Supreme Court dismisses appeal regarding voluntary employer benefits not constituting contractual wages under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Olympika Real Estate against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their claim that voluntary employer benefits constituted wages under the Civil Code. The court ruled that such benefits, given without legal obligation or mutual intent, do not create binding wage obligations and can be revoked unilaterally. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 1 of the International Labour Convention on Wages: Voluntary employer benefits provided without legal obligation or mutual intent do not constitute wages and cannot be transformed into binding contractual obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1934 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1934/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υποκαθίσταται στη θέση της τέως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4 και 5) Ψ5. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5670/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 7-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμά να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. 'Ετσι στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβάση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής συμβάσεως, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρον 382, 335, 338 και 336 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως είναι και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τα οποία οι συμβάσεις, όπως είναι και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να βρεθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όταν η δήλωση βουλήσεώς τους δεν είναι σαφής, αλλά παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία.
Επομένως, αν αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι με αυτήν παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι ερμηνευτικοί κανόνες εξαιτίας είτε εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τους, είτε παραλείψεων προσφυγής σ' αυτούς, πρέπει να προκύπτει από την εν λόγω απόφαση και ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων και, κατόπιν τούτου, αντίστοιχα, είτε προσέφυγε είτε δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ:
Η αρχικώς εναγομένη-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε." (στο εξής αποκαλούμενη, χάριν συντομίας, "ανώνυμη εταιρεία"), στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 89 παρ. 2 ν. 3606/2007), στα πλαίσια της ασκήσεως των δραστηριοτήτων της και προς επίτευξη του σκοπού της, που ήταν η οργάνωση και τέλεση των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων του έτους 2004 στην Αθήνα, προέβαινε στην πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού από 1) τον ιδιωτικό τομέα, 2) τους ανέργους απασχολούμενους σε προγράμματα του ΟΑΕΔ, 3) τους Έλληνες του εξωτερικού, 4) υπαλλήλους του δημόσιου τομέα με απόσπαση και 5) συνταξιούχους του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα.
Οι αναιρεσίβλητοι, που είναι συνταξιούχοι - απόστρατοι ανώτατοι αξιωματικοί προσλήφθηκαν από την "ανώνυμη εταιρεία" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε διευθυντικές θέσεις και συγκεκριμένα ο πρώτος την 1-9-2000 ως διευθυντής τομέα ασφαλείας, ο δεύτερος την 1-7-2002 ως διευθυντής παρακολούθησης μέτρων ασφαλείας Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων, ο τρίτος στις 16-2-2001 ως διευθυντής τομέα στο γραφείο συντονισμού με τη δημόσια διοίκηση, ο τέταρτος στις 3-7-2001 ως διευθυντής τομέα ασφαλείας διεθνούς συνεργασίας και ο πέμπτος την 1-12-2002 ως στέλεχος διεύθυνσης Ιατρικών Υπηρεσιών.
Οι συμβάσεις τους έληξαν στις 31-12-2004, πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, του οποίου η σύμβαση έληξε στις 30-9-2004 και στη συνέχεια ανανεώθηκε μέχρι 30-11-2004. Η "ανώνυμη εταιρεία", θέλοντας να προσελκύσει αξιόλογα και ικανά στελέχη για τη στελέχωσή της από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αλλά και να εξασφαλίσει την παραμονή τους μέχρι τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτός από τις υψηλές σε σχέση με την ελληνική αγορά αποδοχές, αποφάσισε ως πρόσθετη παροχή προς το προσωπικό της, με την 144(69)13-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της συμβουλίου την κατάρτιση Προγράμματος Ευδόκιμης Αποχώρησης του προσωπικού της, με την καταβολή ενός εφάπαξ ποσού στους υπαλλήλους της για την επιτυχή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων και την αντιμετώπιση των αναγκών των υπαλλήλων μέχρι την εύρεση εργασίας, με σκοπό τη διατήρηση του προσωπικού έως 30-9-2004.
Η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε με το 50643/26-9-2002 ομαδικό ασφαλιστήριο διαχειρίσεως κεφαλαίου συνταξιοδοτικών παροχών, που συνήψε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΑLICO", υπέρ του προσωπικού της, ανέλαβε δε αυτή ("ανώνυμη εταιρεία") την καταβολή του ασφαλίστρου και η ομαδική αυτή ασφάλιση αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, μόνη δε προϋπόθεση για τη λήψη της προβλεπόμενης παροχής ήταν η παραμονή αυτών στην υπηρεσία της "ανώνυμης εταιρείας" μέχρι την ολοκλήρωση της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Στο άρθρο 4.1 του συμβολαίου προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της ασφαλιστικής αυτής παροχής, καθώς και ότι τα μέλη που έχουν αποσπαστεί στην "ανώνυμη εταιρεία" από φορείς του δημόσιου τομέα βάσει του Ν. 2598/1998 δικαιούνται το 50% αυτής (ασφαλιστικής παροχής). Στο άρθρο 3 του εν λόγω ομαδικού ασφαλιστηρίου και στο άρθρο 7 παρ. 2 του παραρτήματος Ι αυτού ορίστηκε ότι τυχόν τροποποίηση του Προγράμματος δεν μπορεί:
α) να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος, δηλαδή την παροχή συνταξιοδοτικών παροχών στα μέλη, β) να μειώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των μελών και ότι γ) το ασφαλιστήριο μπορεί να τροποποιηθεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και ως προς οποιαδήποτε από τις διατάξεις του αλλά μετά από γραπτή συμφωνία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και της "ανώνυμης εταιρείας" και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των μελών.
Καμία τροποποίηση δεν θα είναι έγκυρη εκτός αν αποδεικνύεται από σχετική πρόσθετη πράξη. Τροποποιήσεις του ασφαλιστηρίου δεν θα επηρεάζουν τυχόν δικαιώματα των μελών που έχουν θεμελιωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων αυτών, σε κάθε δε περίπτωση ο αντισυμβαλλόμενος ("ανώνυμη εταιρεία") θα ειδοποιεί γραπτώς τα μέλη για τη σχετική τροποποίηση, η οποία θα είναι δεσμευτική για τα μέλη.
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής παροχής προς τους αναιρεσιβλήτους, που ήταν όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, δόθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που έχει ο εργαζόμενος μέχρι να συμπληρωθούν οι τασσόμενες από τη σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεις για τη δυνατότητα είσπραξης του εφάπαξ ποσού, η δε "ανώνυμη εταιρεία" ουδεμία επιφύλαξη ανάκλησης της παροχής διατήρησε, ενώ οποιαδήποτε τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει γραπτώς και σε περίπτωση τροποποίησης δεν θα μπορούσαν να μειωθούν τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων μελών να λάβουν το πλήρες ποσό της παροχής.
Η "ανώνυμη εταιρεία" όμως με την 310/5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της αποφάσισε τον περιορισμό της εφάπαξ παροχής κατά το ήμισυ και για τους συνταξιούχους, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι αναιρεσίβλητοι, κατά παράβαση των πιο πάνω όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι, εφόσον η επίδικη ασφαλιστική παροχή έχει, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτήρα μισθολογικής παροχής και όχι οικειοθελούς τοιαύτης ελευθέρως ανακλητής από την "ανώνυμη εταιρεία", η εκ των υστέρων ακύρωση της νόμιμης προσδοκίας των αναιρεσιβλήτων για την είσπραξη αυτής συνιστά βλαπτική μεταβολή των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, την οποία (βλαπτική μεταβολή) αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν αποδέχθηκαν.
Όσα ορίζονται στο άρθρο 3 των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, πλην του πρώτου, ότι οι επί πλέον παροχές δεν συνιστούν μισθό αλλά δίνονται για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών και την πιο εύρυθμη λειτουργία της "ανώνυμης εταιρείας" δεν αναιρούν το χαρακτήρα της ασφαλιστικής παροχής ως μισθολογικής, εφόσον το εν λόγω άρθρο δεν αναφέρεται στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αλλά σε τακτικές επαναλαμβανόμενες αποδοχές κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας και όχι μετά τη λήξη της, όπως η επίδικη ασφαλιστική παροχή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 824/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 3-3-2005 αγωγή αυτών για επιδίκαση σε κάθε έναν από αυτούς της από την ως άνω αιτία οφειλόμενης αποζημιώσεως, εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, υστέρα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την εν λόγω αγωγή, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή διαλαμβανόμενα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Όχι μόνο δεν παραβίασε τις λοιπές ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τις οποίες δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο οποιαδήποτε αιτίαση για παραβίασή τους, αλλά δεν παραβίασε ούτε και τους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Ειδικώς δε αναφορικά με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε παραβίαση αυτών, αφού το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις αυτές, ούτε καν εμμέσως δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ή ασάφειας ως προς τη βούληση των διαδίκων μερών ή κενού των δικαιοπραξιών ακόμη και αναφορικά και με το άρθρο 3 των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, πλην του πρώτου από αυτούς, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχτηκε ότι τα όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό δεν αναιρούν το χαρακτήρα της ένδικης ασφαλιστικής παροχής ως μισθολογικής, εφόσον το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται στο εδώ ενδιαφέρον συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, αλλά και αναφορικά με το τμήμα των εν λόγω συμβάσεων εργασίας που αφορά την υποχρέωση καταβολής της ως άνω ένδικης ασφαλιστικής παροχής με βάση όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, η οποία (παροχή) συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, έχοντας έτσι το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνεπώς δεν είχε το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής δυνάμενης έτσι να ανακληθεί οποτεδήποτε ελευθέρως, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Έτσι δεν χρειάστηκε (το Εφετείο) να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η προαναφερόμενη συμφωνημένη εφάπαξ πρόσθετη ασφαλιστική παροχή αποτελούσε αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από τους αναιρεσιβλήτους εργασία και ως εκ τούτου αποτελούσε μισθό και πλήρεις και σαφείς είναι.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, που αναφέρεται στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των ορών της υπαλληλικής συμβάσεως, και του άρθρου 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955.
Ενόψει αυτών : 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και 2) οι επίσης ενιαίως κρινόμενοι ίδιοι (1ος και 2ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του όλου ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.
Οι ίδιοι (1ος και 2ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το χαρακτήρα των ως άνω εφάπαξ πρόσθετων παροχών κ.λ.π., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 8 του ν. 1876/1990 ("ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις"), "1.
οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της Χώρας... 2. Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες ου είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος. 3.
Εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη". Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, "αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο.
Η σύγκριση και η επιλογή των διατάξεων γίνεται κατά τις παρακάτω ενότητες : α) ενότητα αποδοχών, β) λοιπά θέματα", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας". Ακόμη, κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, "1, οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2.
Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους...". Εξάλλου, κατά μεν τις διατάξεις του άρθρου 648 παρ. 1 και του άρθρου 653 του ΑΚ ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο ή το συνηθισμένο μισθό, κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 680 ίδιου Κώδικα "οι όροι των επιμέρους συμβάσεων εργασίας, που είναι αντίθετοι με τη συλλογική σύμβαση, είναι άκυροι, εφόσον δεν είναι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο, και στη θέση τους ισχύουν οι όροι της συλλογικής σύμβασης".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνηθεί μισθός ανώτερος από το "συνηθισμένο μισθό" ή από εκείνον που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και, των κάθε φύσεως επιδομάτων ή μισθολογικών παροχών, τα οποία προβλέπονται από κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατά τη συμφωνία καταβλητέο υπέρτερο μισθό, κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται πέραν του συμφωνημένου μισθού άλλη διαφορά μισθού ή άλλο επίδομα, διότι αυτά υπερκαλύπτονται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες, κατά τα συνομολογηθέντα, και εμπεριέχονται.
Αυτό ισχύει όχι μόνον ως προς τα κατά το χρόνο της καταρτίσει της ατομικής συμβάσεως υφιστάμενα επιδόματα, αλλά και για τα μελλοντικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που θεσπίστηκαν μετά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, στην οποία προβλέφθηκε με ιδιαίτερο όρο ο καταλογισμός στο συμφωνημένο υπέρτερο μισθό και των επιδομάτων αυτών για τη περίπτωση της καθιερώσεώς τους στο μέλλον, αφότου και ενεργοποιείται η προσυμφωνηθείσα αιτία της παροχές τους.
Το κύρος δε της συμφωνίας αυτής, εφόσον δεν θίγονται τα από συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση θεσπισμένα ελάχιστα όρια αποδοχών, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Εκτός αν με τη Σ.Σ.Ε. ή τη Δ.Α. ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ορίζεται ότι το με αυτή θεσπιζόμενο επίδομα ή πρόσθετη μισθολογική παροχή θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού.
Εξάλλου, με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 23, που προστέθηκε στο άρθρο 2 του ν. 2598/1998, όπως ισχύει, με το άρθρο 16 παρ. 8 του ν. 2947/2001 ορίστηκε ότι "για το προσωπικό της Οργανωτικής Επιτροπής - Ολυμπιακών Αγώνων -Αθήνα 2004 Α.Ε. επιτρέπεται συμφωνία συμψηφισμού των πάσης φύσεως εργασιακών αξιώσεων με το επιπλέον των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών καταβαλλόμενο ποσό".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ότι η ως άνω αρχικώς εναγομένη και εφεσίβλητη "ανώνυμη εταιρεία" επικουρικά ισχυρίστηκε πρωτόδικα (με δήλωσή της στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της και επανέφερε νόμιμα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της) ότι κατά τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου οι καταβαλλόμενες στους αναιρεσιβλήτους αποδοχές ήταν υπέρτερες των νομίμων κατά 94.390,22 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, 169.133,10 ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, 291.181,64 ευρώ για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, 150.886,70 ευρώ για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο και 23.365,12 ευρώ για τον πέμπτο αναιρεσίβλητο και ότι είχε συμφωνηθεί με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους (άρθρο 3) να συμψηφίζονται με τα ισχύοντα ή μέλλοντα να ισχύσουν επιδόματα, τις πάσης φύσεως πρόσθετες παροχές ή αποζημιώσεις εργασίας όπως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασίες, υπερωρίες, εκτός έδρας και σε κατά νόμο εξαιρετέες ημέρες εργασία.
Τον ισχυρισμό αυτόν της εν λόγω "ανώνυμης εταιρείας" το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τον ως ένσταση από τα άρθρα 361 και 440 επ. του ΑΚ, τον απέρριψε ως μη νόμιμο, επειδή δεν αναφερόταν και ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές θα συμψηφίζονται και με την ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων για εφάπαξ ασφαλιστική παροχή ευδόκιμης αποχωρήσεως (κατ' ακριβολογία θα καταλογίζεται και η παροχή αυτή στο συμφωνημένο υπέρτερο μισθό).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 361 και 440 του ΑΚ. Και αυτό γιατί πράγματι δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προς θεμελίωση του εν λόγω αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού (ενστάσεως) της αρχικώς εναγομένης και εφεσίβλητης "ανώνυμης εταιρείας", εφόσον για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού πράγματι θα έπρεπε να αναφέρεται και ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές των αναιρεσιβλήτων θα συμψηφίζονται και με την ως άνω ένδικη αξίωση αυτών και, κατ' ακριβολογία θα καταλογίζεται και η παροχή αυτή στο συμφωνημένο υπέρτερο μισθό, λαμβανομένου υπόψη ότι ούτε με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση δεν υποστηρίζεται ότι είχε προβληθεί κάτι τέτοιο προς στήριξη της εν λόγω ενστάσεως.
Επομένως ο τρίτος αυτός (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό της αρχικώς εναγομένης-εφεσίβλητης "ανώνυμης εταιρείας" παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 361 και 440 του ΑΚ, δηλαδή λόγoς αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οπό προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον εν λόγω ισχυρισμό παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δηλαδή λόγος αναιρέσεως επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός απορρίφθηκε κατ' ουσίαν κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αφού ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, χωρίς έτσι σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της 1ης σκέψης της παρούσας αποφάσεως εκτίθενται, να υπάρχει στάδιο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
3.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π., είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο με την απόφασή του αυτήν με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ως άνω στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη ένσταση της αρχικώς εναγομένης-εφεσίβλητης "ανώνυμης εταιρείας" παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 440, 173 και 200 του ΑΚ (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απλώς έκρινε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση χωρίς να εισέλθει σε περαιτέρω κατ' ουσίαν ερευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την ένσταση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", ως έχουσας υποκατασταθεί στη θέση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 5670/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ