό δάνειο με αρ. σύμβ. ... και β) 38.208,96 ευρώ από έτερο επαγγελματικό δάνειο με αρ.
σύμβ. ... και συνολικά προς αυτή την Τράπεζα (165.868,33 + 38.208,96) 204.077,29 ευρώ. Συνολικά, ο Χ. Ι. οφείλει στ' ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα 225.729,18 ευρώ. Β) Ο Δ. Ι. (ήδη αποβιώσας δεύτερος αναιρεσείων) συνεβλήθη με την Τράπεζα E. E. ως εγγυητής του γιού του, Χ. Ι., εγγυώμενος την αποπληρωμή των ανωτέρω επαγγελματικών δανείων, και οφείλει ποσό 204.077,291 ευρώ προς την ανωτέρω Τράπεζα.
Επιπλέον συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του και συγκεκριμένα επί μιας διακεκριμένης κάθετης ιδιοκτησίας αποτελούμενης από ισόγειο, επιφάνειας 52,48 τμ και υπόγειο, ίσης επιφάνειας, κτισμένης εντός οικοπέδου εμβαδού 4.005 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 174,34/1000, που βρίσκεται στη θέση...του Δημοτικού Διαμερίσματος...του Δήμου...
και αποτελεί την κύρια κατοικία του ίδιου και του γιου του. Ειδικότερα, ο Χ. Ι., ο οποίος είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο υπ' αριθ. 5615080 Ειδική Άδεια οδήγησης Ε.Δ.Χ) και μοναδικός ιδιοκτήτης του, με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου το οποίο και εκμεταλλεύεται ως οδηγός ο ίδιος, ασκεί κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, εφόσον ασκεί επιχείρηση μεταφοράς προσώπων, από τόπο σε τόπο, με δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο έναντι κομίστρου (επιχείρηση μετακόμισης δια γης χωρίς διάκριση αν η μεταφορά αυτή αφορά εμπορεύματα ή και πρόσωπα είναι κατά το άρθρο 2 του Β.Δ.
της 2/14.5.1835 "Περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων" πράξη αντικειμενικά εμπορική). Υπό την ιδιότητά του αυτή και έχοντας επίγνωση, όπως ο ίδιος παραδέχεται και συνομολογεί (βλ. δικόγραφο της από 7-3-20213 αίτησής του για ρύθμιση οφειλών), ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματός του οι μηνιαίες απολαβές του δεν είναι σταθερές, καθότι εξαρτώνται από πλήθος εξωγενών και αστάθμητων παραγόντων (π.χ.
αριθμός επιβατών, απεργίες ΜΜΜ, βλάβες και μηχανικά προβλήματα οχήματος κ.τ.λ, όπως διαλαμβάνει στο δικόγραφό του), στις 5-11-2007 συνήψε με την μετέχουσα στην διαδικασία καθ'ης η αίτηση και ήδη εκκαλούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) Τράπεζα E. E. αφ' ενός μεν την υπ' αρ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 180.000,00 ευρώ, για αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού, που χορηγήθηκε στις 27-12-2007 και ήταν αποπληρωτέο σε 240 μηνιαίες δόσεις, αφ' ετέρου δε, την υπ' αρ. .../1/2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 40.000,00 ευρώ, για κεφάλαιο κίνησης, που χορηγήθηκε στις 09-1-2008 και ήταν αποπληρωτέο επίσης σε 240 μηνιαίες δόσεις, ήτοι έλαβε δύο επαγγελματικά δάνεια συνολικού ποσού 220.000,00 ευρώ (βλ.
προσκομιζόμενα έγγραφα : από 2/1/2009 βεβαίωση ετήσιων καταβολών επαγγελματικού δανείου έτους 2008 από 03/01/2011 δύο βεβαιώσεις ετήσιων καταβολών επαγγελματικού δανείου έτους 2010 και πίνακες πληρωμών και απόσβεσης δανείου μηνών Σεπτ. 2009 έως και Δεκ.2009). Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, για το έτος 2008, απαιτήθηκε για το πρώτο δάνειο (δεν προσκομίζονται στοιχεία για το δεύτερο) η καταβολή για τις δόσεις του έτους συνολικού ποσού 15.282,15 € (αναλυόμενο σε 4.006,63€ για εξόφληση κεφαλαίου και 11.275,52€ για εξόφληση δεδουλευμένων τόκων), ήτοι μηνιαίως η καταβολή ποσού 1.273,51€, ενώ κατεβλήθη, πέραν του προαναφερομένου ποσού, και ποσό 6,04€ για τόκους υπερημερίας.
Η μηνιαία δόση κατά το έτος 2009 ανερχόταν για το πρώτο δάνειο στο ποσό περίπου των 995 € και για το δεύτερο δάνειο στο ποσό περίπου των 222 €, συνολικά δε στο ποσό των περίπου των 1.217 € μηνιαίως. Ενώ, για το έτος 2010 απαιτήθηκε για το μεν πρώτο δάνειο η καταβολή για τις δόσεις του έτους συνολικού ποσού 12.777,86 € (αναλυόμενο σε 6.717,10€ για εξόφληση κεφαλαίου και 6.060,76€ για εξόφληση δεδουλευμένων τόκων), ήτοι μηνιαίως ποσό 1.064,82 €, για δε το δεύτερο δάνειο η καταβολή για τις δόσεις του έτους συνολικού ποσού 2.697,38 € (αναλυόμενο, σε 1.357,10€ για εξόφληση κεφαλαίου και 1.340,23€ για εξόφληση δεδουλευμένων τόκων), ήτοι μηνιαίως ποσό 224,78€, συνολικώς δε απαιτήθηκε η καταβολή ποσού 1.289,60€ μηνιαίως, ενώ κατεβλήθη και το συνολικό ετησίως ποσό των 23,34€ για τόκους υπερημερίας.
Κατά τον χρόνο λήψης των ανωτέρω δανείων, στις 5-11-2007, ήδη ο αιτών, Χ. Ι., βαρυνόταν με την αποπληρωμή στην Εθνική Τράπεζα ενός καταναλωτικού δανείου με αρ. σύμβ..., που έλαβε, ποσού κεφαλαίου 7.026,19€. Στα ως άνω επαγγελματικά δάνεια του υιού του, συνολικού ποσού 220.000.00 ευρώ ως εγγυητής συνεβλήθη ο πατέρας του, Δ.
Ι., προσφέροντας ως εμπράγματη εξασφάλιση το προαναφερόμενο ακίνητό του, επί του οποίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης από την Τράπεζα. Στη συνέχεια, κατά το έτος 2008, ο αιτών, Χ. Ι., έλαβε καταναλωτικό δάνειο, λόγω της αδυναμίας, που είχε αρχίσει να παρουσιάζει για την εξυπηρέτηση των δανείων του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και συνομολογεί (βλ.
δικόγραφο της από 7-3-2013 αίτησής του για ρύθμιση οφειλών). Έτσι, αιτήθηκε και έλαβε καταναλωτικό δάνειο από τη Γενική Τράπεζα με αρ. σύμβ. ..., ποσού κεφαλαίου 14.108,23 ευρώ. Κατά το έτος 2011, στις 20-10-2011, οι αιτούντες προέβησαν σε ρύθμιση των οφειλών των δανείων τους προς την E. E., που ανερχόταν τότε σε α) 162104,65 ευρώ από το επαγγελματικό δάνειο με αρ.
σύμβ. ... /2007 και β) 37.192,56 ευρώ από το έτερο επαγγελματικό δάνειο με αρ. σύμβ. ... (βλ. στοιχεία από προσκομιζόμενη πρόταση Τράπεζας για δικαστικό συμβιβασμό). Ενώ ήδη με τις από 21-5-2012 ισάριθμες αιτήσεις τους για εξωδικαστικό συμβιβασμό (άρθρ.2 Ν.3869/2010) προς τους πιστωτές τους και δη προς τα ανωτέρω μετέχοντα στη διαδικασία πιστωτικά ιδρύματα δηλώνουν τη μόνιμη αδυναμία τους να αποπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προτείνοντας τον διαλαμβανόμενο στις αιτήσεις τους εξωδικαστικό συμβιβασμό, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός.
Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται, ο αιτών, Χ. Ι., έλαβε τα δύο ως άνω αναφερόμενα επαγγελματικά δάνεια για αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού και ως κεφάλαιο κίνησης, ήτοι για τις ανάγκες της δραστηριότητας που ανέπτυσσε, γεγονός που δεν αμφισβητεί κατ' ουσίαν με τα όσα διαλαμβάνει στο δικόγραφο των από 12-10-2018 προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προς απόκρουση της ένδικης σε βάρος του έφεσης της εκκαλούσης Τράπεζας, και συνομολογεί και με το δικόγραφο της από 7-3-2013 αίτησής του για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, επικαλούμενος για την σύναψή τους έκτακτες ανάγκες για την αντικατάσταση του αυτοκινήτου ταξί, που υπέστη βλάβη, χωρίς να αποδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι τα δάνεια αυτά συνδέονται με κάποιο άλλο προηγούμενο δάνειο που είχε λάβει από την Εθνική Τράπεζα, μη αξιολογουμένων ως ισχυρισμών των όσων, κατά τρόπο γενικόλογο και ασαφή, διαλαμβάνονται διηγηματικώς στο δικόγραφο της από 7-3-2013 αίτησής του (αλλά και των από 12-10-20118 προτάσεων του) περί μεταφοράς δανείου από την Εθνική Τράπεζα, πολλώ δε μάλλον ως πειστικών ισχυρισμών (εφ' όσον από ουδένα αποδεικτικό μέσο υποδεικνύεται ότι το επαγγελματικό αυτό δάνειο αφορούσε μεταφορά δανείου από την Εθνική Τράπεζα που είχε ληφθεί για άλλες μη επαγγελματικές ανάγκες), δοθέντος μάλιστα ότι ήδη κατά την σύναψη των δύο επαγγελματικών δανείων εξακολουθούσε να είναι οφειλέτης στην Εθνική Τράπεζα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του φόρου εισοδήματός τους, που προσκομίζουν, οι αιτούντες, με βάση τις δηλώσεις τους, εμφάνιζαν εισοδήματα ως ακολούθως: Ο μεν Χ. Ι., κατά τα έτη 2006 έως 2009, εμφάνιζε περίπου σταθερά εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους περί τις 18.000€ ετησίως [βλ.
προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα (Ε.Σ.Φ.Ε.Φ.Π. και Ε.Ε.Σ.Φ.Π) οικ. έτους 2007 και 2011, με την σημείωση ότι κατά τα έτη 2006 και μέχρι το 2009 ίσχυε ο τεκμαρτός υπολογισμός ακαθαρίστων εσόδων και εισοδήματος με ποσό· 16.000Ε, επομένως ένα μηνιαίο εισόδημα της τάξης των 1500€ περίπου, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αποκέρδαινε από την εργασία του και κάλυπτε εντεύθεν τις δανειακές αυτές υποχρεώσεις του κατά τα έτη ανάληψης δανειακών υποχρεώσεων έναντι της εκκαλούσης E. E. (βλ.
από 23.01.2014 προσθήκη αντίκρουσης στο δικόγραφο των από 17.01.2014 προτάσεών του ενώπιον του Ειρηνοδικείου, ποσό που με τις από 12-10-2018 προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σελ.10) το υποβιβάζει στα 1179,66€ μετά από αφαίρεση του φόρου). Κατά το έτος 2010 (οικ. έτος 2011) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 21.782,77€ και ετήσιο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 17.357€, ήτοι μηνιαίως ποσού 1.440 €, κατά το έτος 2011 (οικ.
έτος 2012) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 24.470,62€ και ετήσιο" εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 16.166,30€, ήτοι μηνιαίως ποσού 1.347€, κατά το έτος 2012 (οικ.έτος 2013) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 14.394,94€ και ετήσιο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 6.564,88€, ήτοι μηνιαίως ποσού 547€, για το έτος 2013 δεν προσκομίζονται στοιχεία, κατά το έτος 2014 (φορ.έτος 2014) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 19.145,52 και ζημία επιχείρησης ποσού 1.040,78 €, χωρίς να προκύπτει από τις αποδείξεις η αιτία και η προέλευση της ζημίας (που εμφανίζεται αξιοσημείωτη λαμβανομένου υπόψη του ύψους των ακαθάριστων εσόδων και του είδους της δραστηριότητας), κατά το έτος 2015 (φορ.έτος 2015) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα, ατομικής επιχείρησης ποσού 18.736,45€ και επιχειρηματική ζημία ποσού 2.055,17€, χωρίς να προκύπτει η αιτία και η προέλευση της ζημίας (που εμφανίζεται επίσης αξιοσημείωτη), κατά το έτος 2016 (φορ.έτος 2016) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 16.423,77€ και επιχειρηματική ζημία ποσού 463,97€, χωρίς να προκύπτει η αιτία και η προέλευση της ζημίας, και κατά το έτος 2017 (φορ.έτος2017) εμφάνιζε ετήσια ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης ποσού 14.309,03€ και ετήσιο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 1.475,32€ (βλ.
προσκομιζόμενο Ε.Σ.Φ.Ε.Φ.Π. οικ.έτους 2011, Ε.Ε.Σ.Φ.Π. οικ.έτους 2012, οικ.έτους 2013, Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Φόρου έτους 2014, έτους 2015, έτους 2016, και έτους 2017). Το έτος 2013, απέκτησε κατά κυριότητα το ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο με-αριθ.κυκλ...., μάρκας DAEWOO ΜΑΤΙΖ, 1000 κυβ.εκ, με έτος πρώτης κυκλοφορίας 29/02/2008 (βλ.
προσκομιζόμενη από 10/4/2013 με αριθμό ... άδεια κυκλοφορίας). Δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία κινητά ή ακίνητα, μετοχές μερίσματα, κ.λπ, δεν έχει χρηματικές απαιτήσεις κατά τρίτων, δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε εταιρεία και μέχρι και την κατάθεση της αίτησής του δεν είχε άλλο εισόδημα. Μέχρι και τις 23-10-2016, οπότε ενυμφέφθη, ο Χ.
Ι., ο οποίος διέμενε με τους γονείς του, επιβαρυνόταν, μόνο με τις συνήθεις δαπάνες διατροφής ανδρός της ηλικίας του και συμμετοχής του στα κοινά λειτουργικά έξοδα της κατοικίας τους, το κόστος δε διαβίωσής του το προσδιόριζε κατά την υποβολή της αίτησης για εξωδικαστικό συμβιβασμό αλλά και κατά την υποβολή της αίτησης για δικαστική ρύθμιση των οφειλών στα 1.000€ μηνιαίως (βλ.
έγγραφα και τις εκεί αναλύσεις των επιμέρους ποσών αναγόμενων σε προσωπικά έξοδα, εισφορές στο ασφαλιστικό ταμείο του, φόρο, συνδρομή στις ανάγκες των γονέων του κλπ). Επισημαίνεται ότι κατά τα αποδειχθέντα οι προσωπικές συνθήκες διαβίωσης και οι ανάγκες του αιτούντος παρέμεναν οι ίδιες καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την ανάληψη των ως άνω δανειακών υποχρεώσεων μέχρι την υποβολή της αίτησης για εξωδικαστικό συμβιβασμό, την υποβολή της αίτησης για δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους έως και την συζήτηση της και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης.
Είναι ασφαλισμένος σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, λαμβάνοντας την όποια νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική κάλυψη προβλέπεται και παρέχεται.[..] Περαιτέρω, κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών προκύπτουν και αποδεικνύονται περαιτέρω τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος - αιτών, Χ. Ι., ασκώντας επιχείρηση μεταφοράς προσώπων, από τόπο σε τόπο, με δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης αυτού του ίδιου, έναντι κομίστρου και μετερχόμενος εντεύθεν κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα (άρθρο 1 ΕμπΝ και 2 του β.δ.
της 2/14.5.1835 ''Περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων"...), όπως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα - καθ'ης Τράπεζα, έχοντας μάλιστα επενδύσει προς τούτο σημαντικά κεφάλαια, λαβών τα ως άνω δύο αναφερόμενα επαγγελματικά δάνεια συνολικού ύψους 220.000. ευρώ. Μετερχόμενος δε τέτοιες αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, κατά την ανάληψη των ως άνω δανειακών υποχρεώσεών του, κατά την παύση των πληρωμών του και κατά την υποβολή της από 7-3-2013 αίτησής του για δικαστική ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ν.3869/2010, διατηρούσε την εμπορική αυτή ιδιότητα καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, την οποία και εξακολουθεί να διατηρεί.
Ο ισχυρισμός του, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. την από 23-1-2014 προσθήκη προς αντίκρουση στο από 17-1-2014 δικόγραφο των προτάσεών του) όσο και ενώπιον του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου τούτου (βλ. δικόγραφο των από 12-10-2018) έγγραφων προτάσεών του), ότι δεν έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα και στερείται πτωχευτικής ιδιότητας, καθ' όσον αναλαμβάνει υλικώς την μεταφορά προσώπων έναντι αντιτίμου, ως αμοιβή για την σωματική του εργασία, χωρίς να αναλαμβάνει κάποιον επιχειρηματικό κίνδυνο και να αποσκοπεί σε εμπορικό κέρδος, δεν ευσταθεί, ιδίως λαμβανομένης υπόψη εν προκειμένω της ως άνω σημαντικής επένδυσης κεφαλαίων για την αγορά επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως με την άδειά του λαμβάνοντας προς τούτο από την εκκαλούσα Τράπεζα δύο επαγγελματικά δάνεια συνολικού ποσού 220.000 ευρώ.
Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος - αιτών για να θέσει σε λειτουργία την επιχείρηση των ως άνω πράξεων μεταφοράς προσώπων, προέβη σε οργάνωση αφ' ενός μεν κεφαλαίου, προβαίνοντας προς τούτο σε επένδυση κεφαλαίου σημαντικής κλίμακας, που συνδέθηκε μάλιστα και με την λήψη των ως άνω επαγγελματικών δανείων από την εκκαλούσα, για την αγορά επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως με την άδειά του, και την εντεύθεν ανάληψη υψηλού τραπεζικού κινδύνου, και αφ' ετέρου εργασίας, είτε δικής του είτε και τρίτων προσώπων, με την προσδοκία από την εκμετάλλευση του δημοσίας χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδίως με την εικοσιτετράωρη εκμετάλλευσή του ως είθισται, να αποκομίσει υψηλά κέρδη που θα του επιτρέπουν την απόσβεση της επένδυσής του, την αμοιβή της εργασίας και την αποκόμιση κέρδους, αναλαμβάνοντας βεβαίως και τον επιχειρηματικό κίνδυνο της αβεβαιότητας και του κινδύνου της μη απόδοσης της επιχείρησης ένεκα πλήθους εξωγενών και αστάθμητων παραγόντων (όπως τους διαλαμβάνει στο δικόγραφο της από 7-3- 2013 αίτησής του για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του) [...].
Εξ άλλου, και τα ακαθάριστα έσοδά του, από την εκμετάλλευση ταυ δημοσίας χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του δεν είναι ευκαταφρόνητα, καθ' όσον αυτά κυμαίνονται κατά περιόδους σε σημαντικά ποσά, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα (τουλάχιστον 18.000Ε κατά τα έτη 2006 και εντεύθεν, εφ' όσο στο ποσό αυτό ανέρχονται κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος τα καθαρά του έσοδα, κατά δε τις δηλώσεις του σε 21.782€ κατά το 2010, 24.470€ κατά το έτος 2011, 14.394€ κατά το έτος 2012, 19.145,52€ κατά το έτος 2014, 18.736 Ε κατά το έτος 2015. 16.423€ κατά το έτος 2016 και 14.309€ κατά το έτος 2017), η δε αυξομείωσή τους αποτυπώνει ακριβώς τον επιχειρηματικό κίνδυνο ταυ εγχειρήματος, που καθιστά υψηλού κινδύνου την επένδυση υψηλού κεφαλαίου, ιδίως εάν συνδέεται και με την ανάληψη υψηλών δανειακών υποχρεώσεων.
Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου - αιτούντος ότι εκμεταλλευόταν οδηγώντας μόνο ο ίδιος το δημόσιας χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του και δεν χρησιμοποιούσε άλλο οδηγό, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται, συνιστά επιχειρηματική επιλογή και δεν τον καθιστά άνευ ετέρου μικρέμπορο, εν όψει των προεκτεθέντων. Επομένως, ο εφεσίβλητος - αιτών κρίνεται ότι έχει αποκτήσει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την έννοια του εμπορικού δικαίου (άρθρο 1 ΕμπΝ), για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, και, ως εκ τούτου, έχει πτωχευτική ικανότητα (άρθρ.2 ΠτΚ) και αποκλείεται εντεύθεν από την εφαρμογή του Ν.3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, άλλωστε, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου (...), όπως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα Τράπεζα με τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Συνακόλουθα, η από 7-3-2013 αίτηση του εφεσίβλητου Χ. Ι. για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη, καθ' όσον αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει πτωχευτική ικανότητα και, ως εκ τούτου, δεν πληροί την αρνητική προϋπόθεση για την υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίου του Νόμου".
Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε και τα ακόλουθα:" Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου αιτούντος ότι ως μικρέμπορος στερείται πτωχευτικής ικανότητας και υπάγεται εντεύθεν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, δοθέντων των ως άνω αποδειχθέντων, αυτός ως οφειλέτης προέβλεψε κατά την σύναψη των δύο επαγγελματικών δανείων συνολικού ποσού 220.000,00€ ότι µε βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές του δυνατότητες, ήτοι με μέσο μηνιαίο εισόδημα περί τα 1400-1500 ευρώ, το οποίο μάλιστα, ως εκ της προ περιγραφόμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας, ήταν αμφίβολο και δεν αναμενόταν ευλόγως να αυξηθεί σημαντικά, σε συνδυασμό µε το ιδιαίτερα μεγάλο ύψος των οφειλών του(προϋφιστάμενο καταναλωτικό δάνειο από την Εθνική Τράπεζα ποσού 7.026 € και επιπλέον ανάληψη δανειακής υποχρέωσης συνολικού ποσού 220.000€ προς την E. E. το έτος 2007), είναι εξαιρετικά αμφίβολη έως αδύνατη η εξυπηρέτησή τους και οδηγείται αντικειμενικά σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, όταν απαιτείτο κατά μήνα η καταβολή ποσού 1.217-1289 ευρώ, μόνο για την εξυπηρέτηση των δύο επαγγελματικών δανείων προς την εκκαλούσα, πλέον των δόσεων από το προϋφιστάμενο καταναλωτικό δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, γεγονός που καθιστούσε απολύτως οριακή αν όχι εξ αρχής αδύνατη την αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων και δη με προαπαιτούμενο τη δραστική μάλιστα συμπίεση των ιδίων δαπανών, και, παρά ταύτα αποδεχόμενος ότι ο υπερδανεισµός του αυτός θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ανέλαβε υψηλές υποχρεώσεις που γνώριζε ότι λίαν συντόμως δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει, εξαναγκασθείς μάλιστα εντός του αμέσου επομένου έτους 2008 σε νέο δανεισμό από την Γενική Τράπεζα ποσού 14.108 € για την εξυπηρέτηση των προηγουμένων οφειλών του καρπούμενος ωστόσο τα οφέλη από την είσπραξη του δανείσματος ανερχόμενου σε πάρα πολύ μεγάλο ποσό (200.000 €), αφού, σταθμίζοντας την διακινδύνευση των εκατέρωθεν οικονομικών συμφερόντων (τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του) με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος της μη πληρωμής, έκρινε ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Επομένως, ο εφεσίβλητος οφειλέτης, που κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα πράγματι έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών, οφειλών του, πλην όμως έχει περιέλθει στην κατάσταση αυτή με δόλο..., όπως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα Τράπεζα με τον τέταρτο λόγο έφεσής της, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται άλλα στοιχεία (π.χ.
εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη), εφόσον κατά την έννοια του νόμου ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο...απορριπτομένων ως αβασίμων των όσων ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος περί μη αναφοράς στην ένσταση, που επαναφέρεται με λόγο έφεσης και μη απόδειξης πράξεων εξαπάτησης των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, επικαλούμενος και την υποχρέωση της Τράπεζας να ελέγξει την πιστοληπτική του ικανότητα...Συνακόλουθα, η από 7-3-2013 αίτηση του εφεσίβλητου Χ.
Ι. τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη κατά παραδοχή της προβληθείσης ένστασης περί περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών με δόλο (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010), που επαναφέρεται με λόγο έφεσης...". Κατ'ακολουθία όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη του απόφαση, έχανε δεκτή την από 7-3-2013- αίτηση του εφεσίβλητου Χ.
Ι., και ρύθμισε τις οφειλές του προς τα-μετέχοντα στην δίκη πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία συνδέονται με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1επ., 4, 5 και 8 Ν. 3869/2010 ως και των άρθρ. 76-78, 748 παρ.3 εδάφ.α' 760 εδάφ.α' 762 και 769 εδαφ. Β' ΚΠολΔ - ... αντί να την απορρίψει ως αβάσιμη στην ουσία της προεχόντως καθ' όσον αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει πτωχευτική ικανότητα και, ως εκ τούτου, δεν πληροί την αρνητική προϋπόθεση για την υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίου του Νόμου, σε κάθε δε περίπτωση κατά παραδοχή της προβληθείσης ένστασης περί περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών με δόλο (άρθρ. 1 παρ.1 Ν.3869/2010), εσφαλμένα εφάρμοσε τον Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, σε εσφαλμένη δε τελική κρίση κατέληξε εντεύθεν.
Επομένως, βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα προεχόντως με τον δεύτερο λόγο έφεσής της ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε στην εφαρμογή του γόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων μη απορρίπτοντας την αίτηση λόγω συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της εμπορικής ιδιότητας και της συνακόλουθης μη δυνατότητας υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Ο ένδικος δε αυτός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία του και, συνακόλουθα, προεχόντως για την συγκεκριμένη πλημμέλεια και προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη προεχόντως για το "ότι αποδεικνύεται ότι ο αιτών δεν πληροί την αρνητική προϋπόθεση για την υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίου του Νόμου της έλλειψης πτωχευτικής ιδιότητας, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, ωστόσο σε κάθε περίπτωση θα ήταν εξαφανιστέα κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου έφεσης (κατά το οικείο σκέλος του), που αφορά την κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη της ένστασης περί περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών με δόλο και την παρά ταύτα ρύθμιση των χρεών του, εφ'όσον αποδεικνύεται βάσιμη η ένσταση αυτή, που επαναφέρεται με λόγο έφεσης, καθισταμένης για τον λόγο αυτό σε κάθε περίπτωση απορριπτέας ως, αβάσιμης της αίτησης.
Παρομοίως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη του απόφαση έκανε δεκτή και την από 7-3-2013 αίτηση του εφεσίβλητου Δ. Ι. και ρύθμισε τις οφειλές του προς την εκκαλούσα εξαιρώντας την κατοικία του από την εκποίηση, αντί να την απορρίψει ως αβάσιμη στην ουσία της κατά παραδοχή της προβληθείσης ένστασης περί περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών με δόλο (άρθρ.1 παρ.1 Ν.3369/2010) έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε εσφαλμένη τελικά κρίση κατέληξε.
Επομένως, βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με τον σχετικό τέταρτο λόγο έφεσης (κατά το οικείο σκέλος του) που αφορά την κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη της ένστασης περί περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών με δόλο και την παρά ταύτα ρύθμιση των χρεών του και εξαίρεση της κατοικίας του από την εκποίηση, εφ'όσον αποδεικνύεται βάσιμη π ένσταση αυτή, που επαναφέρεται με λόγο έφεσης, καθισταμένης για τον λόγο αυτό απορριπτέος ως αβάσιμης της αίτησης.
Ο ένδικος δε αυτός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία του και, συνακόλουθα πρέπει, για την συγκεκριμένη πλημμέλεια, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση για τον προαναφερόμενο λόγο ως αβάσιμη στην ουσία της. Παρεπομένως, εφ' όσον η εκκαλουμένη είναι εξαφανιστέα κατά παραδοχή της έφεσης της εκκαλούσης Τράπεζας και προκειμένου να απορριφθούν· ως αβάσιμες οι αιτήσεις τους, οι αιτιάσεις του αντεκκαλούντος - αιτούντος Χ.
Ι. και του εκκαλούντος - αιτούντος Δ. Ι., οι οποίοι παραπονούνται γιο τον τρόπο που η εκκαλουμένη ρύθμισε τις οφειλές τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στα δικόγραφά τους, αβάσιμα τυγχάνουν, δοθέντος ότι οι αιτήσεις τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατά τα προεκτεθέντα, και, επομένως, απορριπτέες εντεύθεν ως αβάσιμες στην ουσία τους τυγχάνουν τόσο η από 12.10.2018 αντέφεση, που άσκησε με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος Χ.
Ι., όσο και η από 9.9.2014 (με αριθ.εκθ.καταθ. .../2015) έφεση του Δ. Ι.. Μετά ταύτα, δεχτής γενομένης της από 11.6.2015 (με αριθ.εκθ.καταθ. και .../2015) ένδικης έφεσης της εκκαλούσης Τράπεζας ως βάσιμης κατ' ουσίαν, για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους ... πρέπει να εξαφανισθεί καθ' ολοκληρία η εκκαλουμένη απόφαση, δοθέντος μάλιστα ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία των πιστωτικών ιδρυμάτων που μετέχουν στην δίκη, είτε άσκησαν είτε δεν άσκησαν έφεση, είτε παρίστανται είτε δεν παρίστανται, οπότε εκπροσωπούνται από τα παριστάμενα.
Αφού, δε, κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και εξετασθούν οι από 7-3-2013 αιτήσεις των Δ…. και Χ. Ι., για δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους η κάθε μία τους (ήτοι κατά παραδοχή της ένστασης για δόλια αδυναμία πληρωμή η πρώτη αίτηση και λόγω συνδρομής αρνητικής προϋπόθεσης η δεύτερη).
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσίαν τόσο η από 12-10-2018 αντέφεση, που άσκησε με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος Χ. Ι., όσο και η από 9-9-2014 (με αριθ. εκθ. καταθ. .../2015) έφεση του Δ. Ι..
Με τις ως άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τις από 9-9-2014 και 11-6-2015 εφέσεις και την δια των προτάσεων ασκηθείσα από 12-10-2018 αντέφεση, δέχθηκε αυτές τυπικά και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση και την από 9-9-2014 έφεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 11-6-2015 έφεση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. ../2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, κράτησε και δίκασε τις από 7-3-2013 αιτήσεις και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν.
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και ότι συνεπώς δεν υπάγεται στην προστασία του ανωτέρω νόμου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 Πτωχ.Κώδικα (Ν. 3588/ 2007) και 2 του ΒΔ 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", ενώ επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για πληρωθεί το πραγματικό της τελευταίας ως άνω ουσιαστικής διάταξης για την υπαγωγή αυτού (πρώτου αναιρεσείοντος) στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.
Συγχρόνως, το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της εμπορικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, που ήταν ουσιώδες για την υπαγωγή του στην προστασία του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Πιο συγκεκριμένα, Α) αν και σύμφωνα με τις παραδοχές ο πρώτος αναιρεσείων Χ.
Ι. επαγγελματίας αυτοκινητιστής και μοναδικός ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου ΤΑΧΙ, είχε λάβει από την 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα, δύο επαγγελματικά δάνεια, συνολικού ποσού 220.000,00 ευρώ, ήτοι ποσού 180.000,00 ευρώ, για αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού, που χορηγήθηκε στις 27-12-2007 και ποσού 40.000,00 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης, που χορηγήθηκε στις 9-1-2008, εντούτοις το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το χρόνο που αυτός (πρώτος αναιρεσείων) προέβη στην αγορά του καινούργιου ΤΑΧΙ καθώς και της άδειας λειτουργίας του, ούτε, επίσης, προσδιορίζει, τη χρηματική αποτίμηση της αγοράς του ΤΑΧΙ καθώς και της άδειας λειτουργίας του, που κατά τις παραδοχές του αποτελούσε επένδυση σημαντικού κεφαλαίου, με ανάληψη τραπεζικού κινδύνου, που προσδίδει σ' αυτόν (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) την εμπορική ιδιότητα, χωρίς όμως να παραθέτει, όπως θα έπρεπε πως κατέληξε στο ανωτέρω συμπέρασμα, εφόσον αναφέρει μόνο το συνολικό ποσό των δανείων, που του χορήγησε η 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα, Β) αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε ο τρόπος εκμετάλλευσης του ΤΑΧΙ, δηλαδή, όπως ορθά εκτιμάται η ανωτέρω παραδοχή, εάν ο πρώτος αναιρεσείων διέθετε οργανωμένη επιχείρηση και εγκατάσταση με χρησιμοποίηση βοηθητικού προσωπικού, εντούτοις αναιτιολόγητα δέχεται, ότι αποδείχθηκε σημαντική επένδυση κεφαλαίου με ριψοκίνδυνη δραστηριότητα, την οποία στηρίζει μόνο στο γεγονός της χορήγησης των δύο ανωτέρω επιχειρηματικών δανείων χωρίς όμως συγχρόνως να προσδιορίζει την χρηματική αποτίμηση αγοράς του καινούργιου ΤΑΧΙ, που κατά τις παραδοχές αποτελούσε επένδυση σημαντικού κεφαλαίου, ούτε επίσης διευκρινίζει εάν το κέρδος που αυτός αποκόμιζε από την εκμετάλλευση του ΤΑΧΙ, αφορούσε την αμοιβή της προσωπικής του εργασίας ως οδηγού και ανταποκρίνεται στον καθημερινό του μόχθο, ή αντιθέτως, εάν το κέρδος αυτό αποτελούσε υψηλή κερδοσκοπική εκμετάλλευση (υψηλό τζίρο) με ριψοκίνδυνη διαμεσολάβηση στην εμπορία αγαθών, που προσδίδει σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα.
Με τις ελλιπείς και εν μέρει αντιφατικές ως άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε (άρθρο 2 παρ. 1 Πτχ.Κ και 2 ΒΔ/1835) κρίνοντας, ότι ο πρώτος αναιρεσείων έχει εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα ή αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/ 2010, την οποία δεν εφάρμοσε. Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1α και 6 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, και, συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ο 3ος λόγος αναίρεσης και οι 1ος και 3ος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετοι λόγοι, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ.
α' και 6 Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του 2ου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ως άνω (2ος πρόσθετος) λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου, αλλά υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ.
β' Κ.Πολ.Δ. ο πρώτος αναιρεσείων επιδιώκει να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την κατάγνωση της εμπορικής ιδιότητας (Α.Π. 756/2020). Περαιτέρω, όσον αφορά τον 3ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο, η από τον αριθμό 5 εδ.
β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς του (αντεκκαλούντος - πρώτου αναιρεσείοντος), οι οποίοι ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβασή της και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, περί έλλειψης εμπορικής ιδιότητας, που αποδεικνυόταν με έγγραφα, ενώ έλαβε υπόψη ως τεκμήριο της ύπαρξης της εμπορικής του ιδιότητας, το ύψος του δανεισμού του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ..
Τέλος, ο 4ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 και 330 ΑΚ αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή, ανεξάρτητα από την εμπορική ιδιότητα ο πρώτος αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσείων περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο, η οποία (όπως και η κύρια αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι για τη στοιχειοθέτηση του δόλου του οφειλέτη αρκεί να συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο αυτού, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας να ερευνήσουν την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, ή η εξαπάτηση των υπαλλήλων της τράπεζας από το δανειολήπτη, όπως αβάσιμα με τον ανωτέρω λόγο υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσείων (Α.Π. 550/2019, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Δ. Ι. και β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Δ. Ι., να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που ο πρώτος αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1226/2023, Α.Π.550/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 13-4-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 23-11-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Δ. Ι..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. .../2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ. Ι..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ