Legislator Case Law & Legislation
1934/2016 AI generated

1934/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1934/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1934/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να καταλήξει στην ανωτέρω κατά πλειοψηφία απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η τετράχρονη Π.

Keywords

AI generated
hearing of a parent parental alienation syndrome acknowledgment of a child child pornography age of child placement of a child
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1934 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1934/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 127Α-129/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με κατηγορούμενο τον Π. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρίνο Μπηλιώνη και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Α. του Ε. και 2) Α. Κ. του Α., ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Πανταζή.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …15-2-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127 Α -129/10-7-2013 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία ο κατηγορούμενος Π. Κ. του Ε. κρίθηκε, κατά πλειοψηφία (3-2), αθώος για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση αποπλάνησης παιδιού που δεν έχει συμπληρώσει τα δέκα έτη, έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως (άρθρ.504 παρ.1, 505 παρ.2, 509 παρ.1, 473 παρ.3, 474 παρ.1 του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Επειδή, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 127 Α -129/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου κήρυξε κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο Π. Κ. του Ε., κάτοικο ..., αθώο του ότι: "Στο ... του νομού Αργολίδος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου 2006 έως και 28.12.2007 ενήργησε με περισσότερες μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ασελγείς πράξεις με πρόσωπο νεότερο από δέκα (10) ετών. Συγκεκριμένα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εντός του παιδικού σταθμού με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ..., ιδιοκτησίας του, με περισσότερες μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ο αριθμός των οποίων δεν εξακριβώθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αφού πήγαινε σε γραφείο του ως άνω οικήματος με την ανήλικη Π. Κ. του Α., γεννηθείσα στις 4.3.2004 και ως εκ τούτου ηλικίας κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 2 ετών και 6 μηνών και 3 ετών και 9 μηνών περίπου, της σήκωνε τη μπλούζα μέχρι επάνω, της κατέβαζε τη φούστα, το καλσόν και το εσώρουχό της και την θώπευε στην περιοχή του αιδοίου φιλώντας αυτή ταυτοχρόνως στο πρόσωπό της. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό ο Π. Κ. προσέβαλε σοβαρά το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της ανήλικης παθούσας Π. Κ. επιδιώκοντας να διεγείρει και να ικανοποιήσει την γενετήσια ορμή του".

Για να καταλήξει στην ανωτέρω κατά πλειοψηφία απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η τετράχρονη Π.

Κ. από το Σεπτέμβριο 2006 έως τον Ιούνιο 2007 παρακολούθησε για πρώτη χρονιά τον παιδικό σταθμό "..." ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου και του αδελφού του Ανδρέα. Από τον Ιούνιο, που διέκοψε τον σταθμό, παρέμεινε στο σπίτι της, μαζί με τους γονείς της, που απέκτησαν στις 25-6-2007 το δεύτερο παιδί τους, ξαναπήγε δε στον παιδικό σταθμό τον Σεπτέμβριο 2007.

Απ’ τις 15-10-2007 η τετράχρονη άρχισε να διαμαρτύρεται και να κλαίει όταν το πρωΐ την πήγαινε στο παιδικό σταθμό η μητέρα της, και μάλιστα ενώ είχε ένα ολόκληρο χρόνο σταματήσει να ουρεί ξανάρχισε, τότε και πάλι και συνέχισε έτσι, - με μία μόνο διακοπή 10 ημερών, περί τα μέσα Νοέμβρη 2007, που ήταν άρρωστη, και κάθισε στο σπίτι -, μέχρι τα Χριστούγεννα που έκλεισε ο σταθμός.

Οι γονείς θορυβημένοι από αυτή την άρνησή του παιδιού τους ρώτησαν και οι δύο τους υπεύθυνους του παιδικού σταθμού και συγκεκριμένα η μητέρα ρώτησε την μία απ’ τις δύο νηπιαγωγούς του τμήματός της γιατί δεν θέλει να πάει στο σχολείο και αυτή της απάντησε μόνο για ένα περιστατικό που ένα παιδάκι της είχε δαγκώσει το χέρι και ότι κατά τα άλλα στον σταθμό το παιδί ήταν μία χαρά.

Επίσης και ο πατέρας ρώτησε τον ίδιο τον κατηγορούμενο, που έπαιρνε καθημερινά ψωμί απ’ το κατάστημα (φούρνο) του πατέρα του και αυτός του απάντησε πως προφανώς ζηλεύει που το μωρό κάθεται πίσω στο σπίτι με την μαμά τους ή την γιαγιά. Πολλά πρωινά ή και μεσημεριανά, που οι γονείς παρέδιδαν ή παραλάμβαναν το παιδί τους απ’ τον παιδικό σταθμό, έβλεπαν στην είσοδο του σταθμού και τον κατηγορούμενο, χωρίς, όμως, να έχει υποπέσει στην αντίληψή τους κάποια αντίδραση του παιδιού τους σχετικά με αυτόν.

Μετά τα Χριστούγεννα και αφού μία φίλη της μητέρας της είπε ότι μπορεί κάτι να είχε γίνει στον παιδικό και το παιδί γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει, μαζί με τον άντρα της αποφάσισαν να μην ξαναπάει στον παιδικό σταθμό και να την αφήσουν στην γιαγιά, (μητέρα του πατέρα), που την είχε μεγαλώσει κρατώντας την στο σπίτι της, που είναι στο ίδιο κτίριο και να προσπαθήσει να μάθει τι συνέβαινε, παρόλο που διέκοψαν τον συγκεκριμένο παιδικό σταθμό και κατέβαλαν κάθε οφειλή τους.

Η γιαγιά (μάρτυς Π. Κ.) αρχικά τη ρώτησε εάν τσακώνεται με κάποιους συμμαθητές της ή εάν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με τις δασκάλες της και η 4χρονη της απάντησε αρνητικά. Την ρώτησε αν βαριέται να ξυπνήσει και επίσης της απάντησε αρνητικά. Η γιαγιά, όμως, επέμενε λέγοντάς της "παίξε, εγώ θα σε περιμένω να μου πεις την αλήθεια".

Αφού της επανέλαβε πολλές φορές τις ανωτέρω ερωτήσεις, με αρνητικό αποτέλεσμα, είπε στην εγγονή της "είμαι πολύ στενοχωρημένη γιατί δεν πας σχολείο, και θα σε περιμένω να μου πεις την αλήθεια". Η Π. τότε, αφού πέρασαν λίγα λεπτά παραμένοντας σιωπηλή, πήγε στην γιαγιά της και κοιτώντας την -όπως καταθέτει σχετικά στην από 26-2-2008 ανακριτική κατάθεση της τελευταίας αποσπάσματα της οποίας ανεγνώσθησαν κατά την εξέταση του τεχνικού συμβούλου της οικογένειας, Α.

Β.- της είπε ότι ένας κακός άνθρωπος, που είναι στον παιδικό σταθμό, χωρίς να ξέρει το όνομά του, την πήρε, της κατέβασε το βρακάκι και της έπιασε το "παπάκι" της, εννοώντας το "πουλάκι", καθότι έτσι της είχαν μάθει απ’ το σπίτι να το λέει. Ολοκληρώνοντας τις ερωτήσεις της η γιαγιά προς το παιδί, της ζήτησε να της πει αν αυτό το πράγμα ο εν λόγω άνθρωπος το είχε κάνει και σε άλλα παιδάκια που πήγαιναν στον παιδικό σταθμό και αυτή της απάντησε θετικά, αναφέροντας τα ονόματα δύο κοριτσιών του τμήματός της, της Μ.

και Μ.. Την ημέρα εκείνη (3-1-2008) η γιαγιά δεν ανέφερε τίποτα στο γιο και τη νύφη της και την άλλη ημέρα, τους είπε τα παραπάνω μόλις επέστρεψαν στο σπίτι, οπότε αυτοί πήγαν στην Ασφάλεια, είπαν ότι 3 άντρες είναι στο χώρο του παιδικού σταθμού και ότι ο ένας από αυτούς ο Ανδρέας πηγαίνει σπάνια στο σταθμό, ο οδηγός του αυτοκινήτου, που δεν μπαίνει στον παιδικό και ο κατηγορούμενος.

Η Ασφάλεια τους έδωσε σε φωτοτυπία φωτογραφίες απ’ τις αστυνομικές τους ταυτότητες, που η γιαγιά της έβαλε στο οικογενειακό άλμπουμ και, δείχνοντάς το στην εγγονή της, μόλις αυτή έφτασε, ξεφυλλίζοντας, στις δύο φωτογραφίες, πήρε στα χέρια της τη φωτογραφία του κατηγορουμένου και της είπε "γιαγιά αυτός είναι που μου πειράζει το παπάκι μου", θέλοντας μάλιστα, να την κρατήσει για να την δείξει στον μπαμπά της.

Η Π., εξεταζόμενη στη συνέχεια απ’ την μητέρα της, Α. Α., της είπε ότι ο κατηγορούμενος την έπαιρνε να την πάει κάτω για να τηλεφωνήσει στην μανούλα και την πήγαινε στο γραφείο, της σήκωνε την μπλούζα, της κατέβαζε την φούστα, το καλσόν, το βρακάκι και έβαζε το δάκτυλό του στο "παπάκι" της, ότι και σε άλλα παιδιά το έκανε και ότι ξεκίναγε πάντα από την Μ.

και κατέληγε πάντα στην Μ.. Μετά τα παραπάνω, η Π., αφού ρωτήθηκε το Σάββατο το πρωΐ, στον φούρνο του παππού της, παρουσία της μητέρας και της γιαγιάς της, απ’ την αστυνομικό που είχε σταλεί απ’ την Ασφάλεια για να της δείξει τις δύο φωτογραφίες, και της είπε και αυτής ότι ένας κύριος της έπιασε το "παπάκι" κάνοντάς της και αναπαράσταση, της έδειξε, στις δύο φωτογραφίες που κρατούσε, αυτήν του κατηγορουμένου και πήρε μάλιστα την φωτογραφία το παιδί και την πήγε στον μπαμπά της, που ήταν σε διπλανό χώρο του φούρνου.

Μετά και την παραπάνω εξέταση οι γονείς, την ίδια εβδομάδα, παραπέμφθηκαν στην Παιδοψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου "..." για να διενεργηθεί κατόπιν Εισαγγελικής εντολής, παιδοψυχιατρική εκτίμηση της ανήλικης, στα πλαίσια της προανάκρισης, οπότε έγιναν στην ανήλικη πέντε (5) συνεδρίες μέσα στην εβδομάδα (βλ.

το σχετικό έγγραφο για τις 7, 8, 9,10 και 11-1-2008) πέραν αυτών των γονέων και ακολούθως δύο ανά εβδομάδα, απ’ την Αναπληρώτρια Διευθύντρια Β. Χ.. Η τελευταία στην από 27-2-2008 παιδοψυχιατρική της έκθεση αναφέρει ότι τα στοιχεία απ’ τη γνωμάτευση, τα οποία συνηγορούν υπέρ της σεξουαλικής παρενόχλησης ανηλίκου είναι ότι πρόκειται περί ανηλίκου με φυσιολογική ανάπτυξη που δεν παρουσιάζει προβλήματα ή παθολογία με τους γονείς του, και που παρουσίασε: 1) άρνηση για το σχολικό πλαίσιο, εκνευρισμό, προβλήματα στον ύπνο και παλινδρόμηση στον έλεγχο των σφιγκτήρων κύστης (ενούρηση), 2) τόσο στο συμβολικό παιχνίδι, όσο και στις ζωγραφιές της αναφέρεται σε εμπειρίες σεξουαλικού περιεχομένου, που στη συνέχεια τις αναφέρει σαν "μυστικό" που δεν πρέπει να το μάθουν γιατί φοβάται κάποιον κύριο απ’ το σχολικό περιβάλλον, 3) οι περιγραφές και το περιεχόμενο του παιχνιδιού δεν παρουσιάζουν αντιφάσεις 4) το συναίσθημα του παιδιού και οι ψυχολογικές αντιδράσεις είναι σύντονες με το περιεχόμενο του λόγου και του περιεχομένου του παιχνιδιού και των σχεδίων ζωγραφικής, γεγονός που παραπέμπει σε εμπειρίες αναβίωσης της εμπειρίας του.

Εν συνεχεία της έκθεσης αυτής συντάχθηκε η από 13-11-2008 γνωμάτευση της ίδιας ότι η ανήλικη παρουσίαζε συμπτωματολογία άγχους και παλινδρόμησης συμπεριφοράς στα πλαίσια πιθανής σεξουαλικής παρενόχλησης από ενήλικα, με συνύπαρξη προβλημάτων στο φωνολογικό σύστημα (ομιλία) και ότι προτάθηκε στους γονείς και συνέχισε τακτική και σταθερή ψυχοθεραπεία.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα και ειδικότερα: 1) απ’ το γεγονός ότι τα συμπτώματα της παλινδρόμησης και η άρνηση του παιδιού για το σχολείο εμφανίστηκε 1,5 μήνα αφότου άρχισε να πηγαίνει για δεύτερη χρόνια στον παιδικό σταθμό, οπότε είχε γεννηθεί το αδελφάκι του και αποχωρίστηκε απ’ τις αρχές Σεπτέμβρη 2007, την μητέρα και ιδιαίτερα την γιαγιά του,- η οποία την είχε μαζί της (μένουν πάνω-κάτω) σ’ όλο το διάστημα της άδειας λοχείας της μητέρας της και πήγαινε στο σπίτι της μόνο για να κοιμηθεί-, και η οποία (γιαγιά) άρχισε αυτή, πλέον να φροντίζει το μωρό, μόλις η νύφη της επέστρεψε στις 28-10-2007 στην εργασία της, 2) το ότι σημειώθηκαν εκδηλώσεις ενούρησης απ’ τον Νοέμβριο 2007, 3) απ’ τον πιεστικό τρόπο εξέτασης του παιδιού απ’ τη γιαγιά με την επανάληψη πολλές φορές των σχετικών ερωτήσεων και με τον ψυχικό "εκβιασμό" στο παιδί να της πει την "αλήθεια" γιατί αλλιώς θα είναι στενοχωρημένη, 4) απ’ το γεγονός ότι η γιαγιά δεν τα είπε αυτά αμέσως την ίδια ημέρα στους γονείς αλλά το σκέφτηκε, προβληματιζόμενη, προφανώς, για το ανεπηρέαστο των λόγων του παιδιού, 5) το γεγονός ότι το παιδί αναφέρεται σε συμβάν, που της το είχαν μάθει απ’ το σπίτι, δηλαδή ότι δεν πρέπει να της κατεβάζουν το βρακάκι γιατί είναι κακό καθώς και απ’ το ότι αναφέρεται σ’ έναν "κύριο" χωρίς να ονομάζει τον κατηγορούμενο, μολονότι τον ήξερε σαν "κ.

Π." ή "κ. Τ.", όπως και όλα τα παιδιά στον παιδικό σταθμό, που τον ήξεραν με το όνομά του, όπως οι νηπιαγωγοί καταθέτουν, 6) το ότι το γραφείο, όπου φέρεται ότι την κατέβαζε την ανήλικη ο κατηγορούμενος, βρίσκεται δεξιά της εισόδου, έχει πόρτα που δεν κλειδώνει, βρίσκεται δίπλα στις μαγείρισσες και καθαρίστριες και δεν θα μπορούσε υπό αυτές τις συνθήκες να κάνει ο κατηγορούμενος όλη τη διαδικασία που περιγράφει η ανήλικη (σήκωμα μπλούζας, κατέβασμα φούστας, κατέβασμα καλσόν, κατέβασμα εσώρουχου και παρενόχληση), χωρίς να είναι ασφαλής ο χώρος απ’ την πιθανή είσοδο, είτε του υπηρετικού προσωπικού, είτε κάποιας απ’ τις 10 νηπιαγωγούς του παιδικού σταθμού, δεδομένου ότι εκεί ήταν και το τηλέφωνο και το φωτοτυπικό, που χρησιμοποιούσαν για την προετοιμασία του εκπαιδευτικού υλικού που έδιναν στα παιδιά, 7) το ότι οι νηπιαγωγοί της ανήλικης (δύο ανά τμήμα) δεν αντελήφθησαν ποτέ να παίρνει ο κατηγορούμενος τα παιδιά απ’ την αίθουσά τους για να τα κατεβάσει κάτω στο γραφείο με σειρά, το ένα μετά το άλλο, πράγμα που σίγουρα θα το παρατηρούσαν και θα το έλεγχαν, καθόσον είχαν ευθύνη για τα παιδιά αυτά, 8) το γεγονός ότι αφού ακούστηκε αυτή η καταγγελία και οι γονείς της Μ.

και οι γονείς της Μ. αλλά και συγγενείς των γονέων της ανήλικης δεν διέκοψαν την φοίτηση των ιδίας ηλικίας με την Π., παιδιών τους, 9) το γεγονός ότι η νηπιαγωγός Ν. Β. διέψευσε κατηγορηματικά το αναφερόμενο απ’ την ανήλικη ότι της είπε ότι ο κατηγορούμενος της έβαλε το χέρι του στο "παπάκι" της και ότι αυτή της απάντησε πως θα τον βάλει τιμωρία στο σκαμνάκι, 10) το γεγονός ότι η ανήλικη και στον καινούργιο παιδικό σταθμό που πήγε μετά από λίγο διάστημα, συνέχισε να κλαίει, μολονότι είχε διαχειριστεί το άγχος που είχε με τις συνεχόμενες συνεδρίες ψυχοθεραπείας και τέλος απ’ το γεγονός ότι δεν έγινε παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αλλά μία εκτίμηση, χωρίς να καταγραφούν απ’ την διενεργήσασα αυτήν παιδοψυχίατρο, οι δηλώσεις του παιδιού, όπως απαιτείται, ώστε να είναι στη διάθεση και του ενεργούντος την πραγματογνωμοσύνη να βγάλει το συμπέρασμα αλλά και του Δικαστηρίου να κρίνει, απ’ τα διαλαμβανόμενα στην σχετική έκθεση καταγραφής, λόγια και έργα του εξεταζόμενου ανήλικου, ώστε να αποφανθεί επί της κατηγορίας, (βλ.

καταθ. Τεχνικού συμβούλου πολιτικώς εναγόντων Α. Β. "....αν έκανα πραγματογνωμοσύνη θα κατέγραφα τις δηλώσεις του παιδιού και όταν κάνω πραγματογνωμοσύνη κάνω μαγνητοφωνήσεις και τα καταγράφω και στο τέλος βγάζω συμπεράσματα...."), το Δικαστήριο κρίνει, κατά την άποψή της πλειοψηφίας (Κ. Π., Γ. Μ., Μ. Π.) ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το αν τέλεσε ο κατηγορούμενος την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη και ότι δεν επηρεάστηκε η συμπεριφορά της ανήλικης απ’ τον ερχομό του νέου μέλους της οικογένειας και ανέφερε τα παραπάνω στην γιαγιά της υπό την ασυνείδητη καθοδήγησή της να της πει οπωσδήποτε μία "αλήθεια", που δεν ήταν η ενδεικνυόμενη επιστημονικά μέθοδος για εξέταση των όσων θεμάτων απασχολούσαν την ανήλικη και πρέπει κατόπιν τούτου κατά την άποψη της παραπάνω πλειοψηφίας να κηρυχθεί αθώος".

Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την αθωωτική για τον κατηγορούμενο Π. Κ. κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση αποπλάνησης παιδιού που δεν έχει συμπληρώσει τα δέκα έτη, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Εφετείο με ειδικότερες αναφορές τόσο στις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του όσο και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και μετά από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων, αιτιολογεί επαρκώς τους λόγους που στηρίζουν την κρίση του περί υπάρξεως αμφιβολιών ως προς το αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα Εισαγγελέα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης που προαναφέρθηκαν, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση στο ακροατήριό του της μάρτυρα Β. Χ., διευθύντριας στην Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου ... "...", στις από 27-2-2008 και 13-11-2008 παιδοψυχιατρική έκθεση και γνωμάτευση αντίστοιχα της οποίας (μάρτυρα) ειδικότερα το Δικαστήριο αναφέρεται, ενώ με την περαιτέρω στο σκεπτικό αναφορά στο γεγονός ότι δεν έλαβε χώρα "παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αλλά μία εκτίμηση χωρίς να καταγραφούν, από τη διενεργήσασα αυτήν παιδοψυχίατρο, οι δηλώσεις του παιδιού, όπως απαιτείται, ώστε να είναι στη διάθεση και του ενεργούντος την πραγματογνωμοσύνη να βγάλει το συμπέρασμα αλλά και του Δικαστηρίου να κρίνει, απ’ τα διαλαμβανόμενα στην σχετική έκθεση καταγραφής, λόγια και έργα του εξεταζόμενου ανηλίκου, ώστε να αποφανθεί επί της κατηγορίας...." αιτιολογείται επαρκώς γιατί η κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα δεν κρίθηκε ικανή να στηρίξει την ενοχή του κατηγορουμένου.

Εξάλλου, το γεγονός ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης δεν γίνεται μνεία στο από 15-1-2008 έγγραφο της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής του άνω Νοσοκομείου, το οποίο υπογράφεται από την ανωτέρω Β. Χ., δεν σημαίνει ότι το έγγραφο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, ενόψει μάλιστα του ότι, ως ήδη ειπώθηκε, γίνεται ειδική αναφορά στις, επακολουθήσασες του εγγράφου αυτού, από 27-2-2008 και 13-11-2008 έκθεση και γνωμάτευση της ιδίας αντίστοιχα, που, ως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπησή τους, δεν διαφέρουν κατά το περιεχόμενό τους του ανωτέρω εγγράφου.

Μάλιστα στην από 27-2-2008 παιδοψυχιατρική έκθεση της ως άνω Β. Χ., στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό, παρατίθεται το αναφερόμενο στο από 15-1-2008 έγγραφο της ιδίας συμπέρασμα της αρχικής παιδοψυχιατρικής εξέτασης της ανηλίκου, σύμφωνα με το οποίο "προέκυψαν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της σεξουαλικής παρενόχλησης του παιδιού από άτομο εκτός οικογένειας (επισυνάπτεται η παιδοψυχιατρική γνωμάτευση)".

Ωσαύτως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω απαλλακτική λόγω αμφιβολιών για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτά της υπ’ αριθμ. ... ποινικής δικογραφίας κατά του Α. Χ. καθώς και το από 31-3-2008 υπόμνημα αυτού, το γεγονός δε ότι δεν γίνεται ειδική μνεία σ’ αυτά δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν.

Περαιτέρω, με τις ειδικότερες υπό στοιχεία 3, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 προαναφερθείσες παραδοχές στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα γιατί οι καταθέσεις των μαρτύρων Α. Κ., Α. Α., Π. Κ. και Γ. Σ. ότι η ανήλικη αναγνώρισε σε φωτογραφία τον κατηγορούμενο και ότι τους ανέφερε τις σε βάρος της πράξεις του ενώ έκανε αναπαράσταση αυτών στην τελευταία, δεν ήσαν ικανές προκειμένου το Δικαστήριο να πεισθεί για την ενοχή του κατηγορουμένου, ενώ, αναφορικά με την υπό στοιχ. 8 ως άνω παραδοχή σύμφωνα με την οποία "...αφού ακούστηκε αυτή η καταγγελία και οι γονείς της Μ.

και οι γονείς της Μ. αλλά και συγγενείς των γονέων της ανήλικης δεν διέκοψαν την φοίτηση των ιδίας ηλικίας με την Π. παιδιών τους", για την πληρότητα αυτής και προκειμένου να είναι ικανή να στηρίξει αμφιβολίες περί της ενοχής του κατηγορουμένου, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται περαιτέρω ότι έγινε κάποιος σχετικός έλεγχος στα ανήλικα αυτά.

Τέλος, με τις παραδοχές ότι η ασυνείδητη καθοδήγηση της ανήλικης από τη γιαγιά της να της πει οπωσδήποτε μία ‘ αλήθεια’ , δεν ήταν η ενδεικνυόμενη επιστημονική μέθοδος για εξέταση των όσων θεμάτων απασχολούσαν την ανήλικη, αιτιολογείται επαρκώς γιατί οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι α) "από τον πιεστικό τρόπο εξέτασης του παιδιού απ’ τη γιαγιά με την επανάληψη πολλές φορές των σχετικών ερωτήσεων και με τον ψυχικό "εκβιασμό" στο παιδί να της πει την "αλήθεια" γιατί αλλιώς θα είναι στενοχωρημένη" και β) "το γεγονός ότι το παιδί αναφέρεται σε συμβάν, που της το είχαν μάθει απ’ το σπίτι, δηλαδή ότι δεν πρέπει να της κατεβάζουν το βρακάκι γιατί είναι κακό.." ήσαν ικανές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών παραδοχών του σκεπτικού, ως ανωτέρω εκτέθηκαν, να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση του περί αμφιβολιών για το αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται.

Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την αιτίαση ότι, η στηρίζουσα το απαλλακτικό πόρισμα του Δικαστηρίου, προαναφερθείσα αιτιολογία δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ οι λοιπές εκτιθέμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορριπτομένης, μετά ταύτα, της κρινόμενης αίτησης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2016 (αριθ. …16) αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127 Α-129/10-7-2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ