Legislator Case Law & Legislation
1935/2017 AI generated

1935/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1935/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1935/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της ... Insurance Services του ομίλου εταιρειών της ..., που ήταν δημιουργία αυτής και της ασφαλιστικής εταιρείας ..., καθόσον τα χρήματά του θα απολάμβαναν μήνα με μήνα υπεύθυνη διαχείριση και ανταγωνιστική απόδοση που προσφέρει το πρόγραμμα ... και ήταν εξασφαλισμένος ότι θα λάμβανε τα κεφάλαια ή τη σύνταξη ότι κι αν συμβεί.

Keywords

AI generated
microprudential tasks banking policy financial sector measures credit insurance labour market measure credit guarantee
AI generated
1111/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1082/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
782/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
1880/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
432/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22132/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2398/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2017 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1935 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1935/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Α. του Κ. και 2) Α. Α. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής εταιρείας με την ήδη επωνυμία "... Limited", η οποία εδρεύει στο … του Ηνωμένου Βασιλείου, διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, στην πόλη των … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην πόλη των Αθηνών, της οποίας έχει ανακληθεί οριστικώς η άδεια συστάσεως και λειτουργίας και έχει ταυτοχρόνως τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση, εκτός του χαρτοφυλακίου ζωής που αρχικώς εξαιρέθηκε της ασφ. εκκαθαρίσεως, στην οποία ετέθη και αυτό, την 31-5-2012, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή της, κατοικοεδρεύοντα ως προς το λειτούργημά του αυτό στη διεύθυνση της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μερκούρη. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος της 1ης αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... LIMITED COMPANY", που εδρεύει στο … Ιρλανδίας, είναι εγκατεστημένη νόμιμα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... LIMITED", δυνάμει διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1814/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2392/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2392/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία τις αντίθετες εφέσεις των αναιρεσειόντων και της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1814/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την από 20-07-2011 αγωγή των αναιρεσειόντωνι κατά των αναιρεσιβλήτων.

Με την αγωγή αυτή οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων), ο οποίος ήταν πελάτης της πρώτης των εναγομένων (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων) τραπεζικής εταιρείας από του έτους 1985 στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής του παρείχαν με άτυπη σύμβαση παροχής αποταμιευτικών και επενδυτικών συμβουλών με την υπόδειξη και προτροπή των προστηθέντων οργάνων της να ανοίξει κάποιον ασφαλή μακροχρόνιο τραπεζικό αποταμιευτικό λογοριασμό αυξημένης επενδυτικής αποδόσεως και να συμμετάσχει στο ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής και συγκεκριμένα στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ...

της ... Insurance Services του ομίλου εταιρειών της ..., που ήταν δημιουργία αυτής και της ασφαλιστικής εταιρείας ..., καθόσον τα χρήματά του θα απολάμβαναν μήνα με μήνα υπεύθυνη διαχείριση και ανταγωνιστική απόδοση που προσφέρει το πρόγραμμα ... και ήταν εξασφαλισμένος ότι θα λάμβανε τα κεφάλαια ή τη σύνταξη ότι κι αν συμβεί.

Ότι κατόπιν των άνω υποδείξεων και προτροπών των οργάνων της πρώτης εναγομένης τράπεζας, ο άνω ενάγων τον Μάρτιο του έτους 1987 κατάρτισε, με αμφότερες τις εναγόμενες (ήδη αναιρεσίβλητες) εταιρείες, σχετική σύμβαση ασφάλισης ζωής τρίτου, με την οποία απέκτησε το ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του κλάδου ζωής της ασφαλιστικής εταιρείας ...

Hellas, που η τελευταία είχε δημιουργήσει μαζί με την άνω τράπεζα με τίτλο ..., ορίζοντας ως δικαιούχο την δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσείουσα) ανήλικη τότε θυγατέρα του, για "ασφαλιζόμενο-εγγυημένο κεφάλαιο" 57.420.677 δραχμών (ήτοι 168.512,62 ευρώ), "ετήσιας δυναμικής αναπροσαρμογής" 8%, διάρκεια 30 ετών, με χρόνο έναρξης την 21-3-1997 και λήξης την 21-3-2027, με "δικαίωμα εξαγοράς" μετά τριετία από της ενάρξεως, σύμφωνα με τον συνημμένο στο ασφαλιστήριο "Πίνακα εξαγοράς και αποδόσεων" κατ' έτος, και με υποχρέωση του πρώτου εξ αυτών (ενάγοντος) μηνιαίων καταβολών διά του ήδη υφισταμένου λογαριασμού του στην εναγομένη τράπεζα, αρχικώς 29.297 δρχ.(85,97) ευρώ και με αύξηση 8% ανά συμβατικό έτος, όπως έκτοτε έκανε.

Ότι, στις 26-02-2010, ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω παραβάσεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, εκτός του χαρτοφυλακίου των ασφαλίσεων του κλάδου ζωής και ότι από τον Φεβρουάριο του 2010 η πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία έπαυσε να δέχεται καταβολές των εναγόντων για το άνω επενδυτικό πρόγραμμα, αποποιούμενη κάθε ευθύνης της, πληροφορώντας τους παράλληλα ότι για το άνω πρόγραμμα θα πρέπει να απευθύνονται στην δεύτερη εναγομένη.

Ότι κατόπιν αυτού οι ενάγοντες, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά τους, κατήγγειλαν για σπουδαίο λόγο, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων την άνω σύμβαση ασφάλισης ζωής με κοινοποίηση σχετικής εξώδικης δήλωσής τους, τόσον στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στις 05-06-2010, όσο και στην πρώτη εξ αυτών τραπεζική εταιρεία, στις 07-06-2010, όπως δε επικαλείται με την αγωγή ο πρώτος των εναγόντων, από την επίδοση αυτής στις εναγόμενες, εκχωρεί τις απαιτήσεις του από τις ένδικες συμβάσεις και την αδικοπραξία στη δεύτερη ενάγουσα, εκτός από την απαίτηση να του καταβληθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες (τραπεζική και ασφαλιστική εταιρεία), ευθυνόμενες εις ολόκληρον, κυρίως μεν με βάση την ανωτέρω αποταμιευτική και επενδυτική με ασφαλιστική κάλυψη σύμβασης, μετά την πρόωρη λύση της με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, κατ' αντικειμενική συρροή με αδικοπραξία, που συνίσταται στην από υπαιτιότητά τους πρόωρη λύση της σύμβασης με καταγγελία, να καταβάλουν στην εκδοχέα των απαιτήσεων και δικαιούχο των παροχών δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 30.294,85 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της συμφωνημένης πλήρους εξαγοράς (εγγυημένο και υπεραπόδοση) για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 13 ετών, σύμφωνα με τον πίνακα εξαγοράς αποδόσεων, άλλως το ποσό των 36.227,71 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό της συμφωνημένης πλήρους εξαγοράς (εγγυημένο και υπεραπόδοσης) για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 14 ετών, σύμφωνα με τον ίδιο πίνακα, ως αντιπαροχή του ασφαλιστή, που συνιστά ταυτόχρονα και ζημία τους (θετική και αποθετική), και ως περαιτέρω αποθετική ζημία το ποσό των 288.243,46 ευρώ, που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος, το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα προσδοκώμενο, εκ ποσού 382.921,28 ευρώ για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα των 17 ετών (30 έτη μείον 13 =17), αφού αφαιρεθούν οι συμφωνηθείσες καταβολές του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος, εκ ποσού 94.677,82 ευρώ, άλλως το ποσό των 261.639,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος των 367.989,42 ευρώ για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα των 16 ετών (30 έτη μείον 14 =16), αφού αφαιρεθούν οι συμφωνηθείσες καταβολές του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, εκ ποσού 91.872,52 ευρώ, και η δεύτερη εναγομένη επιπλέον το ποσό των 20.672,33 ευρώ.

Επικουρικώς δε, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, με βάση τη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, που κατήρτισε η πρώτη εναγομένη τράπεζα με τον πρώτο ενάγοντα και με βάση τη σύμβαση ασφάλισης ζωής τρίτου, που ο τελευταίος κατήρτισε με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και κατά τα άνω λύθηκε πρόωρα με καταγγελία, κατά αντικειμενική συρροή με αδικοπραξία, που συνίσταται στην από υπαιτιότητα της πρώτης πρόωρη λύση με καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης ζωής και στην από υπαιτιότητα της δεύτερης, παράνομη (κατά παράβαση της τραπεζικής δεοντολογίας και του κανονισμού λειτουργίας των ΕΠΕΥ) παράλειψη παρακολούθησης της εξέλιξης της ασφαλιστικής σύμβασης και έγκαιρης ενημέρωσης του πρώτου ενάγοντος, στον οποίο με αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είχε προηγουμένως παρουσιάσει το ασφαλιστικό προϊόν και είχε στρεβλώσει την οικονομική συμπεριφορά του, αφού του είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η αντισυμβαλλομένη του στη σύμβαση ασφάλισης ζωής είναι η άνω τράπεζα, η οποία επρόκειτο να συνδιαχειρίζεται τα καταβληθέντα ποσά (ασφάλιστρα) και με την εσφαλμένη αυτή εντύπωση οδηγήθηκε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, στην οποία άλλως δεν θα προέβαινε, να καταβάλουν στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 22.174,48 ευρώ, που αντιστοιχεί στα καταβληθέντα ασφάλιστρα κατά το χρονικό διάστημα των 13 ετών μέχρι την καταγγελία, ως αντιπαροχή των αντισυμβαλλομένων εναγομένων, που συνιστά ταυτόχρονα και θετική ζημία των εναγόντων και ως αποθετική ζημία, το ποσό των 296.364,83 ευρώ που θα απέφερε το ασφαλιστικό αυτό πρόγραμμα στη λήξη της 30ετίας, μετά την αφαίρεση των ασφαλίστρων.

Περαιτέρω με βάση την άνω ιστορούμενη αδικοπραξία που σωρεύεται αντικειμενικά τόσο στην κύρια, όσον και την επικουρική αγωγική από τη σύμβαση βάση, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν επιπλέον το ποσό των 19.500 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπραξία τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1814/2014 απόφασή του, ως προς την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για να δικασθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ ως προς την πρώτη εναγομένη τράπεζα, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της από τη σύμβαση, τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη, μόνο κατά τη σωρευόμενη βάση της από αδικοπραξία, επιδικάζοντας στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 30.298,85 ευρώ, το οποίο συνιστά το ποσό της πλήρους εξαγοράς (εξαγορά υπεραπόδοσης) σύμφωνα με τον πίνακα του ασφαλιστηρίου από την αρχή μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, ήτοι 13 έτη μετά, και συνιστά θετική ζημία.

Επί των αντιθέτων ασκηθεισών εφέσεων κατά της ως άνω απόφασης, αφενός εκ μέρους των αναιρεσειόντων (εναγόντων) και αφετέρου της πρώτης αναιρεσίβλητης (πρώτης εναγομένης) τραπεζικής εταιρείας, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2392/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων ως προς την παραπομπή της ένδικης αγωγής κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης (εναγομένης) ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης (εναγομένης) τραπεζικής εταιρείας, έγιναν δεκτές οι αντίθετες εφέσεις των εκκαλούντων και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η αγωγή κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις προεκτεθείσες (κύριες και επικουρικές) βάσεις της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ" ύλην (Ολ ΑΠ 3/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε, επί υπαγομένης στην αρμοδιότητά του εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υποκειμένης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ), δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, παραπέμποντας ακολούθως την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, προκειμένου να επιληφθεί της εκδίκασης της ένδικης αγωγής με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση σ' αυτούς και εις βάρος της τελευταίας από ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνης αυτής εις βάρος τους, των όσων ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή τους, σύμφωνα με το προεκτεθέν στην προηγούμενη σκέψη περιεχόμενο και αίτημά της, και με τη σκέψη αυτή απέρριψε τον περί του αντιθέτου μοναδικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (υπό στοιχ. ΙΕ) με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της άνω υποθέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, και ότι καθ' ύλην αρμόδιο προς τούτο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως ανώτερο δικαστήριο, κατά παραδοχή του λόγου της εφέσεώς τους, μπορούσε να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, κατ' άρθρο 535 ΚΠολΔ και να κρατήσει και δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή και ως προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εφαρμόζοντας την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ. 6 του ν.δ.400/1970, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.

Δεν ιδρύουν όμως τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ. 1933/2006).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την βάση της αγωγής δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ. 956/1996 ΑΠ. 1486/1997).

Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής α) να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της , ή αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση που σκοπήθηκε ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων ή β) να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 580/1998, 372/1996).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.

Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 885/1994 ΕλλΔ 37. 607).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. Στ 'του ν. 2396/1996 (ήδη ν. 3606/2007), μεταξύ των παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών που μπορούν να προσφέρουν πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) είναι, και η παροχή συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α (ί) του παρόντος άρθρου, ήτοι:

αα. Κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. Τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (fytures), συμπεριλαμβανομένων ισοδυνάμων τίτλων που έχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.

Δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων. Με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ.

ε' του άνω νόμου 2396/1996 (ήδη ν. 3606/2007) ρητώς εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής αυτού οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ν. δ/τος 400/1970. Οι τελευταίες, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2496/1970 και το άρθρο 13 του ν.δ. 400/1970 είναι οι μόνες που μπορούν να συνάπτουν έγκυρα συμβάσεις ασφάλισης ως ασφαλιστές μεταξύ των οποίων και ασφαλίσεις ζωής, όλων των κλάδων, δηλαδή και του κλάδου κεφαλαιοποίησης, που αφορούν εργασίες κεφαλαιοποίησης, οι οποίες βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς και με τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό έναντι εφάπαξ ή περιοδικών από πριν καθαρισμένων καταβολών (άρθρο 13 παρ. 2 αρ.

VI του ν.δ.400/1970). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 9γ του ν. 2251/1994, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3587/2007 απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, που υιοθετούνται πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή που σχετίζεται με συγκεκριμένο προϊόν. Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη, όταν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή... 4).

Εμπορικές πρακτικές είναι αθέμιτες ιδίως όταν είναι παραπλανητικές ή επιθετικές, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 9ε... και κατά το άρθρο 9δ παρ. 1 του ίδιου νόμου "μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι συνεπώς, αναληθής ή, όταν με οποιοδήποτε τρόπο συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και αν οι πληροφορίες είναι αντικειμενικά ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία, τα οποία παρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε.

Οι αθέμιτες πρακτικές διαφήμισης, που κατά τα άνω απαγορεύονται, μπορούν παράλληλα να στοιχειοθετούν και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, δηλαδή υπαιτιότητα του χρήστη αθέμιτων πρακτικών διαφήμισης, ζημία του ζημιωθέντος και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της χρήσης αθέμιτων πρακτικών διαφήμισης και της ζημίας.

Ειδικότερα, ως προς την τελευταία αυτή προϋπόθεση, από τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράνομη πράξη (εδώ Τη χρήση αθέμιτων πρακτικών διαφήμισης) του ζημιώσαντος, δηλαδή κατά την επικρατούσα...

θεωρεία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, την οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια και απαγορευμένη αθέμιτη πρακτική διαφήμισης, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μόνη της ικανή και μπορούσε κατ' αντικειμενική εκτίμηση να την επιφέρει. Περαιτέρω, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, με την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, ως προς την αγωγή έχει την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση παραπονείται επειδή η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά και να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.

Εξάλλου, και όταν ασκεί έφεση ο εναγόμενος, αν η αγωγή είναι μη νόμιμη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή, εν μέρει, κατ' ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την άνω παράλειψη και να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, αρκεί ο εκκαλών-εναγόμενος να ζητεί την απόρριψή της, έστω και για άλλους λόγους, και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση χωρίς αντέφεση του ενάγοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης τράπεζας (πρώτης αναιρεσίβλητης), ως προς την κύρια βάση της από σύμβαση ασφάλισης ζωής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον οι συμβάσεις ασφάλισης μπορούν να καταρτίζονται έγκυρα μόνο με ασφαλιστικές επιχειρήσεις και όχι με ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, όπως η εναγομένη, οι οποίες δεν επιτρέπεται να συμβληθούν σε τέτοιες συμβάσεις ως ασφαλιστές.

Περαιτέρω, η αγωγή ως προς την ίδια πρώτη εναγομένη τράπεζα είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη και ως προς την επικουρική της βάση από τη σύμβαση επενδυτικών συμβουλών. Και τούτο διότι, τέτοια σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης τράπεζας δεν θα μπορούσε να καταρτιστεί εγκύρως με αντικείμενο σύμβαση ασφάλισης οποιουδήποτε είδους και κλάδου, ούτε συνεπώς ασφάλιση ζωής του κλάδου κεφαλαιοποίησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αφού τέτοια επενδυτική υπηρεσία, δεν συμπεριλαμβάνεται σε εκείνες, που έγκυρα μπορούν να παράσχουν στους πελάτες τους τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως οι τράπεζες, με σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι αντικείμενο τέτοιων συμβάσεων είναι αποκλειστικώς και μόνο τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και όχι οι συμβάσεις ασφάλισης με ασφαλιστικές εταιρείες.

Τα ιστορούμενα δε περαιτέρω, στην άνω αγωγή περιστατικά της παράβασης από την εναγομένη τράπεζα της ασφαλιστικής νομοθεσίας, του κώδικα τραπεζικής δεοντολογίας (ν. 2396/1996 και ήδη 3606/2007) και του κανονισμού δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, επειδή αυτή δεν παρείχε στον πρώτο ενάγοντα απολύτως ορθές και πλήρεις συμβουλές, με σαφήνεια ως προς την ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου του στη σύμβαση ασφάλισης και επειδή δεν παρακολουθούσε την εξέλιξη της ασφαλιστικής σύμβασης, προκειμένου να ενημερώσει τους ενάγοντες, ώστε να ασκήσουν νωρίτερα το συμβατικό τους δικαίωμα εξαγοράς του ασφαλιστικού προϊόντος , δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν παράλληλα με τη σύμβαση ή αυτοτελώς αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος της πρώτης εναγομένης τράπεζας, όπως ανεπιτυχώς επιχειρείται με την αγωγή, αφού οι προεκτεθείσες ενέργειές της και οι παραλείψεις που θα συνιστούσαν απλή αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων, αν είχε καταρτισθεί εγκύρως σύμβασης ασφάλισης ή σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν συνιστούν αυτοτελώς παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις ούτε με τη συνδρομή των διατάξεων των άρθρων 281, 288 ΑΚ, που επιβάλουν γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των προσώπων και ειδικότερα, υποχρέωση λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και συνεπώς, δεν στοιχειοθετούν αδικοπραξίες, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

Ούτε, εξ άλλου, η επικαλούμενη χρήση από την εναγομένη τράπεζα αθέμιτων πρακτικών διαφήμισης, που στρέβλωσαν την οικονομική συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος και τον οδήγησαν στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, την οποία άλλως δεν θα κατάρτιζε, μπορεί να στοιχειοθετήσει παράλληλα με τη σύμβαση ή και αυτοτελώς αδικοπραξία κατά το άρθρο 9 του ν. 2251/1994, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, και συγκεκριμένα, η άνω συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, και αν υποτεθεί αληθής, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία των ενάγοντων, αφού κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η συμπεριφορά αυτή δεν ήταν μόνη της ικανή και δεν μπορούσε κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει την επικαλούμενη ζημία.

Και τούτο διότι, το αιτούμενο ποσό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα αποζημίωση, όπως εσφαλμένως υπόλαμβάνεται από τους ενάγοντες, αλλά αποτελεί τη συμφωνημένη αντιπαροχή του ασφαλιστή (πλήρης εξαγορά του ασφαλιστικού προϊόντος (συνταξιοδοτικού προγράμματος), έστω και κατά το μικρότερο τμήμα της, που περιλαμβάνει μόνο τα ασφάλιστρα (εγγυημένο κεφάλαιο) από τη σύμβαση ασφάλισης, μετά την ανώμαλη εξέλιξή της και τη λύση της με καταγγελία εκ μέρους του ασφαλισμένου και αντιστοιχεί σε συμβατική αξίωση του τελευταίου.

Με άλλα λόγια, η ένδικη αξίωση του ασφαλισμένου είναι αποτέλεσμα λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης με καταγγελία, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή από υπαιτιότητά του και άσκησης εκ μέρους του ασφαλισμένου του σχετικού νομίμου (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. 2 του ν. 2496/1997) δικαιώματος καταγγελίας και δεν είναι αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς της τράπεζας, έστω και αν αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, χρησιμοποίησε αθέμιτες πρακτικές διαφήμισης για να παρουσιάσει το ασφαλιστικό προϊόν, από τις οποίες οδηγήθηκε ο ενάγων στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης.

Δηλαδή το γενεσιουργό της ένδικης αξίωσης γεγονός δεν συνέχεται με την προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης τράπεζας, αλλά με την ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής εταιρείας και την άσκηση του νομίμου δικαιώματος των εναγόντων να λύσουν με καταγγελία την ασφαλιστική σύμβαση, από την οποία προέκυψε η συμβατική αξίωση που ασκείται με την αγωγή.

Συνεπώς, η αγωγή, ως προς την εν λόγω εναγομένη τράπεζα είναι μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της κύρια από τη σύμβαση ασφάλισης, επικουρική από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη σε αμφότερες, βάση της από αδικοπραξία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ως προς την πρώτη εναγομένη τράπεζα έκρινε αντιθέτως προς τα παραπάνω και δέχθηκε ως νόμιμη την εναντίον της εναγομένης τράπεζας αγωγή κατά τη βάση της από τη σύμβαση κατά συρροή με αδικοπραξία και ακολούθως, τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη στη βάση της από την αδικοπραξία, επιδικάζοντας στη δεύτερη ενάγουσα ως αποζημίωση για θετική ζημία το ποσό των 30.295 ευρώ που αντιστοιχεί σε εκείνο της πλήρους εξαγοράς των 13 ετών και σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Συνεπώς, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το παρόν δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το νόμιμο της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και να την απορρίψει ως μη νόμιμη, έστω και αν οι μεν ενάγοντες με την έφεσή τους παραπονούνται για την εν μέρει κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής, η δε εναγομένη με την έφεσή της παραπονείται για την εν μέρει κατ' ουσίαν παραδοχή της, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο της, που έκρινε νόμιμη την από τη σύμβαση βάση της αγωγής κατά συρροή με αδικοπραξία και εν τέλει τη δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την σωρευόμενη από την αδικοπραξία βάση της, καθ'ό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης τράπεζας.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγόντων), καθ' ό μέρος στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (δεύτερης αναιρεσίβλητης), επικυρώνοντας κατά τούτο, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας (πρώτης αναιρεσίβλητης), καθώς και της έφεσης των εναγόντων (αναιρεσειόντων), καθ'ό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης τράπεζας, εξαφάνισε την εκαλουμένη απόφαση ως προς την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη), ακολούθως δε κράτησε προς περαιτέρω έρευνα την υπόθεση κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή απευθύνετο κατά της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, τόσον ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση ασφάλισης όσο και ως προς την επικουρική από την σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη σε αμφότερες βάση της από αδικοπραξία.

Με βάση τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, για να κατάλήξει στο προεκτεθέν πόρισμά του και να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως προς την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία, έλαβε υπόψη του όλες τις βάσεις της αγωγής, κύριες και επικουρικές, καθώς και όλα τα θεμελιουντα τις βάσεις αυτές πραγματικά περιστατικά, χωρίς να διαφοροποιήσει αυτά, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία αυτής που δεν εκτίθεντο στην τελευταία ή αλλάζοντας το νοηματικό περιεχόμενο τους, από το πράγματι εκτιθέμενο σ' αυτήν, εκτιμώντας διαφορετικά την νομική βασιμότητά τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στην αρχή της παρούσης, οι ενάγοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν τις βάσεις της αγωγής τους ως προς αμφότερες της εναγόμενες εταιρείες, τραπεζική (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) και ασφαλιστική, κυρίως μεν με βάση την σύμβαση ασφάλισης τρίτου, μετά από πρόωρη λύση της με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, κατ' αντικειμενική συρροή με αδικοπραξία, που συνίσταται στην υπαιτιότητά τους λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης με καταγγελία, ζητώντας εις ολόκληρον από την κάθεμία να κατάβάλουν στην εκδοχέα, τα ποσά που αντιστοιχούν στο συμφωνημένο ποσό της εξαγοράς (εγγυημένη υπεραπόδοση), για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την ασφάλιση, για το χρονικό διάστημα των 13 ή 14 ετών διάρκειάς της μέχρι τότε, ως αντιπαροχή του ασφαλιστή, με βάση τα συμφωνηθέντα, που συνιστούν ταυτόχρονα και ζημία τους (θετική και αποθετική) και ως περαιτέρω αποθετική ζημία το ποσό που αντιστοιχεί μέχρι την πλήρη διάρκεια των 30 ετών, αφαιρουμένων των μη καταβληθέντων κατά το διάστημα αυτό ασφαλίστρων.

Παράλληλα δε, ζήτησαν επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, με βάση σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, που κατάρτισε η πρώτη εναγομένη τράπεζα με τον πρώτο ενάγοντα και με βάση τη σύμβαση ασφάλισης ζωής τρίτου, που ο τελευταίος κατάρτισε με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, που κατά τα άνω λύθηκε πρόωρα με καταγγελία, κατ' αντικειμενική συρροή με αδικοπραξία που συνίσταται στην από υπαιτιότητα της πρώτης πρόωρη λύση με καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης ζωής και στην υπαιτιότητα της δεύτερης παράνομη (κατά παράβαση της τραπεζικής δεοντολογίας και του κανονισμού λειτουργίας των ΕΠΕΥ) παράλειψη παρακολούθησης της εξέλιξης της ασφαλιστικής σύμβασης και έγκαιρης ενημέρωσης του πρώτου ενάγοντος, στον οποίο με αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είχε προηγουμένως παρουσιάσει το ασφαλιστικό προϊόν και είχε στρεβλώσει την οικονομική συμπεριφορά του, αφού του είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η αντισυμβαλλομένη του στη σύμβαση ασφάλισης ζωής είναι η άνω τράπεζα, η οποία επρόκειτο να συνδιαχειρίζεται τα καταβληθέντα ποσά (ασφάλιστρα) και με την εσφαλμένη αυτή εντύπωση οδηγήθηκε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, στην οποία άλλως δεν θα προέβαινε, να καταβάλουν στην ίδια δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 22.174,48 ευρώ, που αντιστοιχεί στα καταβληθέντα ασφάλιστρα κατά το χρονικό διάστημα των 13 ετών μέχρι την καταγγελία, ως αντιπαροχή των αντισυμβαλλομένων εναγομένων, που συνιστά ταυτόχρονα και θετική ζημία των εναγόντων και ως αποθετική ζημία, το ποσό των 296.364,83 ευρώ που θα απέφερε το ασφαλιστικό αυτό πρόγραμμα στη λήξη της 30ετίας, μετά την αφαίρεση των ασφαλίστρων.

Τέλος, με βάση την άνω ιστορούμενη αδικοπραξία που σωρεύεται αντικειμενικά τόσο στην κύρια, όσον και την επικουρική αγωγική από τη σύμβαση βάση, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν επιπλέον το ποσό των 19.500 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπραξία τους.

Με βάση, δε αυτές τις βάσεις της αγωγής, κύριες και επικουρικές και τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνταν οι ενάγοντες προς θεμελίωσή τους, κατέληξε το Εφετείο στο προρρηθέν αποδεικτικό πόρισμά του και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος (υπό στοιχεία Α, Δ, ΣΤ, Ζ,Θ, ΙΑ, IB, ΙΓ και ΙΔ κατά το οικείο μέρος τους), από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι αιτιάσεις, περί μη λήψεως υπόψη όλων των βάσεων της ένδικης αγωγής τους και των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών που τις θεμελίωναν, καθώς επίσης ότι έλαβε υπόψη διαφορετικά και μη προταθέντα για την θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά, είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, έλαβε υπόψη όλες τις βάσεις της ένδικης αγωγής και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν αυτές, και όχι άλλα διαφορετικά πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν, προκειμένου να κρίνει περί της νομικής βασιμότητας αυτών.

Περαιτέρω, με βάσει τα πραγματικά παραστατικά που εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, προς θεμελίωση των βάσεων αυτής, κύριων και επικουρικών, και τις αρμόζουσες στην προκειμένη περίπτωση νομικές σκέψεις που παραθέτει, ως προς την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 εδ.

στ'και 3 παρ. 1 εδ. ε' του ν. 2396/1996 (ήδη ν. 3606/2007), 1 του ν. 2496/1970, 13 του ν.δ.400/1970, 9γ του ν. 2251/1994, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3587/2007, 9γ του ν. 2251/1994, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3587/2007, 12 του ν. 3587/2007 και 914, 922, 926, 932, 281, 288, 297 εδ. α', 298 εδ. α', 299, 330, 334 παρ.1 ΑΚ, καθόσον το πραγματικό των διατάξεων αυτών δεν μπορούσε να θεμελιώσει την ένδικη αγωγή ως προς τις προεκτεθείσες βάσεις αυτής αναφορικά με την εναγομένη τραπεζική εταιρεία.

Επομένως, ο πρώτος (όπως εκτιμάται), τέταρτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους (υπό στοιχεία Α, Δ, Ζ, Η, Θ, I, ΙΑ, IB, ΙΓ και ΙΔ), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανωτέρω εκτίθεται, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ως πρός την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής οι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος, κατά το οικείο μέρος τους (υπό στοιχεία Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, IB, ΙΓ και ΙΔ), κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, σε κάθε δε περίπτωση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτοι.

Επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος (υπό στοιχείο Β, κατά το οικείο μέρος του), από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπιση της προσβαλλόμενης απόφασης, καμιά αντιφατική διάταξη δεν διατυπώνεται στο διατακτικό αυτής, αλλ' αντιθέτως, το διατακτικό της τελευταίας είναι σύμφωνο με το αιτιολογικό αυτής και συγκεκριμένα, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγόντων), καθ' ό μέρος στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (δεύτερης αναιρεσίβλητης), επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας (πρώτης αναιρεσίβλητης), καθώς και την έφεση των εναγόντων (αναιρεσειόντων), καθ'ό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης τράπεζας, εξαφάνισε την εκαλουμένη απόφαση ως προς την πρώτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη), ακολούθως δε κράτησε προς περαιτέρω έρευνα την υπόθεση κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή απευθύνετο κατά της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, τόσον ως προς την βάση της από τη σύμβαση (κύρια και επικουρική), όσον και ως προς την αντικειμενικώς προς αυτές σωρρευόμενη βάση της από αδικοπραξία.

Ομοίως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (υπό στοιχείο Γ κατά το οικείο μέρος του), από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εκκαλουμένη απόφαση είχε εκδοθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επομένως, κατ' άρθρον 19 ΚΠολΔ, αρμόδιο για την συνεκδίκαση των αντίθετων εφέσεων της αναιρεσίβλητη ς τραπεζικής εταιρείας και των αναιρεσειόντων κατ' αυτής, ήταν το Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (υπό στοιχ. Γ), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο χωρίς ειδικό παράπονο των αναιρεσειόντων και αντίστοιχη παραδοχή λόγου εφέσεως ερεύνησε την ένδικη αγωγή ως προς την νομική βασιμότητά της, που είχε κριθεί πρωτοδίκως εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, ακολούθως δε κρίνοντας αυτήν μη νόμιμη εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε αυτήν ως μή νόμιμη, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από το αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, με την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, ως προς την αγωγή έχει την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση παραπονείται επειδή η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως συμβαίνει εν προκειμένω μπορεί χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά και να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, αφού έτσι δεν καθίσταται επιβλαβέστερη η θέση του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, αβάσιμος καθίσταται ο άνω λόγος αναιρέσως, εφόσον η εναγομένη τραπεζική εταιρεία άσκησε έφεση, κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς αυτήν, στην περίπτωση δε αυτή αν η αγωγή είναι μη νόμιμη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή, έστω και εν μέρει κατ' ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την άνω παράλειψη και να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, αρκεί ο εκκαλών-εναγόμενος να ζητεί την απόρριψή της, έστω και για άλλους λόγους, και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση χωρίς αντέφεση του ενάγοντος.

Τέλος, ο έκτος λόγος της αναίρεσης (υπό στοιχ. ΣΤ, κατά το οικείο μέρος του), από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της ένδικης αγωγής ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της δεύτερης των εναγόντων, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της και δεν προχώρησε στην περαιτέρω έρευνα, των επί μέρους κονδυλίων αυτής.

Συνεπώς, απορριπτομένων όλων των λόγων της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή και στο σύνολο της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τος αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση των Λ. Α. του Κ. και Α. θυγ. Λ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2392/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, κατανεμητέα σε ίσα μέρη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ