Legislator Case Law & Legislation
1933/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to contradictory reasoning and lack of factual basis.

Case Number 1933/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final traffic accident verdict, finding it legally flawed. The court identified that the lower court's reasoning was contradictory regarding the point of impact and completely omitted analysis of physical evidence like debris and scratches. Consequently, the judgment was remanded for retrial with a new judge to properly evaluate the facts and assign liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564, 580 of the Code of Civil Procedure; A verdict is void if its reasoning is contradictory or fails to address essential evidence, necessitating remand for retrial.

Keywords

AI generated
traffic accident liability contradictory reasoning omission of evidence remand for retrial Supreme Court appeal fault allocation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 495, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552, paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 553, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 192 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1933 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: K. - M. N. του L., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητρουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1269/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-11-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 9655/1183/8-12-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 5-1-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρα 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 8-12-2021 (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ.3,566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 20/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την από 29-3-2019 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων Δ. Β., ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α.", ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά, λόγω του τραυματισμού του και της ολικής καταστροφής της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη κάτω από τις σ' αυτή περιγραφόμενες συνθήκες, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του Δ.

Β., κατά τη σύγκρουση του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο τελευταίος, ασφαλισμένου για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη αναιρεσίβλητη, με την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων-αναιρεσείων). Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1269/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο ίδιος ο ενάγων.

Επί ασκηθείσας εκ μέρους του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 20/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 681/2021, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους.

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, ο οδηγός του οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κατά την παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3, ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, κατά τις νυκτερινές ώρες, ενώ την αυτή επίσης υποχρέωση έχει και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (Α.Π.867/2024,Α.Π. 681/2021).

Επίσης, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού.

Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Α.Π. 867/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 20/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 17-9-2016 και περί ώρα 23:00 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας τη με αρ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούνταν επί της οδού Δεκελείας στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, με κατεύθυνση από Μεταμόρφωση προς Αθήνα. Η οδός Δεκελείας είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 8,5 μέτρα, ενώ το όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής.

Κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ο τεχνητός φωτισμός επαρκής, η δε ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν. Τα δύο δε ως άνω ρεύματα κυκλοφορίας της οδού αυτής χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο ύψος της συμβολής με την οδό Γ.

Παπανδρέου, ώστε τα οχήματα που κινούνται επί της Δεκελείας να στρίβουν νομίμως ώστε να κατευθυνθούν επί της οδού Γ. Παπανδρέου. Την ίδια χρονική στιγμή, ο Δ. Β. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), κινούνταν στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση.

Φθάνοντας τα ως άνω οχήματα στη διασταύρωση των προαναφερόμενων οδών, ο Δ. Β. προτίθετο να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή σε σχέση με την αρχική του πορεία, προκειμένου να εισέλθει στην οδό Παπανδρέου, ο δε ενάγων ήθελε να συνεχίσει ευθεία την πορεία του. Όταν δε ο Δ. Β. έφτασε στη διασταύρωση των ως άνω οδών, έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εισέλθει στην οδό Γ.

Παπανδρέου, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του και προσεγγίζοντας το κέντρο της ως άνω διασταύρωσης, ακινητοποίησε το όχημά του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που κινούντο, τόσο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όσο και ομόρροπα και όπισθεν αυτού, και αφού αντιλήφθηκε ότι δεν κινείτο άλλο όχημα προς την κατεύθυνση αυτή άρχισε να πραγματοποιεί ελιγμό στα αριστερά, οπότε, ενώ είχε λάβει διαγώνια προς τα αριστερά κατεύθυνση επί του οδοστρώματος και βρισκόταν εν κινήσει, σε απόσταση 1,5 περίπου μέτρου επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας της οδού Δεκελείας, συγκρούστηκε με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, ο οποίος την ίδια χρονική στιγμή, μη αντιληφθείς την αλλαγή κατεύθυνσης που επιχειρούσε ο ως άνω οδηγός, λόγω της υπερβολικής για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα με την οποία κινείτο, που ανερχόταν περί τα 70-80 χλμ/ώρα, ήτοι κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου (50 χλμ/ώρα), και μην έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματός του, γεγονός που του στερούσε τη δυνατότητα άμεσης αντίληψης των οχημάτων έμπροσθεν της πορείας του, δεν πρόλαβε να κάνει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε καν τροχοπέδηση, επερχομένης, έτσι, της σύγκρουσης των δύο πιο πάνω οχημάτων.

Ειδικότερα, το εμπρόσθιον τμήμα του αυτοκινήτου συγκρούστηκε με την εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, στη συνέχεια δε, η μοτοσικλέτα, λόγω της ταχύτητας με την οποία κινείτο, πλαγιολίσθησε στην προσπάθεια του οδηγού της να τροχοπεδήσει, ο οδηγός της εκτινάχθηκε από τη μοτ/τα και κατέληξε σε παρακείμενο πεζοδρόμιο που βρίσκεται στο αριστερό άκρο της οδού Παπανδρέου, σε απόσταση 10μ.

από το σημείο της σύγκρουσης, η δε μοτοσικλέτα που οδηγούσε αφού σύρθηκε στο οδόστρωμα διαγωνίως δεξιά σε σχέση με την αρχική της πορεία, αφήνοντας χαραγή μήκους 3,4μ., ακινητοποιήθηκε προσκρούοντας στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου στο αριστερό άκρο της οδού Παπανδρέου με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος αυτού ήταν ο τραυματισμός του ενάγοντα που υπέστη συντριπτικό κάταγμα ΑΡ κνήμης και κάταγμα πτέρνας καθώς και υλικές ζημιές στη μοτοσικλέτα του. Ο συνιστών τη βάση της αγωγής του ενάγοντος λόγος ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρεία οχήματος, ο οδηγός του οποίου, κινούμενος δίχως να έχει την προσοχή του στην οδήγηση, επιχείρησε αιφνίδια και με αμείωτη ταχύτητα αριστερή στροφή για να εισέλθει στην οδό Γ.

Παπανδρέου, χωρίς προηγουμένως να έχει ανάψει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Δεκελείας τα οποία είχαν προτεραιότητα έναντι αυτού, και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δύναται να στρίψει αριστερά με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο των λοιπών οδηγών, δεν δημιουργεί στο Δικαστήριο την απαιτούμενη για την αποδοχή του δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητάς του.

Τούτο δε ενόψει του ότι: α) ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από καμία κατάθεση μάρτυρα -πλην της προανακριτικής του ενάγοντος-, ενώ ο εξετασθείς ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών μάρτυρας, Ε. Σ., όλα όσα ανέφερε στην ένορκη κατάθεσή του, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τα είχε πληροφορηθεί από τον ενάγοντα μόνο, καθόσον ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης, ενώ ο ενάγων δεν προσκομίζει καμία φωτογραφία της μοτοσικλέτας, μετά το ατύχημα ώστε να προσδιορισθούν οι υλικές ζημίες και να ελεγχθεί εάν έστω τα φώτα πορείας της λειτουργούσαν β) το γεγονός ότι η ταχύτητα του ενάγοντος ήταν κατά πολύ ανώτερη των 50 χλμ/ώρα δύναται να συναχθεί από το γεγονός ότι, μετά τη σύγκρουση, η μοτοσικλέτα σύρθηκε διαγώνια σε σχέση με την αρχική πορεία της περί τα 10μ., αφήνοντας χαραγή από την πλαγιολίσθηση 3,4 μέτρα.

Στην αντίθετη περίπτωση δε, και εφόσον η ταχύτητα του ανωτέρω ήταν κάτω των 50 χλμ/ώρα, θα ηδύνατο αυτός, μόλις αντιλαμβανόταν, έστω καθυστερημένα, το αυτοκίνητο ευρισκόμενο έμπροσθεν της πορείας του, να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό στα δεξιά έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, ή ακόμη και αν επήρχετο αυτή, δεν θα ήταν τόσο σφοδρή και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος στο μέγεθος που επήλθε με την ως άνω σύγκρουση.

Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου, Δ. Β., καθόσον αυτός οδηγούσε έχοντας την προσοχή που όφειλε και μπορούσε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες ως μέσος συνετός οδηγός και, προτιθέμενος να ενεργήσει αλλαγή της πορείας του στα αριστερά για να κατευθυνθεί προς την οδό Παπανδρέου, όταν έφτασε στη διασταύρωση της οδού Δεκελείας και Γ.

Παπανδρέου, μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματος του, καθιστώντας εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας το δείκτη κατεύθυνσης (φλας) και αφού διαπίστωσε ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού και δη αυτών που κινούντο στο αντίθετο με αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρω¬μα κατευθυνόμενος προς την οδό Παπανδρέου, έχοντας εισέλθει κατά 1,5μ.

περίπου στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος, όταν επέπεσε επ' αυτού η δίκυκλη μοτ/τα του τελευταίου, κινούμενη με αυξημένη ταχύτητα και χωρίς να προκύπτει ότι είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του και την πρόκληση υλικών ζημιών στη μοτοσικλέτα του ήταν ο ίδιος ο αναιρεσείων, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 Α.Κ.,12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2,3 και 23 παρ. 2 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με το να δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας και με την παραδοχή αυτή να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί, ομοίως, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της σύγκρουσης είναι ο ίδιος και ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ακολούθως, να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την ειδικότερη αιτίαση ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν υπήχθησαν ορθά ή όχι τα αποδειχθέντα περιστατικά στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου από την αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου (Δ.

Β.), καθώς και με την κατάγνωση αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ίδιου. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος- παθόντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενώ διέλαβε αντιφατικές, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, την οποία, επομένως στέρησε από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε: α) αντιφατική και ασαφή αιτιολογία ως προς τη θέση του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οχήματος πριν τη σύγκρουση, διότι ενώ αρχικά δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, όταν έφτασε στη διασταύρωση των οδών Δεκελείας και Γ. Παπανδρέου, έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εισέλθει από την οδό Δεκελείας στην οδό Γ.

Παπανδρέου, μείωσε την ταχύτητά του οχήματός του και προσεγγίζοντας το κέντρο της διασταύρωσης το ακινητοποίησε, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων, ακολούθως δέχεται ότι, όταν έφτασε στην παραπάνω διασταύρωση μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός του, δηλαδή χωρίς να το ακινητοποιήσει, δημιουργώντας έτσι αμφιβολία για το αν επαρκώς έλεγξε την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στο αντίθετο οδόστρωμα απ' αυτό που επρόκειτο να εγκαταλείψει, ώστε να επιτρέψει τη διέλευση αυτών, πριν πραγματοποιήσει στροφή αριστερά, β) ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν, καθώς και ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου πριν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, έλεγξε την κίνηση των κινούμενων εκεί οχημάτων, ακόμα και αν κατά τις παραδοχές η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσείων δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας και η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ήταν 70-80 χλμ/ώρα, ήτοι ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ώρα, δεν αναφέρει αν ο παραπάνω οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε ή όχι και από ποια απόσταση ή για ποιο λόγο δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος, δοθέντος μάλιστα ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε εισέλθει κατά 1,5 περίπου μέτρο στο ρεύμα πορείας που εκινείτο ο τελευταίος και είχε, κατά τις παραδοχές, ελέγξει και διαπιστώσει ότι μπορούσε να στρίψει αριστερά χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, γ) αντιφατική αιτιολογία, διότι, ενώ δέχεται ότι τα συγκρουσθέντα σημεία των οχημάτων είναι το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και η εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, αντιφατικά αναφέρει ότι η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος επέπεσε επί του αυτοκινήτου και, επίσης, δ) δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία για τα ευρήματα της σύγκρουσης ( θραύσματα, χαραγές κ.λ.π.) και ειδικότερα, σε ποιο σημείο του οδοστρώματος εντοπίζονται αυτά, ζήτημα ουσιώδες για τη διαπίστωση του σημείου της σύγκρουσης, το οποίο ουδόλως προσδιορίζει.

Όλες οι ανωτέρω αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δημιουργούν αμφιβολία για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με 297-298 Α.Κ. και αυτές σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 3, 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε για να καταγνώσει στον αναιρεσείοντα παθόντα αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στις επελθούσες εξ αυτού συνέπειες του τραυματισμού του και των υλικών ζημιών στη μοτοσικλέτα του και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά ουσιαστική παραδοχή των 1ου και 3ου αναιρετικών λόγων εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των, κατά τα ανωτέρω, γενομένων δεκτών 1ου και 3ου αναιρετικών λόγων οδηγούν στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος (Α.Π. 973/2021). Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 192 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 20/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ