1935/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1935/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, ρυθμίζεται το θέμα της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα. Στην παράγραφο 7 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3του άρθρου 7 του Ν. 3587/2007, ορίζεται ήδη, πως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1935 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1935/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Volkswagen AG", που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Ξανθοπούλου .
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ι. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βαλτούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-8-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε για προβαλλόμενη από μέρους του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου αξίωσή του για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, λόγω αδικοπραξίας της παραγωγού του οχήματος που αυτός οδηγούσε - ήδη αναιρεσείουσας - η οποία συνίστατο στην εσφαλμένη τοποθέτηση του αερόσακου του οδηγού του οχήματος έτσι ώστε, όταν ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, να προκληθούν σ' αυτόν σωματικές βλάβες.
ΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, ρυθμίζεται το θέμα της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα. Στην παράγραφο 7 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3του άρθρου 7 του Ν. 3587/2007, ορίζεται ήδη, πως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
Η διάταξη αυτή δε, άρχισε να ισχύει από 10-7-2007 (ΦΕΚ Α 152)'. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 13 του ίδιου νόμου, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφονται μετά τριετία, αφότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε ή όφειλε να πληροφορηθεί τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.
Ακόμη, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του αυτού νόμου, σε περίπτωση που οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις. Εξαιρούνται οι διατάξεις που αφορούν παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε, όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, συναφώς, τα ακόλουθα: "... κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.2251/1994 "για την προστασία του καταναλωτή" ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος του. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σ' αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό γνώρισμα.
Για να γεννηθεί η ευθύνη του παραγωγού απαιτείται να προκληθεί στον καταναλωτή ζημιά, οφειλόμενη αιτιωδώς σε ελάττωμα του προϊόντος. Ελαττωματικό είναι το προϊόν αν δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποίησης του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία (άρθρο 6 παρ. 5).
Ο ίδιος νόμος στο άρθρο 14 παρ. 5 δεν αποκλείει τα δικαιώματα που μπορεί να έχει ο ζημιωθείς με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης του κοινού δικαίου (συρροή αξιώσεων). Ειδικότερα η αξίωση του τελευταίου μπορεί να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με την προϋπόθεση υπαίτιας παραβίασης εκ μέρους του παραγωγού της υποχρέωσης πρόνοιας ή ασφάλειας, από την οποία προέκυψε το ελάττωμα του πράγματος, που προκαλεί τη ζημιογόνο προσβολή εννόμου αγαθού.
Στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω νόμου όμως δεν περιλαμβάνεται και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί μόνον επί των κοινών διατάξεων του Α.Κ. για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914, 932 αυτού), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις- εφαρμογής αυτών, αυτό δε ρητά ορίζεται με την παράγραφο 7 του ανωτέρω άρθρου 6 - όπως αντίθετα συμβαίνει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 7 του άρθρου 6 του πιο πάνω νόμου με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 Ν. 3587/07 που ισχύει από 10-7-07 (ΦΕΚ Α 152).
Ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία-εναγόμενη στην ένδικη αγωγή, προβάλλει, πλην άλλων και ότι : α) εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφήρμοσε τον νόμο, που ίσχυε κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (31-8-2009), σύμφωνα με τον οποίο, κατά τα προπαραταθέντα, υπήρχε, πλέον, δυνατότητα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης β) συνακόλουθα, αν έπραττε τούτο το Εφετείο, αναγκαίως, θα εφήρμοζε και τις διατάξεις για τη βραχυχρόνιο παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία, και, επομένως, θα είχε παραγραφεί η σχετική αξίωση γ) δεν έπρεπε να εφαρμοστούν, αποκλειστικά, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικος δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει από το ίδιο το κείμενό της.
Επ' αυτών, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: 1) Όπως προκύπτει από την νόμιμη επισκόπηση (αρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των δικογράφων της αγωγής και των αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας, το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 5-8-2004, δηλαδή σε χρόνο που δεν είχαν, εισέτι, επέλθει οι τροποποιήσεις των διατάξεων του πιο πάνω νόμου 2) Η αγωγή, όμως, ασκήθηκε και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε όταν είχαν, ήδη, επέλθει οι ανωτέρω νομοθετικές μεταβολές 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν την καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.
Εκ τούτου συνάγεται, ότι, κάθε νέος νόμος εφαρμόζεται εφεξής, δηλαδή, για τα πραγματικά περιστατικά που γεννούνται μετά το χρονικό σημείο που αυτός τέθηκε σε ισχύ. Άρα, ο εφαρμοστής του δικαίου υποχρεούται να εφαρμόσει το νόμο σε σχέσεις που γεννήθηκαν μετά την ισχύ του, ενώ για σχέσεις και δικαιώματα που έχουν γεννηθεί προγενέστερα, οφείλει να εφαρμόσει το προϊσχύσαν δίκαιο (ΑΠ 223/2002 πρβλ και Ολ ΑΠ 54/1984, Ολ ΑΠ 40/1998) 2) Και ναι μεν το Εφετείο, οφείλει να εφαρμόσει τον (τυχόν νεότερο) νόμο που ίσχυε, κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, αλλά μόνον στην περίπτωση που εξαφανίζει την απόφαση, κατά παραδοχή (άλλου) λόγου εφέσεως και επανεξετάζει την υπόθεση και μόνον εάν ο νεότερος - σε σχέση με τον ισχύοντα στον χρόνο που έλαβαν χώραν τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης σχέσης - νόμος έχει αναδρομική ισχύ (βλ.
Κ. Μπέη, Συμβολές στην ερμηνεία του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, υπό το άρθρο 533). Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και η παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός καθιδρύεται, αν δεν προκύπτουν με επάρκεια από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη, όταν υπάρχουν ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, συγκεκριμένα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1330/2008). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον, παράνομα και υπαίτια, υποχρεούται σε αποζημίωση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το γενικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος ρυθμίζει το υποκειμενικό βάρος απόδειξης με βάση την αρχή, ότι κάθε διάδικος πρέπει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησής του, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη από αδικοπραξία, ο ενάγων βαρύνεται, εκτός των άλλων, να επικαλεστεί (και να αποδείξει) όλα τα στοιχεία που απαιτεί η εφαρμογή του άρθρου 914ΑΚ, δηλαδή και την υπαιτιότητα του εναγόμενου.
Ειδικά, όμως, σε περίπτωση αγωγής κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης, ενόψει του ότι αυτός είναι ξένος ως προς τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος και για το λόγο αυτό δεν είναι σε θέση να αποδείξει την αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει, στην σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο ενάγων, με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του τελευταίου, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, κατά την, σύμφωνα με τον προορισμό αυτού, χρήση, του, τη ζημία που επήλθε και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη του πταίσματος αυτού.
Άλλωστε, αντικειμενικά και σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινής πείρας, ο ενάγων δεν έχει τη δυνατότητα, ως εκ του αντικειμένου της δίκης, να αποδείξει την υπαιτιότητα του παραγωγού - αντιδίκου του -, γιατί τα περιστατικά που, αναγκαίως, επικαλείται, ανήκουν, αποκλειστικά, στη σφαίρα επιρροής του τελευταίου.
Στον παραγωγό δε, εναπόκειται να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν του βαρύνει πταίσμα, ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσης, από την οποία προήλθε η ζημία και η ηθική βλάβη στον παθόντα. Συγκεκριμένα δε, ότι η κατά τον πιο πάνω χρόνο ελαττωματικότητα του προϊόντος, δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του, μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού ή ότι η, τυχόν πλημμέλεια κατασκευής ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του η των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής (πταισματική ευθύνη με ανεστραμμένο το βάρος της απόδειξης) (πρβλ.
ΑΠ 1051/2004, ΑΠ 1375/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : "Στις 5-8-04 .... ο ενάγων έβαινε ... οδηγώντας ... ΙΧΕ εργοστασίου κατασκευής της εναγόμενης ..., ιδιοκτησίας της κόρης του. Ο αερόσακος του οδηγού με τον οποίον ήταν εκ κατασκευής εφοδιασμένο το ανωτέρω όχημα, είναι τοποθετημένος, όπως σε κάθε αυτοκίνητο, στο κεντρικό τμήμα του τιμονιού (στην επένδυση αυτού) και σύμφωνα με το εγχειρίδιο χρήσης του οχήματος έχει σκοπό σε περίπτωση δυνατής μετωπικής σύγκρουσης του αυτοκινήτου να παρεμβληθεί μεταξύ οδηγού και τιμονιού, να αποσβέσει την εκτίναξη του οδηγού προς τα εμπρός και να περιορίσει τους κινδύνους τραυματισμού στο κεφάλι και το θώρακα.
Το σύστημα των αερόσακων αποτελεί συμπληρωματικό εξοπλισμό της ζώνης ασφαλείας, που επίσης διέθετε το όχημα. Σε περίπτωση πρόσκρουσης του εμπρόσθιου τμήματος του αυτοκινήτου, ο υπάρχων στο εν λόγω σύστημα αισθητήρας αναλύει τη δύναμη της πρόσκρουσης και καθορίζει εάν θα ενεργοποιηθεί ο μπροστινός αερόσακος.
Η ενεργοποίηση του συστήματος αυτού, που πραγματοποιείται με την εντός πολύ μικρού χρόνου (σε κλάσματα δευτερολέπτου) έκρηξη, η οποία προκαλεί το φούσκωμα του αερόσακου, λαμβάνει χώρα μόνο σε περίπτωση που ανιχνευθεί δυνατή μετωπική σύγκρουση και παρέχει προστασία μόνο στην αρχική πρόσκρουση, ακόμη και αν επακολουθήσουν αλλεπάλληλες συγκρούσεις.
Το εν λόγω σύστημα δεν παρέχει κανενός είδους προστασία, ήτοι δεν ενεργοποιείται σε μικρής εκτάσεως μετωπικές συγκρούσεις, σε πλευρικές ή οπίσθιες ή σε ανατροπή του αυτοκινήτου. Σε περίπτωση εξάλλου βλάβης του συστήματος αυτού και σύμφωνα και πάλι με τα αναφερόμενα στον ως άνω οδηγό χρήσεως, ενεργοποιείται σχετικά, ανάλογα με την έκδοση, ήτοι τον εξοπλισμό του συγκεκριμένου μοντέλου αυτοκινήτου, είτε προειδοποιητική λυχνία, -όπως στην κρινόμενη περίπτωση- είτε μήνυμα στο ταμπλώ αυτού.
Ειδικότερα, από κατασκευής προβλέπεται ότι σε περίπτωση δυνατής μετωπικής σύγκρουσης, ο αερόσακος φουσκώνει αμέσως, σχίζοντας το κάλυμμα στα προβλεπόμενα σημεία, εμποδίζει την εκτίναξη προς τα εμπρός και μετά ξεφουσκώνει αμέσως για να υπάρχει ορατότητα και ότι οι προεντατήρες των ζωνών ασφαλείας έχουν σκοπό να τεντώσουν τις εμπρός ζώνες ασφαλείας, έτσι ώστε να παραμείνει ο επιβάτης σε στενή επαφή με το κάθισμα και να αυξηθεί έτσι η αποτελεσματικότητά τους, ταυτόχρονα δε με τους προεντατήρες, το σύστημα μπλοκαρίσματος "πιάνει" δυνατά τη ζώνη, έτσι όταν μπλοκάρουν οι εμπρός ζώνες ξετυλίγονται ελάχιστα και προστατεύουν ακόμα καλύτερα τον επιβάτη κατά τη σύγκρουση από μία εκτίναξη προς τα εμπρός.
Σύμφωνα επίσης με τα αναφερόμενα στον ως άνω οδηγό χρήσεως η ενεργοποίηση του αερόσακου συνοδεύεται από ελεγχόμενη διαφυγή αερίου λόγω της έκρηξης της πυροτεχνικής κάψουλας ... Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν... το όχημα, οδηγούμενο από την Κ. Ε.... Η οδηγός αυτή ενεργώντας, αμελώς, παρέκκλινε, αιφνιδίως, της πορείας της προς αριστερά, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και, χάνοντας τον έλεγχο του οχήματός της, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε, με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος της στην πλάγια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων.
Το όχημα του τελευταίου παρασύρθηκε προς δεξιά και προσέκρουσε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του ρεύματος της πορείας του και αφού έκανε μία πλήρη περιστροφή ακινητοποιήθηκε δίπλα στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Στη συνέχεια, το όχημα της Κυριακής Ελευθεριάδου παρεμβλήθηκε στην πορεία και άλλου οχήματος, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί και με το τρίτο αυτό όχημα.
Αποκλειστικά υπαίτια για την ανωτέρω σύγκρουση είναι η Κ. Ε. ... Από τη σφοδρή σύγκρουση ο ενάγων κατέστη πολυτραυματίας, αφού τραυματίστηκε σοβαρά στο θώρακα, υπέστη κατάγματα στα αριστερά πλευρά, σοβαρές σωματικές κακώσεις στο αριστερό χέρι, με απώλεια μέρους του βραχιονίου οστού, κατάγματα ρινικών οστών και τραυματισμό των οφθαλμών με θόλωση των κερατοειδών.
Επίσης, σημειώθηκαν υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο, του οποίου η επισκευή κρίθηκε ασύμφορη. Κατά τη σύγκρουση, που όπως ομολογείται, ήταν σφοδρή πλαγιομετωπική, λειτούργησε (ενεργοποιήθηκε) ο εργοστασιακός αερόσακος του οδηγού. Περαιτέρω και σε σχέση με τον τραυματισμό των οφθαλμών του ο ενάγων, νοσηλευόμενος στη Β' Οφθαλμολογική Κλινική του ΑΠΘ. , υποβλήθηκε σε εξέταση και διαγνώστηκε ότι παρουσίαζε θόλωση του κερατοειδή και των δύο οφθαλμών και ειδικότερα εγκαύματα της επιφάνειας των οφθαλμών, με καταστροφή του επιπεφυκότα και απώλεια του επιθηλίου του κερατοειδούς άμφω ...
Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του και της μακροχρόνιας προσπάθειας αποκατάστασης της εν γένει υγείας του, ο ενάγων άρχισε να αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και, ειδικότερα, εμφάνισε μείζονα κατάθλιψη, με κυρίαρχα συμπτώματα την μεγάλη μελαγχολία, ψυχοκινητική επιβράδυνση, πλήρη απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης για τις συνήθεις δραστηριότητες, αδυναμία συγκέντρωσης, έντονο άγχος με κρίσεις πανικού, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.
Αναγκάσθηκε να ζητήσει ψυχολογική υποστήριξη από ψυχολόγους, να παρακολουθείται από ψυχιάτρους και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, ο παραπάνω ενάγων είναι ιατρός νευρολόγος ψυχίατρος και ασκούσε το επάγγελμα αυτό επί περίπου 20 έτη πριν από το ατύχημα... Ο τραυματισμός όμως που υπέστη ο ενάγων στους οφθαλμούς του κατά το προαναφερόμενο τροχαίο και συγκεκριμένα τα χημικά εγκαύματα που υπέστησαν αυτοί, οφείλεται αιτιωδώς αποκλειστικά σε πραγματικό ελάττωμα κατά την κατασκευή του εν λόγω αερόσακου του οχήματος που οδηγούσε αυτός και ειδικότερα στον τρόπο ενεργοποίησης αυτού.
Πιο συγκεκριμένα, η πρόκληση των εγκαυμάτων οφείλεται στα αέρια, που παρήχθησαν κατά την ενεργοποίηση του ελαττωματικού αερόσακου, τα οποία από λάθος έκπτυξή του εκτονώθηκαν προς το πρόσωπο του ενάγοντος οδηγού, δεδομένου ότι ο αερόσακος εκπτύχθηκε ελευθερώνοντας τα εντός αυτού αέρια προς το πρόσωπό του, ενώ αν δεν υφίστατο ελάττωμα στην κατασκευή του έπρεπε να ελευθερωθούν προς τα κάτω -στα πόδια του ή έστω προς το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, διότι η εκτόνωση των αερίων του αερόσακου στα συγκεκριμένα αυτοκίνητα του ίδιου τύπου με αυτό, που οδηγούσε ο ενάγων, γίνεται μέσω ανοίγματος ή ανοιγμάτων, που υπάρχουν στο πάνω μέρος του αερόσακου, σε χώρο που είναι πολύ κοντά στο σημείο πρόσδεσης του και κοντά στο τιμόνι.
Πάνω από το άνοιγμα αυτό υπάρχει το τμήμα του καλύμματος του αερόσακου, που ανοίγει προς τα πάνω κατά την ενεργοποίηση αυτού, το οποίο θεωρητικά επηρεάζει την κατεύθυνση εκτόνωσης των αερίων σε συνδυασμό με το άνοιγμα του αερόσακου, όταν συμπεριφέρεται σωστά και όπως έχει προβλεφθεί από τον κατασκευαστή του, εκδιπλώνεται (εκπτύσσεται) εμπρός από αυτό, αποτρέποντας τα αέρια να κατευθυνθούν προς τη θέση του οδηγού.
Σε περίπτωση όμως που η ενεργοποίηση του αερόσακου δε γίνει σύμφωνα με τις προαναφερόμενες προδιαγραφές, επόμενο είναι η εκτόνωση των περιεχόμενων σ' αυτόν αερίων να μην ακολουθήσει την πορεία, που θα έπρεπε είτε προς το παρμπρίζ σύμφωνα με όσα ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε είτε προς τα πόδια του οδηγού κάτω, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και επομένως αυτά να προωθηθούν προς άλλες κατευθύνσεις μεταξύ των οποίων και προς το πρόσωπο και τα μάτια του οδηγού, προκαλώντας σ' αυτά αλκαλικά εγκαύματα, καθώς ελευθερώνονται αρχικά ουσίες όξινου και στη συνέχεια αλκαλικού ph, που ευθύνονται για αλκαλικά εγκαύματα των οφθαλμών επιβατών, όπως στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία σημειώνεται και όπως στην ερευνώμενη περίπτωση συνέβη.
Στο εσωτερικό μάλιστα του αερόσακου (βλ. προαναφερόμενη τεχνική έκθεση) υπάρχει μια γεννήτρια αερίων με μίγμα από ΝαΝ3, ΚΝ03 και SiO2. Όταν το όχημα εμπλέκεται σε τροχαίο συμβάν μια σειρά από τρεις χημικές αντιδράσεις μέσα στη γεννήτρια αερίων, με αντιδραστήρια -πλέον των ανωτέρω- και Κ20 και Να20, παράγουν αέριο Ν2 για την πλήρωση του αερόσακου και μετατρέπουν το ΝαΝ3, που είναι πολύ τοξικό (η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση του αερίου αυτού είναι 0,2 mg/m3 αέρα- ενώ ο ενόρκως ανωτέρω βέβαιων στη νεώτερη χρονικά βεβαίωσή του παραδέχεται ότι στις δειγματοληπτικές δοκιμές αερόσακων από την εναγομένη μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε συγκέντρωση κάτω του 0,3 mg/m3) σε ανώδυνο γυαλί (=αλκαλικό άλας ή εστέρας πυριτικού οξέος).
Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ανάλογη περίπτωση, κατά την οποία ερευνήθηκε από την προαναφερόμενη (ΑΠ. 1375/2010) απόφαση εκτεταμένο έγκαυμα δευτέρου βαθμού στο θώρακα της οδηγού αυτοκινήτου από ενεργοποίηση του αντίστοιχου αερόσακου, κρίθηκε ότι η γνωστή ως αζίδιο του νατρίου (ΝαΝ3) ουσία, όπως και τα υποπροϊόντα αυτής, υδροζοϊκό οξύ (ΗΝ3) κατά την επαφή τους με το νερό (υγρασία), παράγουν οξείδιο καλίου (Κ20) και οξείδιο Νατρίου (Να20) -που σημειωτέον παρατηρούνται ως προϊόντα και στην ερευνώμενη από την παρούσα υπόθεση- κατά την πυροδότηση του αερόσακου είναι άκρως τοξικά και σε επαφή με το δέρμα προκαλούν εγκαύματα.
Με βάση τα ανωτέρω εκτιμάται ότι οπωσδήποτε πολύ περισσότερο τα χημικά αλκαλικά εγκαύματα, που προκαλούνται από τις ίδιες αυτές χημικές ουσίες μπορούν να οδηγήσουν σε μόνιμη βλάβη στην όραση, όπως οδήγησαν στην προκείμενη περίπτωση τον ενάγοντα και γι' αυτό το λόγο είναι καταστροφικά. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης ο οποίος παραδέχεται ότι δεν πάνε στα πόδια τα αέρια, γιατί "αν πήγαιναν θα είχαμε συνεχώς καψίματα, εγκαύματα" παρά το γεγονός ότι τα πόδια του οδηγού είναι σε μεγαλύτερη απόσταση από τον αερόσακο απ' ό,τι τα μάτια και φυσικά κατά πολύ ανθεκτικότερα από αυτά.
Τα επιχειρήματα, αντίθετα, της εναγομένης για μη ύπαρξη ελαττώματος, για σωστή κατασκευή του συγκεκριμένου αερόσακου με βάση τις προδιαγραφές, για πλήρωση αυτού με αβλαβή αέρια και για μη ορθή απόσταση του οδηγού από το τιμόνι κατά 25 εκατοστά, δε στηρίζονται στη θεώρηση του συγκεκριμένου αερόσακου, αλλά περιορίζονται σε θεωρητικό επίπεδο και γίνονται αποκλειστικά με βάση τις γενικές προδιαγραφές, που θέτει η κατασκευάστρια εταιρεία.
Ορθά εξάλλου δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του δεν είναι και ο ίδιος ο ενάγων, διότι δε φορούσε ζώνη ασφαλείας και η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε στη μεγαλύτερη προσέγγιση του σώματος του στην πηγή εκτόξευσης των καυστικών αερίων και στην ανάλογη μεγέθυνση των δυσμενών συνεπειών σε βάρος του.
Το ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας αποδεικνύεται, πέραν από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και από την εκτίμηση ότι αν δε φορούσε, οι σωματικές βλάβες που θα υφίστατο αυτός από την πλαγιομετωπική σύγκρουση του οχήματος του με το άλλο όχημα και τη μετέπειτα περιγραφόμενη ανωτέρω ανεξέλεγκτη πορεία του θα ήταν πολύ σοβαρότερες αλλά κυρίως εκτεταμένες σε όλο το σώμα του και μάλιστα στο θώρακα και όχι μόνο στο αριστερό χέρι του, το οποίο επλήγη διότι ούτως ή άλλως δεν ήταν δυνατό να προστατευθεί από τη ζώνη.
Εκτός αυτού στο βιβλίο οδηγιών, που συνοδεύει το αυτοκίνητο κατά την πώλησή του, εμφανίζεται ως ορθά προσδεδεμένος ο οδηγός, του οποίου το κεφάλι ακουμπά στον αερόσακο. Σ' αυτή τη θέση εκτιμάται ότι βρέθηκε και ο ενάγων οδηγός, αν και έφερε τη ζώνη ασφαλείας, εξ αιτίας της οποίας και υπέστη ρινικό κάταγμα, ...
Τέλος, η ανωτέρω στο βιβλίο αυτό δεν επεσήμανε τον κίνδυνο εκτίναξης αλκαλικών ουσιών στα μάτια του οδηγού, στην περίπτωση ενεργοποίησης του αερόσακου, αν και όφειλε να γνωρίζει αυτό το ενδεχόμενο, καθώς ήδη από το έτος 1995 κυκλοφορούσαν επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες και σε σχετικά περιοδικά, στις οποίες επισημαίνονταν ο κίνδυνος έκλυσης αλκαλικών ουσιών, ώστε να λάβει ο καταναλωτής-οδηγός προληπτικά μέτρα, με χρήση γυαλιών- αν δε χρειαζόταν παθήσεως- ηλίου ή άλλων προστατευτικών γυαλιών ή να φέρει μαζί του φυσικό ορό για περιορισμό του εγκαύματος με πλύσιμο των ματιών.
Αποδείχθηκε, επομένως, ότι αποκλειστική γενεσιουργός αιτία της προσβολής της όρασης του ενάγοντος από χημικά εγκαύματα με αποτέλεσμα τη μερική τύφλωση του αριστερού οφθαλμού του και τη σημαντική έκπτωση της οπτικής οξύτητας του δεξιού οφθαλμού του είναι η ελαττωματική λειτουργία του αερόσακου κατά την οφειλόμενη, υπό τις δημιουργηθείσες από το τροχαίο ατύχημα συνθήκες, έκπτυξή του.
Υπάρχει μετά ταύτα παράνομη και υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά της εναγομένης στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, δηλαδή παράβαση αντίστοιχης συναλλακτικής υποχρέωσής της σε σχέση με την ασφάλεια των καταναλωτών και την εύλογα αναμενόμενη χρησιμοποίηση του αερόσακου και την προστασία τους με αυτόν, η οποία παράβαση συνιστά συγχρόνως και αμελή συμπεριφορά της κατά την έννοια του άρθρου 330 εδ.
β Α.Κ. και επισύρει την αδικοπρακτική ευθύνη της για τη βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος με το οποίο προμήθευσε την αγοράστρια-κόρη του ενάγοντος, η οποία και το καθιστούσε ανασφαλές και επικίνδυνο για την υγεία του κάθε οδηγού του και την υποχρεώνει έτσι σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ο ενάγων υπέστη (αρθρ. 299, 914, 932 Α.Κ.).
Πρέπει εξάλλου, να απορριφθεί από ουσιαστική άποψη ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, διότι ασκεί την κρινόμενη αγωγή αν και δε φρόντισε να διατηρήσει το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση, προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αλλά έσπευσε να το εκποιήσει "για παλιοσίδερα" αφού όπως η μάρτυρας απόδειξης καταθέτει -και δεν αντιλέγει του αντιδίκου -το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων κατά τη σύγκρουση, επειδή δεν συνιστάτο η αποκατάσταση των υλικών ζημιών του λόγω της έκτασης και της σοβαρότητος αυτών, αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, αφού διενεργήθηκαν οι απαραίτητες πραγματογνωμοσύνες από την ασφαλιστική εταιρεία από την οποία καλύπτονταν το ζημιογόνο όχημα, ενώ μόλις μετά από ενάμισυ σχεδόν χρόνο μετά το συμβάν κατέστη δυνατό μετά από έρευνες και αναζήτηση στη σχετική βιβλιογραφία να διευκρινιστεί ότι τα χημικά εγκαύματα προκλήθηκαν από το περιεχόμενο του ελαττωματικού αερόσακου.
Με βάση δε όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων εξ αιτίας του τραυματισμού του και της επί ικανό χρονικό διάστημα ταλαιπωρίας του μέχρι και σήμερα, πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Προς τούτο και το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αδικοπραξίας και ειδικότερα του είδους και της έκτασης της προσβολής - βαρύτητας του τραυματισμού του και των συνεπειών αυτού στη σωματική αλλά και την ψυχική υγεία του ενάγοντος αλλά και του μη αναστρέψιμου της κατάστασης της πρώτης, του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου παραγωγού του ελαττωματικού προϊόντος, της παντελούς έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος, της κοινωνικής κατάστασης αυτού και της περιουσιακής κατάστασης των μερών και ειδικότερα της εναγομένης, η οποία πρόκειται για πολυεθνική εταιρεία παραγωγής αυτοκινήτων παντός τύπου με πωλήσεις ανά τον κόσμο, κρίνει ότι αυτή πρέπει να ανέλθει στο εύλογο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
Πρέπει στο σημείο αυτό να ειπωθεί ότι η ανωτέρω χρηματική ικανοποίηση αναγνωρίζεται ως οφειλόμενη πέραν και- επί πλέον αυτής, που επιδικάστηκε οριστικά με τη με αρ. 35449/08 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της αγωγής του ενάγοντος κατά της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο αυτό ή όσης ήθελε προσδιοριστεί αυτή τελεσιδίκως, διότι δε συντρέχει περίπτωση ευθύνης εις ολόκληρον της εναγομένης και των πιο πάνω προσώπων, ούτε υπάρχει επικάλυψη της αξιώσεως του ενάγοντος κατ' αυτής από την τυχόν ικανοποίηση τελικώς της αξιώσεώς του κατά των ανωτέρω (της οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας).
Δε συντρέχει συγκεκριμένα περίπτωση εφαρμογής εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 926 εδ. β'ΑΚ. καθώς δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της που απαριθμήθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα εκείνη, κατά την οποία κάθε μια από τις ενέργειες των περισσοτέρων υπευθύνων να είναι πρόσφορη να προκαλέσει μόνη της ολόκληρη τη ζημία, δεδομένου ότι μόνη η πρόκληση της σύγκρουσης από την οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου δε θα ήταν ικανή να προκαλέσει αυτού του είδους και της έκτασης -χημικά- εγκαύματα και τις εξ αιτίας αυτών μη αναστρέψιμες βλάβες των οφθαλμών του ενάγοντος, αφού η όποια βλάβη σ' αυτούς θα μπορούσε να είναι μόνον από τυχόν θραύση ύαλων ή έστω θα περιορίζονταν σε πρόσκαιρη βλάβη εξ αιτίας της οφειλόμενης ανάπτυξης του αερόσακου, χωρίς όμως περαιτέρω μόνιμες βλάβες από την εκτόξευση των πιο πάνω χημικών αερίων.
Εξάλλου, δεν ασκεί καμιά επιρροή το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ανέφερε τον ισχυρισμό περί ελαττωματικότητας του αερόσακου στην αγωγή του, επί της οποίας η ανωτέρω απόφαση, ούτε ότι δε διατύπωσε επιφύλαξη στην αγωγή του αυτή ότι θα στρεφόταν και κατά της εδώ εναγομένης... πλέον του γεγονότος ότι αυτούς τους ισχυρισμούς νομιμοποιούνται να τους προβάλουν οι εναγόμενοι της αγωγής εκείνης.
Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, μεταγενέστερα ο ενάγων αντιλήφθηκε ότι πρέπει και κατά της κατασκευάστριας εταιρείας να αποδοθούν ευθύνες. Επομένως, οι αδικοπρακτικές συμπεριφορές της εδώ εναγομένης και της υπαίτιας οδηγού με τη συνακόλουθη ευθύνη της ασφαλιστικής του οχήματος που οδηγούσε εταιρείας είναι δύο εντελώς διαφορετικές ζημιογόνες πράξεις που έχουν τελεσθεί από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, κάθε μία από αυτές μόνη της δε θα μπορούσε να προκαλέσει τη ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα, είναι διακριτές οι ζημίες-σωματικές βλάβες, που προκλήθηκαν στον ενάγοντα από την πράξη του κάθε υπόχρεου και συνακόλουθα από τις πράξεις αυτές έχουν γεννηθεί διαφορετικές αξιώσεις ...".
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα : α) ορθά το Εφετείο, δέχτηκε την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, β) η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περιέχει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει, ότι :1) το εφετείο δεν αναφέρει, αν είχε ανάψει ή όχι ή προειδοποιητική λυχνία του αερόσακου β) ότι υπάρχει αντίφαση για το αν η χημική ουσία του αερόσακου είναι επιβλαβής ή αβλαβής 3) δεν αναφέρεται το λάθος κατά τη λειτουργία του αερόσακου και ποιες ήταν ακριβώς οι προδιαγραφές του, αντιφατικά δε, εκτίθεται πως η κατεύθυνση εκτόνωσης των αερίων γίνεται είτε προς το "παρμπρίζ" είτε προς τα πόδια του οδηγού 4) αποδέχεται, άνευ άλλου, την έξοδο καυστικών αερίων από τον αερόσακο.
Όμως για όλα τα παραπάνω υφίσταται η ως άνω σαφής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άρα ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. IV. Περαιτέρω, η αυτή σαφής, επαρκής και μη αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, ως προς την απόρριψη του από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού (ένστασης) της αναιρεσείουσας.
Η απόφαση ρητά αναφέρει : α)ότι το όχημα πωλήθηκε για "παλιοσίδερα", αφού είχαν διεξαχθεί όλες οι απαραίτητες πραγματογνωμοσύνες. Η αναιρεσείουσα παραπονείται για την μη αναφορά της ημερομηνίας της συγκεκριμένης πώλησης, χωρίς όμως, να εκθέτει πως συνδέει τούτο με έλλειψη αιτιολογίας, αφού απλά , διερωτάται, "...αν συντρέχει περίπτωση κακόβουλης απόκρυψης αποδεικτικών στοιχείων ...", χωρίς όμως και να τα προσδιορίζει.
Το αν η αγωγή ασκήθηκε σε απώτερο χρόνο, δεν μπορεί να έχει την έννοια έλλειψης αιτιολογίας, ούτε ώφειλε το Εφετείο να διευκρινίσει, γιατί δεν διατηρήθηκε το όχημα σε όποια κατάσταση βρίσκονταν μέχρι το πέρας της εκδίκασης της υπόθεσης. Άρα και ο έβδομος, από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει :
Α. ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπ' όψιν την από 5-9-2011 ένορκη βεβαίωση του G. M. στον συμβολαιογράφο Wolfsburg Hans - Dieter Haag. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει, πως, την ουσιαστική κρίση του σχημάτισε: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ... τα με επίκληση νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, μεταξύ των οποίων η από 10-2-09 τεχνική έκθεση ...
που συντάχθηκε μετά από εντολή του ενάγοντος και οι γνωματεύσεις των θεραπόντων αυτού ιατρών, ανεξαρτήτως αν στη συνέχεια γίνεται ειδικά μνεία μόνον ορισμένων εκ των εγγράφων, εκτιμώμενα και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ακόμη και αυτά που προσκομίστηκαν μετά από τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς εκτιμάται ότι η μη προσκόμιση τους νωρίτερα δεν έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια, δεδομένου ότι αυτά συντάχθηκαν μετά την ανωτέρω συζήτηση ...
καθώς και την υπ' αρ. 82/09 ένορκη βεβαίωση του G. M. ενώπιον του συμ/φου Wolfsburg Γερμανίας Dieter Haag, που δόθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της προσκομίζουσας εναγομένης (... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...), καθώς και την 582/5-9-11 όμοια του ιδίου ενώπιον του αυτού συμ/φου, που δόθηκε επίσης ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (2470Β' /29-7-11 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...), που προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αν και η δεύτερη δόθηκε μετά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως...".
Ενόψει τούτου δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα στοιχεία και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο. Άρα, ο τρίτος με στοιχείο 1 λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Συναφώς, γίνεται μνεία για "παραμόρφωση" του πιο πάνω εγγράφου, χωρίς όμως να αναφέρεται, ούτε το περιεχόμενό του, κατά λέξη, ούτε τι ακριβώς, σε σχέση με το έγγραφο αυτό, έγινε δεκτό από το δικαστήριο (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010).
Άρα και με την εκτίμηση, πως με τον ίδιο λόγο εισάγεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο σχετικός λόγος ως προς το σημείο αυτό, είναι απαράδεκτος. Β. Ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν δικαστική ομολογία, που υπήρχε στην προσθήκη των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, περί του ότι δεν φορούσε αυτός ζώνη ασφαλείας.
Κατ' αρχήν, η ομολογία πρέπει να αποτελεί παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος και να είναι σαφής και συγκεκριμένη, ώστε να αποτελέσει βάση καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας (ΑΠ 469/2009). Η αναιρεσείουσα συνδέει την, κατ' αυτήν, ομολογία του αντιδίκου της με το ότι, αν αυτή θα γίνονταν δεκτή, θα γινόταν, ωσαύτως δεκτή η ένστασή της "περί οικείου πταίσματος" του ενάγοντος.
Όμως ουδόλως αναφέρεται, πως και πότε προτάθηκε η ένσταση αυτή, αν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αν κρίθηκε και πώς από το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Στο δικόγραφο της έφεσής της, όπως τούτο παραδεκτά (αρθρ. 560 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκοπείται, γίνεται λόγος για "ένσταση συνυπαιτιότητας που υποβάλαμε νομίμως", χωρίς ειδικότερες διευκρινίσεις.
Από την επισκόπηση δε των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γίνεται σχετική αναφορά, αορίστως "για ζημία εξ οικείου πταίσματος", χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έκρινε σχετικά και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό για το ότι ο ενάγων -αναιρεσίβλητος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Άλλωστε, ο τελευταίος, δεν ανέφερε ακριβώς, ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αλλά, όπως στο δικόγραφο της αναίρεσης αναφέρεται, έκανε απλώς λόγο για το αλυσιτελές της προβολής του σχετικού ισχυρισμού, που κρίθηκε, ήδη, ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ) από το Εφετείο. Άρα και ο τρίτος με στοιχείο 2 λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Γ. Ότι, ελήφθησαν υπ' όψιν αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και μάλιστα τα αναφερόμενα, ως πραγματικά περιστατικά, στην με αριθμό 1375/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Όμως :1)οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου και τα σ' αυτές διαλαμβανόμενα δεν αποτελούν "αποδείξεις", με την έννοια της πιο πάνω διάταξης, 2)το Εφετείο, πέραν των όσων, όπως παραπάνω, αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπ' όψιν, έκανε αναφορά, εντελώς επιπρόσθετα ("...πρέπει να σημειωθεί, ότι σε ανάλογη περίπτωση ...") στην ως άνω απόφαση, και χωρίς να στηρίζει την αποδεικτική του κρίση σ' αυτή, αντιμετώπισε παρόμοιο θέμα.
Επομένως και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.2 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Δ. Ότι η απόφαση έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη την από Φεβρουαρίου 2009 τεχνική έκθεση, την 243/25-9-07 βεβαίωση της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την 26093/19-7-2007 βεβαίωση της β' Οφθαλμολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου, γιατί αυτά είναι ιδιωτικές μαρτυρίες τρίτων, που βεβαιώνουν πραγματικά περιστατικά, μη δικαιοπρακτικού χαρακτήρα.
Συναφώς, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα :1) η μαρτυρία τρίτου, που δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο και έγινε, επίτηδες, για να χρησιμεύσει, ως αποδεικτικό μέσο, στη, μεταξύ άλλων, πολιτική δίκη, είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο (Ολ ΑΠ 8/1987). Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η βεβαίωση έγινε ή όχι επίτηδες, για να χρησιμεύσει, ως αποδεικτικό μέσο στην ένδικη υπόθεση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1506/2009, ΑΠ 2091/2009) 2)Στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, ορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα.
Ενώ, στη διάταξη του άρθρου 390 ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα, τα οποία αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχτηκαν, ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Έτσι, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωμοδοτήσεις που εκδίδονται από ιατρό, ο οποίος ασκεί δημόσια λειτουργία, εκτιμώνται ελεύθερα, ως προς το περιεχόμενό τους και τις επιστημονικές κρίσεις και εκτιμήσεις του συντάκτη τους, όπως, άλλωστε, και οι γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων ή τεχνικών συμβούλων (ΑΠ 1660/2009, ΑΠ 353/2007).
Όμοια δε ισχύουν και για τις τεχνικές εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις (Ολ ΑΠ 406/2006, ΑΠ 621/2010). Επομένως, δεν πρόκειται για μαρτυρίες τρίτων (που, δε κάθε περίπτωση, αναιρετικά ανέλεγκτα) έγιναν δεκτές από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά συνιστούν το πραγματικό των πιο πάνω γνωμοδοτήσεων, που ορθώς ελήφθησαν υπ' όψιν.
Άρα και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την εφετειακή απόφαση για την από τον από το άρθρο 559 αρ.11 παρ. 1. λόγο, είναι αβάσιμος. VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο όρος " πράγματα" εδώ, είναι ταυτόσημος με εκείνον του αρ. 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ ( ΑΠ 223/2006). Ο λόγος θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομιστεί οιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009).
Δεν απαιτείται δε να αξιολογεί η απόφαση τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 269/2007). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1739/2007).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα παραπονείται, πως χωρίς απόδειξη, το Εφετείο, ήχθη στην παραδοχή της μέγιστης συγκέντρωσης του "νατρυλιδίου στον αέρα", από 0,2mg/m3, σε αντίθεση με όσα αναφέρει, ο μάρτυς G. M.. Όμως: α)τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα", με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την αναιρεσείουσα, από την, κατ' αυτήν, εκτίμηση των αποδείξεων (βλ.
για το θέμα αυτό Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 2176/2009). Άρα, ο έκτος, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος β) σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος γιατί: 1) το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, παραθέτει όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την ουσιαστική του κρίση 2)ουδεμία υποχρέωση είχε το δικαστήριο να αναλύσει και να παραθέσει ειδικά τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνήγαγε την συγκεκριμένη ουσιαστική του κρίση.
VII. α) Η διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ρυθμίζεται το βάρος της απόδειξης είναι καθαρώς δικονομικού δικαίου, και άρα απαραδέκτως, όπως εκτιμάται, με το σχετικό αναιρετικό δικόγραφο πλήττεται για κακή εφαρμογή της, η προσβαλλόμενη απόφαση με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. β) περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης.
Ήδη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, για το αν χωρεί ή όχι αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, έγινε ικανός λόγος, κατά την αντιμετώπιση του πρώτου αναιρετικού λόγου ( βλ και ΑΠ 1375/2010). Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πως δεν υπάρχει αναστροφή του βάρους της απόδειξης, δεν ισχύει εν προκειμένω, ούτε χωρεί αναλογική εφαρμογή, δοθέντος ότι το Εφετείο, εφήρμοσε, αποκλειστικά , τις διατάξεις των άρθρων 914 επ ΑΚ.
Όμως, το Εφετείο εφήρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις μόνο γιατί, ως προς την ηθική βλάβη, δεν υπήρχε πρόβλεψη στον Ν. 2251/1994, πριν την τροποποίησή του. Κατά τα λοιπά, το βάρος της απόδειξης και η αντιστροφή του και επαρκώς αιτιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, και, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, είναι νόμιμη.
Άρα και ο όγδοος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 (παραβίαση άρθρων 914 επ ΚΠολΔ) 13, και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφτεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( αρθρ. 12 πααρ. 2 Ν. 4055/2012) και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της ( αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-8-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Volkswagen AG" , προς αναίρεση της 165/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ