Legislator Case Law & Legislation
1935/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling State must prove its title despite ambiguity.

Case Number 1935/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final appellate court decision rejecting its claim to property ownership. The State argued that the lower court erred in applying the burden of proof regarding derivative acquisition methods, while the private owners maintained their title. The court ruled that the State, as the defendant, bore the burden to prove its ownership and that the lower court correctly rejected the State's claim due to insufficient evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The State must prove its ownership when claiming title over private property, and the burden of proof lies with the defendant if the court fails to form a judicial conviction regarding the plaintiff's claim.

Keywords

AI generated
burden of proof property ownership derivative acquisition State liability civil procedure judicial conviction appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 216 § 1 (a) and (b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 52 § 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5 § 12 of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Finance and Justice

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1935 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1935/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Κ. και Ε., 2) Α. Π. του Κ. και Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 609/2017 μη οριστική, 671/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-1-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-1-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 337/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ. 671/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γεωργίου Πέττα και Α. Π., ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 536/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται στη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει την υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (AΠ 388/2017, ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).

Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1214/2020).

Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018).

Η επιδεκτικότητα δε του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 894/2020, Α.Π 1182/2018).

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 974 Α.Κ νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του (ΑΠ 949/2018, ΑΠ 838/2014, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1698/2010, ΑΠ 2298/2009).

Επίσης, κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος σύμφωνα με τον προορισμό του για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρωνόταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. (Α.Π.723/2014, Α.Π 616/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Περαιτέρω, χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή είναι δηλαδή οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, με τις οποίες συντελείται κυρίως η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς τη θάλασσα.

Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ, που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό, επίσης και με εκείνη των άρθρων 1072 και 1074 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητά της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή της εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.

Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και, συνακόλουθα, δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής σ` αυτή και η κτήση κυριότητάς της με χρησικτησία ή έστω με παράγωγο τρόπο.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, με την έννοια που προπαρατέθηκε, είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιάς και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946).

Καμιά, όμως, διάταξη του προϊσχύσαντος ΒΡΔ δεν είχε αναγάγει την αμνημόνευτη αρχαιότητα σε γενικό τίτλο κτήσης κυριότητας επί ακινήτων εκτός μόνο ορισμένων ειδικών θεμάτων που αναφέρονται στις πηγές, δηλαδή, των δημοτικών οδών, των ανθρώπινων έργων που χρησιμεύουν για τη διευθέτηση των όμβριων υδάτων και των υδραγωγείων (ν.3 Πανδ. (43.7), ν. 1 § 23, ν. 2 πρ.

Πανδ.(39.3), ν.3 § 4 Πανδ. (43.20), ν. 26 Πανδ. (39.3). Μόνη, επομένως, η καθιέρωση ενός πράγματος ως κοινοχρήστου με την αμνημόνευτη παραγραφή, δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε υποβολή του στην κυριότητα του Δήμου ή Κοινότητας, η κτήση της οποίας προϋποθέτει τη συνδρομή και άλλων όρων.( Α.Π 34/2008, Α.Π 1731/2006). Τέλος, εκείνος που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, να καθορίσει και ν' αποδείξει το νόμιμο τρόπο, με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας (ΑΠ 723/2014).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολ.Δ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, αφενός επειδή δεν γίνεται στο δικόγραφό της σαφής περιγραφή κατά τα όρια, εμβαδόν και πλευρικές διαστάσεις σε σχέση με την ευρύτερη έκταση εντός της οποίας περιλαμβανόταν και η οποία δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ούτε ενσωματώθηκε στην αγωγή σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και αφετέρου επειδή δεν αναφέρονται στο δικόγραφο συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί του επιδίκου σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11-9-1915 και πριν το 1884, αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα του αναιρεσίβλητου επ' αυτού, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί δημοσίου κτήματος και ειδικότερα ως τμήμα της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου ....

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 29-4-2014 αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι κατέστησαν, με παράγωγο τρόπο, συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, εκτάσεως 953,30 τ.μ., κατά τον τίτλο κτήσης και 947,005 τ.μ., κατά το Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ....

Ότι, το εν λόγω ακίνητο, κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές έλαβε ΚΑΕΚ ... και φέρεται ανακριβώς και εσφαλμένα ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση αυτό το ιστορικό οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής, ως άνω, πρώτη κτηματολογική εγγραφή, ώστε να καταχωρηθούν οι ίδιοι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου αντί της εσφαλμένης αναγραφής ότι κύριοι αυτού είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα εξέθεταν ότι το επίδικο γεωτεμάχιο είναι εκτός οικισμού, αλλά εντός της ζώνης του πολυγωνικού οικισμού "...Σ", είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και εμφαίνεται περιμετρικά με τα σχοιχεία 18-33-44-35-36-37-38-39-Η-Ζ-18 στο από Μαΐου του 2011 Τοπογραφικό Διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Γεωργίας Αθαν. Ζαχαροπούλου.

Ότι περιήλθε σ' αυτούς, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης γονικής παροχής ακινήτων της συμβ/φου Πατρών Γκέστα-Παπαφιλίππου, από τον πατέρα τους Κ. Π. του Γ. και την μητέρα Ε. Π., το γένος Π. Κ., νομίμως μετεγεγραμμένη. Στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους περιήλθε, σε ποσοστό 2/3 αδιαιρέτως για τον πρώτο και 1/3 αδιαιρέτως για την δεύτερη ως εξής:

με τα με αριθμούς α) ..., β) ... και γ) ... συμβόλαια του άλλοτε συμβ/φου Πατρών Β. Κ., που έχουν νομίμως μεταγραφεί, περιήλθαν, λόγω πωλήσεως, από τον Σ. Κ. (ο οποίος απέκτησε την κυριότητα της παρακάτω περιγραφόμενης έκτασης δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβ/φου Πατρών Δημητρίου Σπαρτινού, νομίμως μετεγγραμμένου, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής, στον Κ.

Π. του Γ. τα 2/6 αδιαιρέτως, στην Ε. Π., το γένος Π. Κ. το 1/6 αδιαιρέτως και στον Π. Π. του Γ. τα 3/6 αδιαιρέτως, ενός αγροτικού ποτιστικού κτήματος, συνολικής εκτάσεως δέκα τριών (13) περίπου στρεμμάτων, μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων, κειμένου στην θέση "..." της περιφερείας του Δήμου ..., συνορευομένου γύρωθεν με αρδευτικόν αύλακα αποκαλούμενον "...", ιδιοκτησία Γ.

Γ., δημόσιο δρόμο και χέρσο τόπο ... και διαφόρων άλλων κατοίκων του συνοικισμού ..., στην καλόπιστη και διανοία κυρίων νομή του οποίου εγκαταστάθηκαν οι ανωτέρω αμέσως μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβολαίων. Ότι το καλοκαίρι του 1954, με κοινή συμφωνία των τριών συγκυρίων, επήλθε προφορική διανομή του προαναφερόμενού ακινήτου κατά την οποία, στην καλόπιστη και διάνοια κυρίου νομή των:

α) Κ. Π. του Γ. και β) Ε. Π. το γένος Π. Κ., περιήλθαν τρία γεωτεμάχια. Τα δύο εξ αυτών, είχαν έκταση περίπου 3.400 τετραγωνικά μέτρα. Από αυτά τα δύο γεωτεμάχια, τμήμα 720 τετραγωνικών μέτρων, συνορευόμενο τότε γύρωθεν δυτικώς με δημόσιο δρόμο, ανατολικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ., βορείως με δρόμο και με το υπόλοιπο των προαναφερόμενων δύο γεωτεμαχίων ιδιοκτησίας Κ.

Π. και Ε. Π., και νοτίως με αγροτικό δρόμο, μεταβιβάσθηκε στον Ε. Σ. και στην Ι. Π., θυγατέρα των Κ. και Ε. Π., σε ποσοστό 2/6 αδιαιρέτως για τον πρώτο και 4/6 αδιαιρέτως για την δεύτερη ως εξής: α) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβ/φου Πατρών Χρήστου Γκολφινοπούλου μεταβιβάσθηκαν από τον Π.

Π. στον Ε. Σ. τα 2/6 αδιαιρέτως επί του ως άνω περιγραφόμενου τμήματος, β) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβ/φου Πατρών Χρήστου Γκολφινοπούλου, μεταβιβάσθηκε από τον Π. Π. στην Ε. Π. το γένος Π. Κ., το 1/6 αδιαιρέτως επί του ως άνω περιγραφόμενου τμήματος, γ) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...

προικοσυμβολαίου του τότε συμβ/φου Πατρών Χρήστου Γκολφινοπούλου συνεστήθη προίκα προς τον Ε. Σ., υπέρ της συζύγου αυτού και θυγατρός των Κ. Π. και Ε. Π., Ι. Π., τα 4/6 αδιαιρέτως του ως άνω περιγραφόμενου τμήματος, με αποτέλεσμα, μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας, οι Ε. Σ. και Ι. Π., θυγατέρα των Κ. και Ε.

Π., να καταστούν κύριοι νομείς και κάτοχοι της ως άνω έκτασης των 720 τετραγωνικών μέτρων σε ποσοστό 2/6 αδιαιρέτως ο πρώτος και 4/6 αδιαιρέτως η δεύτερη. Μετά την ως άνω περιγραφόμενη μεταβίβαση των 720 τετραγωνικών μέτρων, εκ των δύο αρχικών διακεκριμένων γεωτεμαχίων, αρχικής συνολικής εκτάσεως 3.400 περίπου τετραγωνικών μέτρων, απέμεινε στους Κ.

Π. και Ε. Π. τμήμα επιφάνειας 2.570,433 τετραγωνικών μέτρων, συνορευόμενο γύρωθεν δυτικώς με δημόσιον δρόμο, ανατολικώς με γεωτεμάχιο περιελθόν εις τον Π. Π. του Γ., βορείως με ιδιοκτησία Ν. Π., κληρονόμων Η. Π. και έτερο γεωτεμάχιο περιελθόν εις τον Π. Π. του Γ. και νοτίως με πρώην προικώα ιδιοκτησία Ι. συζύγου Ε.

Σ., το οποίο προσδιορίζεται ακριβέστερα, με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ, στο από Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα, του μηχανικού αρχιτέκτονος Νικολάου Χατζηβασιλείου. Ότι τα εν λόγω δύο διακεκριμένα γεωτεμάχια είχαν τα εξής στοιχεία: 1) Το πρώτο εξ αυτών το οποίο κείται ανατολικώς του ετέρου, είχε συνολική έκταση 1.364,555 τετραγωνικά μέτρα, συνόρευε ανατολικώς με γεωτεμάχιο περιελθόν στον Π.

Π. του Γ., δυτικώς με γεωτεμάχιο περιελθόν ωσαύτως στον Π. Π. του Γ., νοτίως με ιδιοκτησία Κ. Θ. και βορείως με ιδιοκτησία Ν. Π. και κληρονόμων Η. Π., προσδιορίζεται δε στο από Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Νικολάου Χατζηβασιλείου με τα στοιχεία ΖΕΔΘΗΖ. 2)Το δεύτερο εξ αυτών το οποίο κείται δυτικώς του ως άνω περιγραφομένου, είχε έκταση 1.205,878 τετραγωνικά μέτρα, συνόρευε τότε ανατολικώς με ιδιοκτησία πρώην Γεωργοπούλου, δυτικώς με κοινοτικό δρόμο, νοτίως με ιδιοκτησία Ι.

συζύγου Ε. Σ. και με πρώην ιδιοκτησία Γεωργόπουλου και βορείως με ιδιοκτησία Π. Π. του Γ., και προσδιορίζεται στο από Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Νικολάου Χατζηβασιλείου με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑΑ.

Ότι από την πραγματοποιηθείσα ως ανωτέρω εκτίθεται, από το θέρος του 1954, προφορική διανομή μεταξύ των α) Κ. Π. του Γ., β) Ε. Π. το γένος Π. Κ., και γ) Π. Π. του Γ., οι Κ. Π. και η Ε. Π. ενέμοντο και κατείχαν καλοπίστως, διάνοια κυρίων και με νομίμους τίτλους, συνεχώς και αδιαλείπτως, ησύχως και αδιαταράκτως, άνευ ουδεμιάς διακοπής, ασκώντας επ' αυτών και μέχρι το έτος 1998 που μεταβίβασαν στους ενάγοντες το δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής σε ποσοστό αδιαιρέτως για τον καθένα τους, δυνάμει της υπ' αριθ. ...

πράξης γονικής παροχής ακινήτων της σύμ/φου Πατρών Ειρήνης Γκέστα- Παπαφιλίππου, νομίμως μετεγεγραμμένης τα δικαιώματα και όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν σε κυρίους, στα ως άνω δύο γεωτεμάχια συνολικής τότε εκτάσεως 2.570.433 τετ. μέτρων (1.364,555 τετραγωνικών μέτρων το πρώτο και 1.205,878 το δεύτερο ως ανωτέρω ειδικοτέρως ορίζεται).

Συγκεκριμένα, στα εν λόγω δύο γεωτεμάχια, καλλιεργούσαν διαφόρων ειδών ψυχανθή, φύτευαν διάφορα κηπευτικά προϊόντα και περισυνέλεγαν τους καρπούς τους, φρόντιζαν τα ευρισκόμενα εντός των δύο γεωτεμαχίων ελαιόδεντρα, επωμιζόμενοι ταυτοχρόνως και το δύσκολο έργο της συλλογής του ελαιοκάρπου, πραγματοποιώντας γενικώς διαφόρων ειδών αγροτικές εργασίες, για παραπάνω από 40 έτη.

Με αυτόν τον τρόπο οι Κ. Π. και η Ε. Π. κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι, νομείς και κάτοχοι των δύο ανωτέρω περιγραφομένων γεωτεμαχίων, κατά τα 2/3 αδιαιρέτως ο πρώτος εξ αυτών και κατά το 1/3 αδιαιρέτως η δεύτερη, ως αποκτήσαντες κυριότητα με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, επειδή τα νέμονταν και τα κατείχαν με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, επί χρόνο πάνω της 40ετίας μέχρι και την στιγμή της γονικής παροχής τους προς τους ενάγοντες, συνέχεια και χωρίς διακοπή, χωρίς ποτέ να τους ενοχλήσει κανείς στην νομή τους αυτή στα ως άνω δύο γεωτεμάχια συνολικής τότε εκτάσεως 2.570.433 τετ.

μέτρων (1.364,555 τ.μ). Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο για το ως άνω θέμα δέχθηκε τα εξής: Η υπό κρίση αγωγή "...είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον για την πληρότητα αυτής, δεν απαιτείται να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον, τόσο το ευρύτερο ακίνητο, όσο και το επιμέρους τμήμα αυτού (επίδικο) περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος θέση, έκταση, όρια, ενώ αναφέρεται και ο αριθμός ΚΑΕΚ, που φέρει το επίδικο και προσδιορίζει πλήρως το ακίνητο, κατονομάζονται, δε, στο ίδιο δικόγραφο και οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, συνεπώς αυτό εξατομικεύονται πλήρως, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά τους.

Εξάλλου, η μη ενσωμάτωση του τοπογραφικού διαγράμματος στο αγωγικό δικόγραφο δεν επέφερε σύγχυση ως προς την ταυτότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, η περιγραφή τόσο του τελευταίου, όσο και του μεγαλύτερου ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, είναι πλήρης και ακριβής....

και σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των προκάτοχών των εναγόντων, επί του υπό κρίση ακινήτου, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., και των διακατοχικών πράξεων αυτών, όλα τα ανωτέρω σαφώς περιγράφονται και προκύπτουν τόσο από το δικόγραφο της από 29.04.2014 και με αριθμό κατάθεσης 1209/2014 αγωγής, όσο και από τις, με ημερομηνία 05.02.2019, επί της έδρας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατατεθειμένες προτάσεις των εναγόντων, απορριπτομένου του σχετικού περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμού του εναγόμενου, που νομίμως, κατ' άρθρ. 522 και 527 ΚΠολΔ προβάλει, εφόσον, κατά νόμο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ως αβάσιμου".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα, περιγράφεται λεπτομερώς το επίδικο ακίνητο κατά όρια, θέση και έκταση και αναφέρεται ο αριθμός ΚΑΕΚ που φέρει το επίδικο, αναφέρει τους όμορους ιδιοκτήτες, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού.

Η αναφερόμενη ως επιφάνεια του επιδίκου κατά παλαιότερη μέτρηση 1.364,555 και κατά νεώτερη καταμέτρηση 953,30 τ.μ ή 947,005 τ.μ, δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, δεδομένου ότι η ακριβής επιφάνεια αυτού αποτελεί θέμα απόδειξης και σε κάθε περίπτωση τούτο προσδιορίζεται επακριβώς με τον αριθμό ΚΑΕΚ που φέρει. Περαιτέρω, προσδιορίζεται ο χαρακτήρας του επιδίκου ως αγροτεμαχίου με καλλιέργειες και καθ' υποφοράν στο δικόγραφό της αγωγής, ενόψει της αμφισβήτησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο τρόπος κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων με αναγωγή ως την πρωτότυπη κτήση με συγκεκριμένες πράξεις νομής, επί συνεχές χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας από το έτος 1954, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως κυριότητας με χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την επίκληση και την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επίσης βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού του ως κοινοχρήστου και του τρόπου που αυτό κατέστη κοινόχρηστο σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς αξιολόγησε ως ορισμένη την υπό κρίση αγωγή και ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

πράξης γονικής παροχής ακινήτων της συμβολαιογράφου Πατρών, Ειρήνης Γκέστα - Παπαφιλίππου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ... και με αριθμό …, και η οποία γονική παροχή συνεστήθη υπέρ των εναγόντων από τον πατέρα τους Κ. Π. και την μητέρα τους Ε. Π., οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "...", της περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 953,30 τ.μ.

κατά τον τίτλο κτήσης, 947,001 τ.μ. κατά τις κτηματολογικές εγγραφές στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών, και 989,15 τ.μ. κατά νεότερη και ακριβή καταμέτρηση, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά, με τα στοιχεία 18-33-34-35-36-37-38-39-Η-Ζ-18, στο από Μαΐου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Γεωργίας Ζαχαροπούλου και συνορεύει, σύμφωνα με το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα, Βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Π. και κληρονόμων Η. Π., Δυτικά με ιδιοκτησία Α. Π., Ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Π. και Νότια με ιδιοκτησία Κ. Θ.. Όπως αποδείχθηκε το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου δυνάμει των κάτωθι: Των με αριθμούς α) ..., β) ... και γ) ... συμβολαίων του άλλοτε συμβολαιογράφου Πατρών Β.

Κ., που έχουν νομίμως μεταγραφεί στους τόμους και αριθμούς ..., ... και ..., αντίστοιχα, δια των οποίων περιήλθαν, λόγω πωλήσεως, από τον Σ. Κ., κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής, στον Κ. Π. τα 2/6 αδιαιρέτως, στην Ε. Π. το 1/6 αδιαιρέτως και στον Π. Π. τα 3/6 αδιαιρέτως, ενός αγροτικού ποτιστικού κτήματος, συνολικής εκτάσεως δέκα τριών (13) περίπου στρεμμάτων, μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων, κειμένου στην θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ..., συνορευομένου γύρωθεν με αρδευτικό αύλακα αποκαλούμενο "...", ιδιοκτησία Γ.

Γ., δημόσιο δρόμο και χέρσο τόπο ... και διαφόρων άλλων κατοίκων του συνοικισμού "..." Πατρών, στην καλόπιστη και διάνοια κυρίων νομή του οποίου εγκαταστάθηκαν οι ανωτέρω αμέσως μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβολαίων. Περαιτέρω, προέκυψε ότι το καλοκαίρι του 1954, με κοινή συμφωνία των τριών συγκυρίων, επήλθε προφορική διανομή του προαναφερόμενου ακινήτου κατά την οποία, στην καλόπιστη και διάνοια κυρίου νομή των:

α) Κ. Π. και β) Ε. Π., περιήλθαν τρία γεωτεμάχια, εκ των οποίων, τα δύο εξ αυτών, είχαν έκταση περίπου 3.400 τ.μ., από την έκταση, δε, αυτή, ένα τμήμα της, εμβαδού 720 τ.μ., συνορευόμενο τότε δυτικώς με δημόσιο δρόμο, ανατολικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ., βορείως με δρόμο και με το υπόλοιπο των προαναφερόμενων δύο γεωτεμαχίων ιδιοκτησίας Κ.

Π. και Ε. Π., και νοτίως με αγροτικό δρόμο, μεταβιβάσθηκε νομίμως στον Ε. Σ. και στην Ι. Π., σε ποσοστό 2/6 αδιαιρέτως για τον πρώτο και 4/6 αδιαιρέτως για την δεύτερη. Ακολούθως, μετά την ως άνω περιγραφόμενη μεταβίβαση των 720 τ.μ., απέμεινε στους Κ. Π. και Ε. Π. τμήμα επιφάνειας 2.570,433 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν δυτικώς με δημόσιον δρόμο, ανατολικώς με γεωτεμάχιο, περιελθόν εις τον Π.

Π. του Γ., βορείως με ιδιοκτησία Ν. Π., κληρονόμων Η. Π. και έτερο γεωτεμάχιο περιελθόν εις τον Π. Π. του Γ. και νοτίως με πρώην προικώα ιδιοκτησία Ι., σύζυγο Ε. Σ.. Αυτοτελώς και πέραν της ενιαίας τους παραπάνω περιγραφής, τα εν λόγω δύο διακεκριμένα γεωτεμάχια είχαν τα εξής στοιχεία: Το μεν πρώτο, το οποίο κείται ανατολικώς του ετέρου, είχε συνολική έκταση 1.364,555 τ.μ., συνόρευε ανατολικώς με γεωτεμάχιο περιελθόν στον Π.

Π. του Γ., δυτικώς με γεωτεμάχιο περιελθόν ωσαύτως στον Π. Π. του Γ., νοτίως με ιδιοκτησία Κ. Θ. και βορείως με ιδιοκτησία Ν. Π. και κληρονόμων Η. Π., προσδιορίζεται, δε, στο από Αυγούστου 1995 τοπογραφικό, διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Νικολάου Χατζή, με τα στοιχεία Ζ-Ε-Δ-Θ-Η-Ζ, το, δε, δεύτερο, το οποίο κείται δυτικώς του ως άνω περιγραφομένου, είχε έκταση 1.205,878 τ.μ., συνόρευε τότε ανατολικώς με ιδιοκτησία πρώην Γεωργοπούλου, δυτικώς με κοινοτικό δρόμο, νοτίως με ιδιοκτησία Ι.

συζύγου Ε. Σ. και με πρώην ιδιοκτησία Γεωργόπουλου και βορείως με ιδιοκτησία Π. Π. του Γ., και προσδιορίζεται, στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού-αρχιτέκτονα Νικολάου Χατζή με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α. Όπως προέκυψε, μετά την παραπάνω διανομή, κατά το έτος 1954, οι γονείς και δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Κωνσταντίνος και Ε.

Π., ενέμοντο και κατείχαν καλόπιστα, με διάνοια κυρίων, τα παραπάνω δυο αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης 2.570,433 τ.μ. (1.364,555 τ.μ. το 1° και 1.205,878 τ,μ. το 2°) μέχρι και το έτος 1998, οπότε και μεταβίβασαν στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, με αποτέλεσμα να καταστούν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συγκύριοι των ανωτέρω δύο αγροτεμαχίων, ο, μεν, Κ.

Π., κατά ποσοστό 2/3 αδιαίρετα, η, δε, Ε. Π., κατά ποσοστό 1/3 αδιαίρετα, ενώ η κυριότητα των ανωτέρω επί των δύο αυτών αγροτεμαχίων αναγνωρίστηκε δικαστικώς, δυνάμει της με αριθμ, 395/1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Πατρών, στον τόμο ... και με αριθμό ....

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η περιοχή του Δήμου ..., όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και με την υπ' αριθμ. 221/2/2004 απόφαση του ΔΣ του "ΟΚΧΕ" διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Πατρέων και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 30-3-2004.

Το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ ... και ως αποκλειστικός κύριος αυτού, σε ποσοστό 100%, φέρεται ότι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής δήλωσε το εν λόγω ακίνητο ανήκει στο ίδιο, ως δασική έκταση, άλλως, όπως ισχυρίζεται με τον μόνο λόγο έφεσής του, διά του οποίου επαναφέρει τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό του, ότι ανήκει στο ίδιο ως τμήμα της κοίτης του χειμάρρου ..., άλλως, ότι περιήλθε στην κυριότητα του λόγω τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο το νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους έως και σήμερα.

Πλην όμως, όπως προέκυψε, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του ως τμήμα της ενεργούς, άλλως της εγκαταλειφθείσας κοίτης του χειμάρρου ..., ελέγχεται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, στην υποθετική περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το υπό κρίση ακίνητο βρίσκεται εντός της παλαιάς κοίτης χειμάρρου ..., σε αντίθεση με τα αενάως ρέοντα ύδατα, η ροή των όμβριων υδάτων (χείμαρρος), μικρή ή μεγάλη, δεν είναι κοινής χρήσεως πράγμα και δεν επιφέρει μεταβολή στην κυριότητα του εδάφους, που καταλαμβάνει η κοίτη, η οποία εξακολουθεί, και μετά την κατάκλυση από τα όμβρια ύδατα, να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μάλιστα χωρίς να εξετάζεται αν η κατάκλυση από τα όμβρια ύδατα οφείλεται σε φυσικά ή τεχνικά αίτια, κατά τα αναφερόμενα και στην μείζονα πρόταση της παρούσας, ενώ, σε περίπτωση εγκαταλείψεώς της, αυτή συνεχίζει να παραμένει στην κυριότητα του προ της εγκαταλείψεώς κυρίου της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, κατά το οποίο η κυριότητα δεν χάνεται με την παροδική κατάκλυση εδάφους από την ροή όμβριων υδάτων.

Τα αυτά διαλαμβάνονται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ορισμένης, δια της υπ' αριθ. 609/2017 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονος και Πολιτικού Μηχανικού, Πλακαλή Παναγιώτας, η οποία καταλήγει στο εξής τελικό συμπέρασμα: "...Το εδαφικό τμήμα με ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού Ε-947,00 τ.μ. (βάσει κτηματολογίου) και Ε-989,00 βάσει πραγματικής κατάστασης), που βρίσκεται εκτός Σχεδίου Πόλεως, εκτός οικισμού ...

αλλά εντός ζώνης Οικισμού, είναι ιδιοκτησίας Π. Γ. και Π. Α. κατά 50% αδιαίρετα και δεν εμπίπτει εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου ......". Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει στην τεχνική του έκθεση και ο τοπογράφος-μηχανικός, Αθ. Τόλιος, όπου αναφέρεται "... Επομένως η συγκεκριμένη ιδιοκτησία, σε μια χρονική περίοδο από το 1945 έως και σήμερα, απείχε από το ρέμα της ...

απόσταση μεγαλύτερη των 900 μέτρων και από την περιοχή υπερχείλισης του ρέματος απόσταση 500 μέτρων. Σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ιδιοκτησία βρισκόταν "εντός της παλαιός κοίτης του χειμάρρου ... ", τουλάχιστον από το 1945 και έπειτα, ενώ ολόκληρη η γύρω περιοχή αποτελείται από ελαιοστάσια και κατοικίες αρκετών δεκαετιών......

Έτι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη αυτή κτηματολογική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα ανωτέρω εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον, από την υπ' αριθ. ... Πράξη Χαρακτηρισμού Έκτασης του Δασάρχη Πατρών και από την υπ' αριθ.... βεβαίωση τελεσιδικίας προκύπτει ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δάσος ή δασική έκταση.

Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες από βαριά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτού, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε οχλήθηκαν στην άσκηση της νομής τους καθόσον οι δικαιοπάροχοί τους ως κύριοι, νομείς και κάτοχοι της ανωτέρω εδαφικής εκτάσεως των 13 περίπου στρεμμάτων (τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο), ήδη προ έτους 1880 και δη από έτους 1850, ουδέποτε προσέβαλαν τα δικαιώματα κανενός, ενεργούντες σε αυτήν κάθε είδους διακατοχική πράξη, που αρμόζει σε κύριο και προσιδιάζει στη φύση του ανωτέρω ακινήτου (αγροτικές καλλιέργειες με δημητριακά και κηπευτικά, συλλογή καρπών, φύτευση δέντρων, εκτροφή οικόσιτων ζώων κλπ.), δίχως ποτέ να ενοχληθούν, από κανέναν στην ενάσκηση της νομής τους αυτής και δίχως ποτέ κανείς να αμφισβητήσει τα δικαιώματά τους επί του συνόλου της ανωτέρω εκτάσεως, μέχρι και το έτος 1998, οπότε και μεταβίβασαν στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, τα οποία, άλλωστε δικαιώματα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αναγνωρίσθηκαν, δυνάμει της με αριθμ. 395/1996 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όπως προαναφέθηκε.

Σημειωτέον, εν προκειμένω, ότι το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως των εναγόντων ή και των δικαιοπαρόχων τους, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου, κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του, πράγμα το οποίο δεν απέδειξε, απορριπτομένου μετά ταύτα ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού του.

Συνεπώς, οι περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ισχυρισμοί του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτου αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα.

Συνεπώς, έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η υπό κρίση αγωγή και, αφού αναγνωρισθούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών, του επιδίκου ακινήτου, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του επιδίκου στον κτηματολόγιο. Κατόπιν αυτών, η εκκαλουμένη με το να δεχθεί ως αποδεδειγμένα τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα και, ακολούθως, να δεχθεί την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά παραδοχή της οποίας, αφενός, αναγνώρισε τους ενάγοντες ως συγκυρίους κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αυτών, του επιδίκου ακινήτου, το οποίο έχει ενταχθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ..., και κατά το κτηματολογικό διάγραμμα έχει έκταση 947 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και, αφετέρου, διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ανωτέρω γεωτεμαχίου, με ΚΑΕΚ ..., έτσι ώστε, αντί του εσφαλμένου δικαιούχου πλήρους κυριότητας Ελληνικού Δημοσίου, να αναγραφούν οι ενάγοντες, ως μοναδικοί δικαιούχοι και κατά ποσοστό 50% αδιαίρετα έκαστος με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ ...

πράξης γονικής παροχής ακινήτων της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Γκέστα - Παπαφιλίππου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο ... και με αριθμό …, ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και το νόμο εφήρμοσε, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης και αυτή στο σύνολο της".

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου αγροτεμαχίου ευρισκόμενου εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, αλλά εντός ζώνης οικισμού, κατά ποσοστό 50% έκαστος, με παράγωγο τρόπο (γονική παροχή) και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι δικαιοπάροχοι αυτών είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενεργώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής, από το 1954 μέχρι την μεταβίβασή του στους ενάγοντες το 1999, ενώ περαιτέρω απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, διότι δεν ανήκει στο Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν κατέστη κοινόχρηστο πράγμα ούτε υπήρξε ποτέ δημόσιο κτήμα.

Και έτι περαιτέρω ότι η πρώτη κτηματολογική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου εκ μέρους των εναγόντων κατά ποσοστό 50% έκαστος με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και των δικαιοπαρόχων αυτών με έκτακτη χρησικτησία και την απόρριψη του ισχυρισμού του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ως κοίτης χειμάρου, δεχόμενο ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν αγροτική έκταση, δεν εμπίπτει εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου ...

τουλάχιστον από το 1945 και έπειτα και σε κάθε περίπτωση κατά τον ΑΚ ως κοίτη χειμάρρου, δηλαδή ροή των ομβρίων υδάτων, δεν αποτελεί πράγμα κοινής χρήσεως αλλά εξακολουθεί και μετά την κατάκλυση από τα όμβρια ύδατα να ανήκει στην κυριότητα του ιδιοκτήτη και περαιτέρω ότι δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναφορά στην προσβαλλόμενη ότι "ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 τιαρ.1 του Ν. 312712003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως των εναγόντων ή και των δικαιοπαρόχων τους, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου, κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του, πράγμα το οποίο δεν απέδειξε, απορριπτομένου μετά ταύτα ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού του.

Συνεπώς, οι περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν", αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία εκφέρθηκε εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία περί κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων με παράγωγο τρόπο και έκτακτη χρησικτησία και των δικαιοπαρόχων αυτών με έκτακτη χρησικτησία και απορρίψεως των ισχυρισμών περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Συνεπώς, το σκέλος αυτό του τρίτου λόγου με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νομίμου βάσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ενόψει αυτών δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 901/2020, ΑΠ 1530/2008).

Περαιτέρω, είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογίες πλεοναστικές (ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 1008/2007). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί ότι: "δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες από βαριά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτού, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε οχλήθηκαν στην άσκηση της νομής τους καθόσον οι δικαιοπάροχοι τους ως κύριοι νομείς και κάτοχοι της ανωτέρω εδαφικής εκτάσεως των 13 περίπου στρεμμάτων (τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο), ήδη προ έτους 1880 και δη από έτους 1850, ουδέποτε προσέβαλαν τα δικαιώματα κανενός, ενεργούντες σε αυτήν κάθε είδους διακατοχική πράξη, που αρμόζει σε κύριο και προσιδιάζει στη φύση του ανωτέρω ακινήτου (αγροτικές καλλιέργειες με δημητριακά και κηπευτικά, συλλογή καρπών, φύτευση δέντρων, εκτροφή οικόσιτων ζώων κλπ.), δίχως ποτέ να ενοχληθούν, από κανέναν στην ενάσκηση της νομής τους αυτής και δίχως ποτέ κανείς να αμφισβητήσει τα δικαιώματα τους επί του συνόλου της ανωτέρω εκτάσεως, μέχρι και το έτος 1998, οπότε και μεταβίβασαν στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής", χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να έχουν επικαλεσθεί συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις υπό τις προϋποθέσεις του βρ δικαίου και μάλιστα συμπληρωμένες μέχρι τις 11-9-1915, ούτε με το δικόγραφο της αγωγής, ούτε με τις πρωτοδίκως κατατεθειμένες προτάσεις τους ούτε με την προσθήκη αυτών παρά μόνο με τις κατατεθειμένες προτάσεις τους στην μετ' επανάληψη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Οι παραπάνω από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές δεν αποτελούν πράγματα, δηλαδή αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά πλεοναστική παραδοχή του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας περί απορρίψεως του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επί του επιδίκου.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 148/2016). Περαιτέρω, τους ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που προβάλλονται από αυτό ως εναγόμενο σε αγωγή ιδιώτη, ο οποίος επικαλείται παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως ακινήτου, οφείλει ν' αποδείξει το Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων.

Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θ' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 148/2016). Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως και ότι κατόπιν της προβολής υπό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας οι ενάγοντες, έπρεπε ν' αποδείξουν τα ιδιοκτησιακά δεδομένα με ανάστροφη διαδοχή των δικαιοπαρόχων τους, μέχρι του πρωτότυπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του ΒΡ δικαίου, συμπληρωμένες μέχρι 11-9-1915.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω, το Ελληνικό Δημόσιο, ως εναγόμενο, όφειλε ν' επικαλεσθεί και αποδείξει ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο ως δημόσιο κτήμα ή ως κοινόχρηστο, και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κυριότητά του και συνεπώς τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι τ' επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του τις έφερε το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 13-1-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.337/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-1-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 337/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ