Supreme Court allows appeal against distributor's termination, ruling contract resembles agency requiring client protection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the distributor's appeal against the manufacturer's termination of their distribution contract. The distributor argued the contract functioned as an agency relationship rather than a simple distribution agreement, necessitating protection of client goodwill. The court agreed, finding the distributor's obligations to the manufacturer created an agency-like bond that justified the claim for client protection damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 19 of the Code of Civil Procedure; The termination of a distribution contract where the distributor acts as an integral part of the manufacturer's business network may constitute an abuse of rights if it damages the distributor's commercial reputation, provided the termination lacks fault on the distributor's part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1935 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.935/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακο-πούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΕΛΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Νικόλαο Γεωργακόπουλο και Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νιόβη Πατσατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 7-12-2006 και 11-10-2006 αντίθετες αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις από 7-10-2008 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε α)την παραδοχή εν μέρει των υπό στοιχεία Β
ΙΙ και Β2 λόγων αναιρέσεως αναφορικά με την παραδοχή του αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας και β) την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, συζητήθηκαν 1)η από 11-10-2006 αίτηση αναίρεσης του Ψ και β) η από 7-12-2006 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε", στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ` αριθμ. 84/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επί της από 11-10-2006 αίτησης αναίρεσης.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, η παράλειψη του Δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, νόμω αβάσιμο ή αλυσιτελή και άρα μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε δεν είναι ο μη νόμιμος ισχυρισμός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ψ, επικαλούμενος, υπαίτια και καταχρηστική καταγγελία της συνδέουσας αυτόν και την αναιρεσίβλητη εταιρεία συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, γενόμενη πρόωρα και χωρίς σπουδαίο λόγο στις 24-4-2002, πριν την πάροδο εξάμηνης προθεσμίας που του είχε τάξει η αναιρεσίβλητη με προγενέστερη από 26-11-2001 τακτική καταγγελία της, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχονταν στις 26-5-2002, ζήτησε, πλην άλλων, αποζημίωση για την πρόωρη αυτή λύση της συμβάσεως.
Μεταξύ των αγωγικών κονδυλίων που συνθέτουν τη ζημία του, περιλαμβάνεται και το ποσό των 22.519 ευρώ, που κατέβαλε ως αποζημίωση απολύσεως στους κατονομαζομένους δύο υπαλλήλους της επιχειρήσεώς του, τους οποίους απέλυσε, συνεπεία της καταγγελίας, στις 15-6-2002 και 25-6-2002. Όμως το εν λόγω κονδύλιο είναι νόμω αβάσιμο, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ειρημένης ζημίας και της άνω καταγγελίας, αφού στην απόλυση των εν λόγω υπαλλήλων θα προέβαινε ο αναιρεσείων μετά την επέλευση των εννόμων συνεπειών της τακτικής από 26-11-2001 καταγγελίας της συμβάσεώς του, χωρίς να γεννάται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση παρόμοιας ζημίας εκ της τελευταίας αυτής καταγγελίας, ως αναγόμενης σε λειτουργικά και οργανωτικά έξοδα της επιχείρησης του αναιρεσείοντος για την καλή εκτέλεση της συμβάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τον σχετικό με την πρωτόδικη απόρριψη του άνω αγωγικού κονδυλίου λόγο της εφέσεως του αναιρεασείοντος, είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με τον δεύτερο λόγο καταλογίζεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παρά τον νόμο δέχθηκε πράγμα που δεν προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα προέβη στην επανάκριση αγωγικού κεφαλαίου, το οποίο είχε γίνει εξ ολοκλήρου δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, ακολούθως, επιδίκασε μικρότερο ποσό, παρόλο που το αγωγικό αυτό κεφάλαιο δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτό, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματός του, ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να λάβει το ποσό των 6.464 ευρώ, που αντιπροσώπευε το κέρδος που θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το από 25-4-2002 έως 26-6-2002 χρονικό διάστημα και το οποίο απώλεσε συνεπεία της άκαιρης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως, καθώς και το ποσό των 3.136 ευρώ που ζημιώθηκε από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, το συνολικό δε ποσό των 9.600 ευρώ συμψηφίσθηκε με ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης, ύψους 89.966,29 ευρώ, κατ' αποδοχή νομίμως προβληθείσας ενστάσεως αυτής, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής.
Με τον δεύτερο λόγο της ασκηθείσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης έφεσής του, ο αναιρεσείων παραπονέθηκε για την ανακολουθία μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως, αναφορικά με το ότι δεν είχε περιληφθεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και διάταξη περί μερικής παραδοχής της αγωγής του κατά το προαναφερθέν ποσό, επικαλούμενος έννομο συμφέρον προς τούτο, χωρίς όμως με την έφεση να προβάλει σφάλμα της πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού του διαφυγόντος κέρδους.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προέβη σε επανάκριση του κεφαλαίου αυτού αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητά του, το οποίο όμως δεν είχε μεταβιβασθεί ενώπιόν του με σχετικό λόγο εφέσεως και επιδίκασε εν τέλει μικρότερο του πρωτοβαθμίως επιδικασθέντος ποσού ήτοι ποσό 6.043 ευρώ, υποπίπτοντας έτσι στην από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι με την κρίση του αυτή υπέπεσε στην από τη διάταξη του αριθμού 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι ανακάλεσε την πρωτοβάθμια, οριστική ως προς το κεφάλαιο τούτο απόφαση, είναι απαράδεκτος, διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, είναι η ανάκληση να έγινε από το δικαστήριο που έχει εκδώσει την οριστική απόφαση και μετά τη δημοσίευσή της.
Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1 στοιχεία α και β του π.δ/τος 219/1991, που προβλέπει την επιδίκαση αποζημιώσεως πελατείας στον εμπορικό αντιπρόσωπο, μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμοζόμενης αυτής της διατάξεως αναλογικά και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η εν λόγω αποζημίωση είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης.
Για την επιδίκαση της, η εν λόγω διάταξη θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και είναι α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Επομένως, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης αυτής αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, υπό την επίκληση των από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμελειών, πλήττεται πράγματι η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της επιδικασθείσης στον αναιρεσείοντα "δίκαιης", κατά την κρίση του Εφετείου, αποζημιώσεως πελατείας, την οποία καθόρισε, μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν υπόψη του, αναφορικά με τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων, είναι απαράδεκτος.
Επί της από 7-12-2006 αναιρέσεως.
Κατά τα άρθρα 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο νικήσας διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα αν δημιουργείται από αυτή δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζον επί της από 28-11-2002 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου Ψ, απέρριψε με την υπ' αριθμ. 94/2004 απόφασή του την αγωγή αυτή, κατ' αποδοχή προβληθείσας από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ενστάσεως συμψηφισμού ανταπαιτήσεώς της κατ' αυτού, ποσού 89.966,29 ευρώ, προς την αναγνωρισθείσα ως οφειλόμενη απαίτηση αυτού από την ένδικη διαφορά ποσού 9.600 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος, κατ' αποδοχή της οποίας το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, δεχθέν ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος από την ένδικη διαφορά ανέρχονται στο μεγαλύτερο ποσό των 59.179 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται απαίτησή του για αποζημίωση πελατείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αξιώσεις που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, η μεν πρώτη ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε δεύτερη λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, συμψήφισε το ποσό αυτό προς την ανωτέρω ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή.
Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι συντρέχει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με την παραδοχή των προαναφερθεισών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, λόγω της δημιουργίας περί αυτού δεδικασμένου στην ανοιγείσα από την αναιρεσείουσα άλλη δίκη, κατόπιν ασκήσεως αγωγής εκ μέρους της, περί καταβολής του ως άνω συμψηφισθέντος ποσού της ανταπαιτήσεώς της.
Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και, επίσης, ότι κατά κανόνα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη ρυθμιζόμενη στο ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα, για ορισμένη εδαφική περιοχή, των υποθέσεών του, η οποία συνίσταται στην διαπραγμάτευση και στην σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, αν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, την υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή, την υποχρέωση να διαφημίσει αυτά με δικές του δαπάνες, την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του αλλά και την υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της συμβάσεως.
Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, η δε εμπορική δραστηριότητα του μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται αμέσως οφέλη για τον παραγωγό, όχι μόνον από την πώληση των συμβατικών προϊόντων του στο διανομέα αλλά και από τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις του τελευταίου, που δεν προσομοιάζουν με τη σύμβαση πώλησης, αφού ο παραγωγός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την πώληση των συμβατικών προϊόντων, αλλά και από τις λοιπές υποχρεώσεις του διανομέα, χωρίς μάλιστα να υποβάλλεται σε δαπάνη (π.χ.
διαφήμισης), και, το, σπουδαιότερο, λαμβάνει γνώση του πελατολογίου που αναπτύχθηκε αποκλειστικά από το διανομέα, δυνάμενος μετά τη λύση της σύμβασης να κάνει χρήση αυτού, μέσω άλλου αποκλειστικού διανομέα, συνεχίζοντας έτσι να αποκομίζει οικονομικά ωφελήματα. Δεδομένου δε ότι λείπουν διατάξεις στον ΕμπΝ που να ρυθμίζουν την σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται εντεύθεν ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΝΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, μη αποκλειομένης της αναλογικής αυτής εφαρμογής από την παραπάνω οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο υπό στοιχεία 2.1.2.i μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί στη μείζονα σκέψη, πως και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που κατά τα ουσιώδη στοιχεία της ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται αναλογικώς οι σχετικές περί εμπορικών αντιπροσώπων και αποζημιώσεως πελατείας διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, παραβίασε τις διατάξεις αυτές καθώς και εκείνες της 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι αβάσιμος .
Από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 π.δ.291/91, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/93, 88/94 και 312/95 προκύπτει, ότι για τη γέννηση της απαίτησης του αποκλειστικού διανομέα, προς απόληψη της προβλεπόμενης από το άνω άρθρο "δίκαιης" αποζημίωσης, μετά τη λύση της σύμβασης, η οποία (αποζημίωση) αποτελεί μελλοντική απαίτηση και προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής ισοδύναμες προϋποθέσεις:
α)ομοιότητα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπάρχει όταν συντρέχουν η συμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού από τον διανομέα στη συμβατική περιοχή, η τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, η υποχρέωση του διανομέα να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά στη συμβατική περιοχή τα προϊόντα του προμηθευτή, η υποχρέωση του διανoμέα να διαφημίζει τα συμβατικά προϊόντα με δικές του δαπάνες και η υποχρέωση του διανομέα να γνωστοποιεί στον προμηθευτή το πελατολόγιο του, β) εισφορά νέων πελατών ή προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης και γ) διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσω-πευόμενο που προκύπτουν από τους πελάτες του διανομέα μετά τη λύση της σύμβασης.
Ως "εισφορά" νέων πελατών νοείται η προσέλκυση νέων πελατών, δηλαδή μη υπαρχόντων προηγουμένως, με τη δραστηριότητα του διανομέα, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες, νοείται, η όχι συνήθης αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών, με υπάρχοντες πελάτες-αγοραστές των συμβατικών προϊόντων.
Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευομένου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως, εκ τούτου, γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευομένου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευομένου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των εν λόγω προϊόντων.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3, 4, 7 και 8 του ΠΔ 219/1991, 91 ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ και 724 ΑΚ συνάγεται ότι, η αορίστου διαρκείας σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λύεται με τακτική, αναιτιολόγητη, καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών, τα αποτελέσματα δε αυτής επέρχονται από της παρελεύσεως του οριζόμενου στο άρθρο 8 παρ. 4 του άνω Π.Δ/τος χρόνου, καθώς και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους, καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται αμέσως, χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άνω άρθρο 8 παρ.4 του ΠΔ 219/91 προθεσμιών.
Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, ήτοι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ του άλλου μέρους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο άλλος υπέστη ζημία ή και ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του καταγγείλαντος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έχει απαιτήσεις κατά της αναιρεσείουσας από τη συνδέουσα αυτούς σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα για αποζημίωση πελατείας, περαιτέρω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, που τελέσθηκε με την υπαίτια και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε συναφώς τα εξής:
Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), είναι εμπορική εταιρία που έχει την έδρα της στην ... και αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία καπνικών ειδών ως δικαιούχος σήματος ή ως έχουσα την εκμετάλλευση ξένου σήματος κατόπιν συμφωνίας. Τα προϊόντα αυτά διακινεί και στην ευρύτερη περιοχή του Νομού ... μέσω διανομέων.
Περί το έτος 1976, με προφορική σύμβαση που αυτή κατάρτισε με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, μέσω της επιχειρήσεως που διατηρούσε στην ..., να προμηθεύεται κατά τρόπο διαρκή, μόνιμο και σταθερό τα καπνικά προϊόντα της τελευταίας σε μειωμένες τιμές, σε σχέση με την καθορισμένη λιανική τιμή τους και στη συνέχεια να μεταπωλεί αυτά σε τρίτους, με κέρδος 2,4 % επί της τιμής αγοράς τους από την τελευταία.
Για τη καλύτερη εξέλιξη της εμπορικής τους συνεργασίας, ο ενάγων δραστηριοποιήθηκε προς τη κατεύθυνση 1)της διευκολύνσεως της εναγομένης στην υλοποίηση της διαφημίσεως των συμβατικών ειδών που η τελευταία με ίδια δαπάνη είχε αναλάβει να κάμει στην περιοχή, 2) της κυκλοφορίας των καπνικών προϊόντων στην ευρύτερη περιοχή του νομού ...
και ... και 3) της ανευρέσεως νέων πελατών με σκοπό τη διεύρυνση του πελατολογίου της εναγομένης στην άνω συμβατική περιοχή, έτσι ώστε περί τα τέλη του έτους 2001, αυτός (ενάγων) να διαθέτει συνολικά 663 πελάτες, που συστηματικά προμηθεύονταν τα καπνικά προϊόντα της εναγομένης. Η τελευταία ελάμβανε γνώση αυτής της δραστηριοποιήσεως εξαρχής, δεδομένου ότι περιστασιακά διενεργούσε δια των προς τούτο αρμοδίων υπαλλήλων της επιθεώρηση και ελέγχους, ενώ έδιδε κατά καιρούς στον διανομέα της (ενάγοντα) κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο προωθήσεως των συμβατικών ειδών στην ευρύτερη αγορά των Νομών ...
και .... Από την αρχή η ως άνω μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία εστέφθη με επιτυχία, αφού ο τζίρος των πωλήσεων εκ μέρους του ενάγοντος των συμβατικών ειδών παρουσίαζε κατ' έτος αυξητική τάση, γεγονός που αβίαστα προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις του τζίρου των πωλήσεων του ενάγοντος κατ' έτος και ανά πελάτη μέσα στη πενταετία 1997- 2001.
Η παραπάνω εμπορική συνεργασία των διαδίκων διήρκεσε μέχρι τις 26/5/02, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, κοινοποιώντας στον ενάγοντα προ εξαμήνου από της λύσεως (δηλαδή από 26/11/01) την από 22/11/01 έγγραφη καταγγελία. Η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι προέβη στην άνω καταγγελία για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα επειδή ο ενάγων δεν ήταν συνεπής στην αποπληρωμή προηγούμενων οφειλών του από παλαιότερες πωλήσεις.
Από το περιεχόμενο όμως της έγγραφης αυτής καταγγελίας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη στη καταγγελία, επικαλούμενη αόριστα συμπεριφορά του ενάγοντος αντιδεοντολογική και αντίθετη προς τα συμφέροντα της. Ας σημειωθεί ότι μέχρι τις 26/11/01 ουδόλως οφείλονταν στην τελευταία εκ μέρους του ενάγοντος μεγάλα χρηματικά ποσά από το τίμημα των επί πιστώσει πωλήσεων που οι διάδικοι είχαν συνάψει μεταξύ τους κατά το παρελθόν.
Αντίθετα, ο ενάγων έως το έτος 1999, κατά τα προσυμφωνημένα, εξοφλούσε το τίμημα μετά 10-12 ημέρες από την παραλαβή της αντίστοιχης παραγγελίας. Μετά το έτος 1999 η εναγομένη άλλαξε τον τρόπο πιστώσεως των διανομέων της καθιερώνοντας "πολιτική εναλλασσόμενου τιμολογίου", σύμφωνα με την οποία οι διανομείς της ήσαν υποχρεωμένοι να εξοφλούν το αμέσως προηγούμενο τιμολόγιο με τη νέα παραγγελία έτσι ώστε να οφείλεται κάθε φορά το τελευταίο τιμολόγιο.
Η αυθαίρετη αλλαγή της πιστωτικής πολιτικής της εναγομένης από το έτος 1999 και εφεξής δεν βρήκε σύμφωνο τον ενάγοντα και η συνεργασία τους και μετά τη άνω καταγγελία, συνεχίσθηκε με τους ίδιους όρους και υποχρεώσεις που αρχικά είχαν συμφωνηθεί. Στις 31/12/02 ο ενάγων παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο από αγορές συμβατικών ειδών 125.860,40 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/02 έως 12/1/2002 είχε προμηθευθεί από την εναγομένη καπνικά είδη συνολικής αξίας 82.252,84 ευρώ, ενώ κατά το αυτό χρονικό διάστημα είχε προβεί σε καταβολές προς την εναγομένη ύψους 104.181,92 ευρώ και έτσι στις 12/1/02 όφειλε 103.931,32 ευρώ.
Και ενώ η εναγομένη με το από 12/1/02 εξώδικο της καλούσε αυτόν να καταβάλει έναντι των οφειλομένων 55.669,13 ευρώ, ο τελευταίος, μη συμμορφούμενος προς το νέο καθεστώς που μονομερώς του επέβαλε η εναγομένη, εξακολούθησε να καταβάλει το πιστωμένο τίμημα μετά 10-12 ημέρες από τη παραλαβή του εμπορεύματος, με αποτέλεσμα από 15/3/02 η τελευταία να εκτελεί ελλιπώς τις παραγγελίες του.
Παράλληλα, από 10/4/02 συνήψε σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την εταιρία υπό την επωνυμία "ΜΑΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΕΕΕ", η οποία ανέλαβε το έργο της διανομής των συμβατικών ειδών στη περιοχή των Νομών ... και ..., που μέχρι τότε εκτελούσε ο ενάγων, και στη συνέχεια κοινοποίησε στο τελευταίο την από 24/4/02 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι από 25/4/02 παύει να τον προμηθεύει με τα συμβατικά της είδη, επειδή ο ίδιος προμηθεύει την αγορά της περιοχής ευθύνης του ελλιπώς με τα προϊόντα της και αρνείται να εξοφλήσει ανεξόφλητα υπόλοιπα σύμφωνα με τους νέους όρους της πιστωτικής πολιτικής που, είχε πλέον εφαρμόσει.
Μάλιστα, ο ίδιος στην από 4/6/02 εξώδικη δήλωση του συνομολογεί κατ' αρχήν ανεξόφλητες οφειλές προς την εναγομένη ύψους 76.363 ευρώ, πλην το ακριβές ποσό της οφειλής του ανέρχεται σε 89.966,29 ευρώ, ποσό για το οποίο άσκησε σε βάρος του η εναγομένη αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Το γεγονός (συνεχίζει το Εφετείο), ότι η τελευταία μετέβαλε μονομερώς και χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση με τον ενάγοντα τους όρους της αρχικής πιστωτικής πολιτικής της με την καθιέρωση του προαναφερόμενου συστήματος του εναλλασσόμενου τιμολογίου, δεν καθιστά αυτόν (ενάγοντα) άνευ ετέρου οικονομικά αναξιόπιστο απέναντι της και τις οφειλές αυτού ληξιπρόθεσμες, έτσι ώστε να δικαιολογείται από 25/4/02 η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως προ της οριστικής λύσεώς της στις 26/5/02.
Άλλωστε, η τακτική της εναγομένης, να αρνείται από 15/3/02 να εκτελεί ανελλιπώς τις παραγγελίες του ενάγοντος, είχε ως συνέπεια να μη δύναται αντικειμενικά ο τελευταίος να προμηθεύει τους πελάτες του (λιανοπωλητές) επαρκώς με τα καπνικά είδη που ζητούσαν, γεγονός που οφείλετο σε υπαιτιότητα της εναγομένης, έτσι ώστε ούτε από αυτό το θέμα να δικαιολογείται ύπαρξη σπουδαίου λόγου προς διακοπή της συνεργασίας τους από 25/4/02.
Κατά συνέπεια (συνεχίζει το Εφετείο) επειδή η από 24/4/02 καταγγελία της ένδικης συμβάσεως προ της παρελεύσεως της εξάμηνης προθεσμίας που από το νόμο επιβάλλεται για τη λύση αυτής, δεν επέφερε άμεσα αποτελέσματα, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη μέχρι τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων στις 26/5/2002 να προμηθεύει τον ενάγοντα με τα συμβατικά είδη με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που οι διάδικοι είχαν από κοινού αποδεχθεί κατά την έναρξη της συνεργασίας τους το έτος 1976.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο 1)ως διαφυγόν κέρδος το ποσό των 6.043 ευρώ, το οποίο με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 25-4-02 μέχρι 26-5-02 και το οποίο απόλεσε, 2)το ποσό των 3.136 ευρώ ως ζημία την οποία υπέστη από τον πλημμελή τρόπο εκτέλεσης των παραγγελιών εκ μέρους της αναιρεσείουσας, 3)το ποσό των 40.000 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, δεχθέν για την επιδίκαση του κονδυλίου αυτού ότι ο αναιρεσίβλητος έφερε κατά τη διάρκεια της συμβάσεως νέους πελάτες στην αναιρεσείουσα και προήγαγε σημαντικά τις εργασίες της με τη βαθμιαία αύξηση του πελατολογίου και της αγοραστικής κινήσεως των προϊόντων ενώ παράλληλα η τελευταία εξακολουθεί και μετά τη λύση της συμβάσεως να αποκομίζει οφέλη από τους νέους αυτούς πελάτες, αφού αυτοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τα καπνικά της είδη και 4)το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι αυτή τελείως προσχηματικά διέκοψε τη συνεργασία τους ένα μήνα πριν από την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας της αρχικής καταγγελίας, αρνούμενη χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου να εκτελέσει τις παραγγελίες του και παρουσιάζοντας παράλληλα αυτόν στην από 25-4-2002 εξώδικη δήλωσή της ως οικονομικά αναξιόπιστο και αποκλειστικά υπεύθυνο για την μη προώθηση των συμβατικών ειδών στην περιοχή της ευθύνης της, με αποτέλεσμα να βλαβεί η εμπορική του φήμη και αξιοπιστία στην αγορά και να απαξιωθεί αυτός κοινωνικά και ηθικά, αφού δημιουργήθηκαν υπόνοιες στους πελάτες του σχετικά με τους πραγματικούς λόγους λύσεως της ένδικης συμβάσεως.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση πελατείας, εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τη διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικά έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων αναλογικής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, την οποία και εφάρμοσε.
Και τούτο, διότι, την κρίση του ότι η μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιάζει κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στήριξε το Εφετείο, δεχθέν α)ότι η εμπορική αυτή συνεργασία διήρκεσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος διανομέας δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση ανευρέσεως νέων πελατών και διεύρυνε το πελατολόγιό του επ' ωφελεία και της αναιρεσείουσας, η οποία ελάμβανε γνώση της δραστηριότητάς του αυτής, διότι ενεργούσε περιστασιακά επιθεώρηση και ελέγχους για την διάθεση και διακίνηση των καπνικών της ειδών, β)ότι ο αναιρεσίβλητος διευκόλυνε την αναιρεσείουσα στην υλοποίηση της διαφημίσεως των συμβατικών ειδών, που η τελευταία με ίδια δαπάνη είχε αναλάβει να κάνει στην περιοχή, γ)ότι η αντιπροσωπευομένη αναιρεσείουσα έδινε στον αναιρεσίβλητο διανομέα κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο προώθησης των συμβατικών ειδών και δ)ότι ο αναιρεσίβλητος διεύρυνε σημαντικά τους πελάτες των συμβατικών ειδών.
Δεν αναφέρει όμως ότι η αναιρεσείουσα δικαιούτο, κατά τη σύμβαση, να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών του αναιρεσιβλήτου και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο της ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητάς του στην περιοχή, ούτε επίσης δέχεται ότι αυτός υποχρεούτο κατά τη σύμβαση να προβαίνει ή προέβαινε σε διαφήμιση των συμβατικών ειδών αλλ'ούτε και ότι ο αναιρεσίβλητος διανομέας υποχρεούτο να γνωστοποιεί το πελατολόγιό του στην αναιρεσείουσα και να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου του μόνον τα συμβατικά προϊόντα.
Οι συμβατικές αυτές υποχρεώσεις του διανομέα καθιστούν αυτόν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού και η συνδρομή τους προσδίδει στην μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιότητα κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που επιβάλλει και επ' αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 περί τακτικής καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας.
Επίσης, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη χρήζουσα αποκαταστάσεως, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 914 και 932 ΑΚ. Και τούτο, διότι, για την κρίση του ότι η από 24-4-2002 καταγγελία ήταν καταχρηστική, αρκέσθηκε στο ότι αυτή έγινε χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και πρόωρα, ένα μήνα πριν από τη λύση της συμβάσεως, περιστατικά όμως που δεν θεμελιώνουν καθεαυτά παράνομη συμπεριφορά, τη δε κρίση του, ότι η ως άνω καταγγελία έβλαψε την εμπορική φήμη του αναιρεσιβλήτου και την αξιοπιστία του στην αγορά και τον απαξίωσε ηθικά και κοινωνικά, αφού δημιουργήθηκαν υπόνοιες στους πελάτες του σχετικά με τους πραγματικούς λόγους της λύσεως της ένδικης συμβάσεως, στήριξε στο ότι η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2002 εξώδικη δήλωσή της τον εμφάνιζε ως οικονομικά αναξιόπιστο και υπεύθυνο αποκλειστικά για την μη προώθηση των συμβατικών ειδών στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του, χωρίς να αναφέρει και ότι η ως άνω δήλωση και τα περιεχόμενα σ'αυτήν γεγονότα γνωστοποιήθηκαν και, με ποιόν τρόπο, σε τρίτους.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τα υπό στοιχεία 2.2.2.i και 2.2.2.iii μέρη του, με τα οποία, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, κατανεμόμενα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικου, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 84/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ