Supreme Court dismisses appeal against appellate court's default judgment ruling due to appellants' procedural delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against a final appellate court decision that had rejected their appeal due to default. The appellants argued they were absent from the appellate hearing, but the court found they had actually expedited that hearing by submitting their own appeal request. Consequently, the court ruled that the appellants were responsible for the procedural delay and correctly lost the default judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 147(7) and 144(1) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal against a default judgment if the appellants themselves caused the procedural delay by expediting the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1934 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1934/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Ι. Δ. του Α., κατοίκου ..., 4) Μ. Τ. του Ν., και 5) Ε. Α. του Χ., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ψωμά που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. (M. M.) του Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2012, 2824/2012 μη οριστικές, 2803/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/1/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-1-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 451/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε ερήμην των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατόπιν εφέσεως κατά της 2803/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η κατ’ αυτών αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφενός είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εντόκως το αναφερόμενο σε αυτή ποσό και αφετέρου είχεν αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτών να καταβάλουν στην ενάγουσα το αναφερόμενο σε αυτή ποσό κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου .
Με την προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, απορρίφθηκε η έφεση, κατά το άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά τη νομότυπη παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης, η οποία παραίτηση έγινε με το ίδιο το δικόγραφο της αναίρεσης που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους έχοντος προς τούτο (παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου) ειδική πληρεξουσιότητα των αναιρεσειόντων που είχεν χορηγηθεί σε αυτόν δυνάμει συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων προγενέστερων χρονικά της ασκήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566παρ.1, 147 παρ.7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 674§2 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, σε συνδυασμό με τα άρθρα 498§1, 524§1, 271 §2 προκύπτει ότι αν ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως, το δικαστήριο κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Αν αντιθέτως ο εκκαλών επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί σε αυτή, η έφεση απορρίπτεται.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβιάσεως της από τον Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 111 §2 281 επ. 359) και του Συντάγματος (άρθρ. 21) κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη.
Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφανίσεώς του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υποθέσεως.
Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση και δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (Ολ.ΑΠ 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως επικαλούνται την πλημμέλεια της περίπτωσης του αρ. 6 άλλως του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι, ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη 451/2016 απόφαση, απέρριψε λόγω της ερημοδικίας τους την έφεσή τους κατά της 2803/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζητούν την αναίρεσή της, για το λόγο ότι δεν εξειδικεύεται σε αυτή ο τρόπος επίσπευσης της συζήτησης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης Εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " να σημειωθεί ότι η συζήτηση επισπεύδεται από τους εκκαλούντες, όπως τούτο προκύπτει από την 12-11-2015 έκθεση προσδιορισμού δικογράφου, με γενικό αριθμό κατάθεσης ...2015 και αριθμό κατάθεσης .../2015, που συνοδεύεται .από την από 12-11-2015.
Πράξη ορισμού συζήτησης, για την ανωτέρω δικάσιμο. Ωστόσο οι εκκαλούντες δεν παρουσιάσθηκαν (όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα) ούτε εκπροσωπήθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, πρέπει η κρινόμενη έφεσή τους να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στην αναίρεσή τους τα ακόλουθα: " Εν προκειμένω εμείς επισπεύσαμε τη συζήτηση και συνεπώς θα έπρεπε να εξειδικεύεται στην αναιρεσιβαλλόμενη πόθεν προέκυψε η επιμελεία μας κλήτευσή της αντιδίκου". Με τον τρόπο δε αυτό συνομολογούν ότι αυτοί είναι εκείνοι που επέσπευσαν τη συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη.
Κατόπιν αυτών ο ως άνω λόγος αναίρεσης όσο μεν αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον, όπως προκύπτει από την ίδια την αίτηση αναίρεσης δεν γίνεται αναφορά σε αυτή των πραγματικών γεγονότων που καθιστούν παράνομη την ερημοδικία των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση της έφεσής των στο Εφετείο όσο δε αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ιδίου ως άνω άρθρου του Κ.ΠολΔ ως αβάσιμος.
Τούτο δε διότι οι αναιρεσείοντες δεν στερήθηκαν το δικονομικό τους δικαίωμα της ακρόασης κατά τη συζήτηση της έφεσής των στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη αναίρεση απόφαση, λόγω παράνομης ερημοδικίας τους και μη κήρυξης απαραδέκτου της συζήτησης της έφεσης όπως αυτοί ισχυρίζονται, αφού οι ίδιοι γνώριζαν την ημερομηνία συζήτησης αυτής, δεδομένου ότι οι ίδιοι προέβησαν στην επίσπευση της συζήτησης της έφεσης των αναιρεσειόντων, όπως συνομολογούν με τη αναίρεσή τους, και όπως τούτο άλλωστε προκύπτει και από το επιδοθέν στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη δικόγραφο της ως άνω εφέσεως με την κάτω από αυτό πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτηση της την 22-9-2016, που η τελευταία είχεν προσκομίσει μετ’ επικλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδθ)σε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.
σχετική μνεία στις από 22-9-2016 προτάσεις της εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο Πειραιά και στην από 27-9-2016 προσθήκη αυτών που νόμιμα προσκομίζονται).
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της έφεσής των ενώπιον του Εφετείου Πειραιά κατά τη δικάσιμο της 22-9-2016 και δεν εμφανίσθηκαν κατ’ αυτή, ορθά κατά το άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ απορρίφθηκε η έφεσή τους , και ορθά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι τη συζήτηση της έφεσης την ως άνω δικάσιμο επέσπευσαν οι εκκαλούντες έστω και αν δεν αναφέρεται σε αυτή ο ακριβής τρόπος που προέκυπτε τούτο, ο οποίος είχε εισφερθεί στο δικαστήριο της ουσίας με τις από 22-9-2016 προτάσεις της εφεσίβλητης στο Εφετείο Πειραιά και με την από 27-9-2017 προσθήκη των προτάσεων αυτής, κατά τα προεκτεθέντα, με την προσκόμιση του επιδοθέντος σε αυτή, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των εκκαλούντων, αντιγράφου της έφεσης με την κάτω από αυτό πράξη ορισμού δικασίμου κατά τα προαναφερόμενα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2017 αίτηση με γενικό αριθμό κατάθεσης …2017 για αναίρεση της 451/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 14Νοεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα την 28 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ