Supreme Court dismisses appeal due to mandatory co-litigation failure and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding the easement of way. The appellants failed to include all necessary co-litigants required by law for such property disputes, rendering the appeal procedurally inadmissible. Furthermore, the court rejected their substantive arguments as they concerned factual assessment rather than legal interpretation, which falls outside the scope of appellate review. Consequently, the appeal was dismissed, costs were awarded to the respondents, and the request for restitution was denied.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558(b), 76(4), 560(1b), 561(1), 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if mandatory co-litigants are omitted, and arguments regarding factual assessment do not constitute grounds for appeal under Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1933 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1933/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ψ. του Κ. και της Μ., κατοίκου Μ.- Μ., 2) Π. Ψ. του Κ. και της Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Νταή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Ν. και της Μ., χήρας Λ. Μ., 2) Γ.-Δ. Μ. του Λ. και της Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύλου κατά των ήδη αναιρεσειόντων και του Γ. Μ. του Α..
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ β` του ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ` όλων των ομόδικων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 76 του αυτού ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων, από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1, έχει αποτελέσματα και για τους άλλους.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται, εκ του νόμου, ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, παρόλο που αδράνησαν και, ως εκ τούτου, αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 του ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναίρεσης. Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς όλους, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1829/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 776/2021). [2] Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας αποτελεί και η αγωγή παροχής δουλείας διόδου, όταν μεταξύ του περίκλειστου και του κοινόχρηστου δρόμου παρεμβάλλονται διαδοχικά περισσότερα από ένα ακίνητα, τότε για να είναι σύννομο το αίτημα παροχής της αναγκαίας διόδου πρέπει να ενάγονται ως αναγκαίοι ομόδικοι όλοι οι παρεμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων, είτε από κοινού, είτε με χωριστές αγωγές, οι οποίες όμως στην τελευταία αυτήν περίπτωση αναγκαίως συνεκδικάζονται.
Διαφορετικά υπάρχει αδυναμία διεξαγωγής της δίκης με μερικούς μόνο από αυτούς (ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 935/2003). Μόνη εξαίρεση μπορεί να αποτελέσει η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο ενάγων παραλείπει την εναγωγή ενδιάμεσου ιδιοκτήτη, επειδή με νόμιμο τρόπο έχει εξασφαλίσει το διά μέσου του συγκεκριμένου ακινήτου δικαίωμα διέλευσης, έστω και με τη μορφή περιορισμένης προσωπικής δουλείας (ΑΠ 1453/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, με την από 05-05-2014 αγωγή τους, που άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Πύλου, κατά των αναιρεσειόντων - πρώτης και δεύτερου εναγόμενων καθώς και του Γ. Μ. του Α., αφού εξέθεταν ότι μεταξύ του ακινήτου τους και του παρακείμενου δυτικά του ακινήτου τους αγροτικού δρόμου παρεμβάλλονται τα ακίνητα των εναγόμενων και ότι η υφιστάμενη, από εδαφική λωρίδα, πλάτους 0,50 - 0,52 μέτρων, πραγματική δουλεία, που διέρχεται στο άκρο της όμορης ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου (Γ.
Μ.), κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με πράξεις οιονεί νομής δουλείας, για περισσότερα από είκοσι έτη, είναι ανεπαρκής για την εξυπηρέτηση του ακινήτου τους, με αναγκαία διέλευση τροχοφόρων οχημάτων, ζητούσαν να τους παραχωρηθούν οι αιτούμενες και προσδιοριζόμενες εδαφικές λωρίδες από το ακίνητο των δύο πρώτων εναγόμενων - αναιρεσειόντων και το ακίνητο του τρίτου εναγόμενου, με (σύσταση) διαπλάτυνσης της ήδη υπάρχουσας διόδου σε βάρος της ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου και (με σύσταση) σε βάρος της ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγόντων έναντι των αντίστοιχων αποζημιώσεων.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. ..2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύλου, και μετά την από 14-12-2017 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε, αντιμωλία όλων των διαδίκων, η ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο με την οποία έγινε η έφεση δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ενώ ο τρίτος εναγόμενος διάδικος, κατ' αντιμωλία, στην έκκλητη δίκη, Γ. Μ. του Α., αναγκαίος ομόδικος των εναγόμενων - εφεσιβλήτων - ήδη αναιρεσειόντων δεν άσκησε δική του αίτηση αναίρεσης. Παρότι, όμως, ο τελευταίος δεν άσκησε (δική του) αναίρεση, θεωρείται, εκ του νόμου, ότι την άσκησε και αυτός, αφού συνδέεται με τους συνεναγόμενους του στην ένδικη αγωγή, παροχής δουλείας διόδου, με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.
Επομένως, ο αναγκαίος ομόδικος των ήδη αναιρεσειόντων, έπρεπε να κληθεί στην παρούσα συζήτηση της ένδικης αίτησης. Από τη με αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της της ένδικης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής, για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (20-03-2024), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ως άνω αναγκαίο ομόδικό τους.
Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, και η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός ο διάδικος παρών, θεωρούμενος ότι αντιπροσωπεύεται από τους παριστάμενους αναγκαίους ομόδικους - αναιρεσείοντες.
Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει, ότι οι πραγματικές δουλείες, με βάση τις οποίες αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, συνιστώνται και με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση της οποίας απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή, όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος, και κατεύθυνση της θέλησης αυτής σε ξένο πράγμα, ενώ προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ` άρθρο 1051 ΑΚ επί καθολικής και ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 587/2021, ΑΠ 431/2017, ΑΠ 759/2017).
[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης και κατά τη διάταξη του άρθρου 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) Ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου, β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων.
Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, όπως και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά σύμφωνα με τις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, τον προορισμό και τη θέση ή περιοχή τούτου με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 1843/2022, ΑΠ 442/2021), χωρίς το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν το βάρος του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από το όφελος που θα περιέλθει στο περίκλειστο ακίνητο (ΑΠ 1629/2022, ΑΠ 411/2013, ΑΠ 757/2011), κατά την αρχή της αναλογικότητας.
Η υποχρέωση για την παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, με την έννοια ότι περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου του που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και αντισταθμίζεται με την καταβολή ανάλογης χρηματικής αποζημίωσης που καταβάλλεται πριν τη χρήση της διόδου (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 946/2022, ΑΠ 121/2018). [3] Από τις διατάξεις των άρθρων 1012, 1013 και 1014 ΑΚ συνάγεται ότι η περί παροχής διόδου αγωγή ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου, δια του οποίου διώκεται η παροχή της, χωρίς να είναι απαραίτητο να απευθύνεται και κατά των κυρίων όλων των γειτονικών ακινήτων, δια των οποίων δύναται να διέλθει η δίοδος, απόκειται δε στην υπεράσπιση του εναγομένου να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει, προς απόκρουση της αγωγής, την ύπαρξη γειτονικού κτήματος, δια του οποίου προσήκει, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών, η διέλευση (ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018). [4] Ακόμη, από τις διατάξεις 1012 και 1013 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος σε σχετική αγωγή μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, διότι προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής και περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή, την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου (ΑΠ 946/2022, ΑΠ 442/2021). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς τον δημόσιο δρόμο έπαυσε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου.
Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, που θεμελιώνει ένσταση κατά της αγωγικής αξίωσης του άρθρου 1012 ΑΚ, απαιτείται το ακίνητο να στερήθηκε την αναγκαία είσοδο προς δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό με πράξη ή παράλειψη του κυρίου ή των προκατόχων του ή του πουβλικιανού νομέα. Η ενέργεια, εξαιτίας της οποίας προήλθε η στέρηση της διόδου, πρέπει να είναι αυτόβουλη, δηλαδή να απορρέει από την βούληση του δικαιούχου (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 1050/2013, ΑΠ 555/2012).
Τέτοια πράξη ή παράλειψη του δικαιούχου υπάρχει και όταν αυτός παραιτήθηκε από το υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας διόδου κατά του τρίτου ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τοιούτου δικαιώματος ή όταν αυτός είχε δικαίωμα δουλείας διόδου, την οποία, όμως, άφησε να αποσβεσθεί δι` αχρησίας. Αν η δουλεία διόδου δεν έχει συσταθεί, δεν έχει εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη.
Η ανωτέρω ένσταση αντιτάσσεται όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη που ενήργησε αυτοβούλως αλλά και κατά των καθολικών και ειδικών διαδόχων του. [6] Με το άρθρο 1015 ΑΚ, ορίζεται ότι αν εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου αποκόπηκε η συγκοινωνία προς το δρόμο του μέρους που εκποιήθηκε ή του μέρους που απέμεινε, έχει υποχρέωση να παράσχει δίοδο ο κύριος του μέρους από όπου γινόταν έως τώρα η συγκοινωνία και με την εκποίηση μέρους εξομοιώνεται και η εκποίηση ενός από τα περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στον ίδιο κύριο.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1015 ΑΚ αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμεινε έχασε την επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αυτός που αποστερήθηκε τη δίοδο λόγω της εκποίησης δεν έχει την κατ` άρθρ. 1012 ΑΚ αξίωση κατ` άλλων γειτόνων, αλλά αξίωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1015 ΑΚ κατά του κυρίου του ακινήτου, μέσω του οποίου γινόταν μέχρι τώρα η επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο (ΑΠ 568/2012, ΑΠ 30/2008, ΑΠ 90/2003).
Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται μεν οι καθολικοί διάδοχοι των συμβληθέντων, όχι όμως και οι μετά την εκποίηση ειδικοί διάδοχοι των ανωτέρω προσώπων, οι οποίοι ως τρίτοι, μη μετασχόντες στην εκποιητική αυτή δικαιοπραξία, θεωρούνται ξένοι προς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 1015 του ΑΚ και, επομένως, αυτοί δικαιούνται να αξιώσουν την παροχή διόδου μόνο κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 1012 του ΑΚ (ΑΠ 2041/2009, ΑΠ 30/2008).
Για το, κατ' άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο της ένστασης πρέπει ο ενιστάμενος - εναγόμενος να εκθέτει λεπτομερώς ποιο είναι το γειτονικό ακίνητο, δηλαδή να αναφέρει τις διαστάσεις του και τη θέση του, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η διέλευση της διόδου από το ακίνητο αυτό είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το ακίνητο του ενιστάμενου. [5] Δεν είναι δυνατή η κατά το προαναφερόμενο άρθρο 1012 ΑΚ σύσταση δουλείας διόδου σε κοινόχρηστα (άρθρο 967 ΑΚ), καθώς και σε ακίνητα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών (άρθρο 966 ΑΚ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ, πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους (ΑΠ 618/2014, ΑΠ 1453/2010). [6] Χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ καθώς και αυτές των άρθρων 1072 και 1074 ΑΚ προκύπτει, ότι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητά της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή της εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και, συνακόλουθα, δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής σ' αυτήν και η κτήση κυριότητάς της με χρησικτησία ή έστω με παράγωγο τρόπο.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο ή ρέμα την ιδιότητα του κοινόχρηστου, με την έννοια που προπαρατέθηκε, είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιάς και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946)(ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 34/2008, ΑΠ 1731/2006). [7] Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021). [8] Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 672/2022, ΑΠ 890/2021). [9] Για την πληρότητα των από τον αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 1129/2022, ΑΠ 662/2022), ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 59/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, για πλημμέλεια από τους αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 966, 967, 970, 1012 και 1013 ΑΚ και 24 του Συντάγματος, επικαλούμενοι ότι στους αναφερόμενους, στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, μεταγεγραμμένους νόμιμα τίτλους κυριότητας και δη στη με αριθμ.
…2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, συνταγείσα από τον συμβ/φο Πύλου Ν. Κ., στη με αριθμ. ...-2013 διορθωτική δήλωση της ως άνω αποδοχής κληρονομίας, συνταγείσα από τον ίδιο ως άνω συμβ/φο, και στον τίτλο του δικαιοπαρόχου τους, Λ. Μ. του Γ., και δη στο με αριθμ. ...1985 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει ανατολικά, δυτικά και νότια με ποτάμι στους δύο πρώτους και ρέμα στον τρίτο, και δεν είναι "...αυλάκι που ανήκει στις ιδιοκτησίες των εναγομένων..." αλλά "...ποτάμι ή ρέμα..", που διέρχεται καθόλο το μήκος της δυτικής πλευράς του ελαιοπεριβόλου των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και το διαχωρίζει φυσικά, δηλαδή πτύχωση της επιφάνειας της γης με την οποία συντελείται η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς άλλο ποταμό, λίμνη, ή θάλασσα, προστατευόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, είτε ως ποτάμι με αέναη ροή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, είτε, από αμνημονεύτων χρόνων, ως χείμαρρος ή ρέμα, με ροή κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή, και συνεπώς είναι κοινόχρηστο πράγμα, στο οποίο δεν επιτρέπεται η σύσταση δουλείας διόδου.
Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Και, τούτο διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ενώ δεν αρκούν οι διαλαμβανόμενες, επιλεκτικά, από τους αναιρεσείοντες αποσπασματικές παραδοχές αυτής ούτε 2) τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο ουσίας για τη θεμελίωση του ισχυρισμού από τους αναιρεσείοντες - εναγόμενους - εφεσίβλητους ή από τον αναγκαίο ομόδικο αυτών, Γ.
Μ. του Α.. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι και αβάσιμοι. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη των εκκαλούντων (πρώτη ενάγουσα), ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, έχει την ισόβια επικαρπία και ο δεύτερος αυτών (δεύτερος ενάγων), ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, την ψιλή κυριότητα ενός ελαιοκτήματος με εκατόν εξήντα δύο (162) διάφορης ηλικίας παραγωγικά ελαιόδενδρα, που έχει έκταση 9.166,05 τ.μ., βρίσκεται σε καθαρά αγροτική περιοχή εκτός των ορίων σχεδίου πόλεως, οικισμού και ζώνης, στη θέση "……." της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας Μεθώνης του άλλοτε Δήμου Μεθώνης Μεσσηνίας και ήδη Δήμου Πύλου - Νέστορος Μεσσηνίας και συνορεύει ανατολικά και νότια με ρέμα, δυτικά με ιδιοκτησίες Α.
Ψ. και Γ. Μ., από τις οποίες διαχωρίζεται με αυλάκι που ανήκει στις ιδιοκτησίες αυτές και βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Ν., εν μέρει με ιδιοκτησία Φ. Ζ., εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Ψ. και εν μέρει με ιδιοκτησία άγνωστου αλλοδαπού υπηκόου Βουλγαρικής καταγωγής, πρώην ιδιοκτησία Ε. Φ., απεικονίζεται δε με τα στοιχεία Α-……-Α στο Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.
Π. Ν.. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους εκκαλούντες από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 30.08.2006 Λ. Μ. του Γ. και…, συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου αυτών, δυνάμει της από 16.12.2005 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Καλαμάτας με το με αριθμό ….2007 πρακτικό, την οποία αποδεχτήκανε με την υπ' αριθμ.
…2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς πού συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύλου Ν. Κ. και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεθώνης στον τόμο 233 με αριθμό 62, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. …2013 διορθωτική δήλωση αυτής του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … με αριθμό .., ενώ στο δικαιοπάροχό τους το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον Γ.
Μ. του Λ., δυνάμει του με αριθμό ...1985 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Μεθώνης Γ. Τ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, απορριπτομένων των ισχυρισμών των εφεσίβλητων ότι η αγωγή των εκκαλούντων έπρεπε να είχε απορριφθεί διότι: α) αναγράφεται εσφαλμένως ο αριθμός μεταγραφής της αρχικής δηλώσεως αποδοχής, καθώς έγινε παραδεκτά διόρθωσή του κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, β) δεν αναγράφεται ο αριθμός δηλώσεως της διορθωτικής πράξης της δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, καθώς αφενός προσκομίζεται αφετέρου καλύπτεται από υπόλοιπα στοιχεία που την εξατομικεύουν, γ) αναγράφεται εσφαλμένως ο αριθμός μεταγραφής του τίτλου κτήσεως του δικαιοπαρόχου των εναγόντων- εκκαλούντων, καθώς δεν είναι απαραίτητος για το ορισμένο της αγωγής, αφού οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν την κυριότητα των εκκαλούντων ούτε του δικαιοπαρόχου τους, δ) υπολογίζεται εσφαλμένως το εμβαδό της δουλείας, καθώς είναι θέμα που θα προκύψει από την αποδεικτική διαδικασία.
Στην ίδια θέση και περιοχή βρίσκονται τα ακίνητα των εφεσιβλήτων (εναγόμενων), και ήδη αναιρεσειόντων, και συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι αυτών έχουν την πλήρη κυριότητα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ελαιοκτήματος εκτάσεως έξι (6) περίπου στρεμμάτων με εκατό περίπου ελαιόδενδρα, που συνορεύει ανατολικά με το ακίνητο των εκκαλούντων, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Ν. και με ιδιοκτησία Ι. Σ., δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία Γ. Μ.. Το ακίνητο περιήλθε σε αυτούς κατά ψιλή μεν κυριότητα με γονική παροχή από τον πατέρα τους Κ.Α. Ψ. με το με αριθμό ...1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., που έχει μεταγραφεί στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..
με αριθμούς.., κατ' επικαρπία δε με τη συνένωση αυτής στην ψιλή κυριότητα με το θάνατο του παραπάνω πατέρα τους και της μητέρας τους Μ.. συζ. ... το γένος Π υπέρ των οποίων είχε αρχικά με το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο παρακρατηθεί αυτό το δικαίωμα, ενώ στον δικαιοπάροχό τους Κ. Ψ. το ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 7.1.1964 πατρός του Α.
Ψ., δυνάμει της με αριθμό ...1960 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Πύλου Κ. Μ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με το με αριθμό ….1989 πρακτικό δημοσίευσης, την οποία αποδέχθηκε με την με αριθμό …1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μεθώνης Γ. Τ., που μεταγράφηκε στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … με αριθμό...
Ο τρίτος των εφεσιβλήτων (τρίτος εναγόμενος), ήδη κληθέντος - αναγκαίου ομοδίκου των αναιρεσειόντων, έχει κατά πλήρη κυριότητα μία σταφιδάμπελο ίδια παραπάνω θέση, εκτάσεως οκτώ (8) στρεμμάτων περίπου με συνεχόμενο αγρό εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, ήτοι συνολικής εκτάσεως εννέα (9) στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία εκκαλούντων, δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Α.
Ψ. και νότια με ιδιοκτησία Κ. Κ., περιήλθε δε σε αυτόν με γονική παροχή από τον πατέρα του Α. Μ. με το με αριθμό ….1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύλου,… που έχει μεταγραφεί στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο .. με αριθμό .., ενώ στον δικαιοπάροχό του είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία μετά από άτυπη παραχώρησή του από τον πατέρα του Γ.
Μ. του Ν. το έτος 1955. Οι εκκαλούντες, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στο ως άνω ακίνητό τους και να το καλλιεργούν, από το χρόνο που κατέστησαν επικαρπώτρια και ψιλός κύριός του (30.08.2006) και εντεύθεν χρησιμοποιούσαν δίοδο πλάτους 0,50 - 0,52 μέτρων και συνολικού μήκους 95,17 μέτρων, που ξεκινάει από κοινόχρηστη αγροτική οδό και καταλήγει στο βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων σε περίπου ευθεία γραμμή, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.
Π. Ν. με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση με τα στοιχεία 2, 3, 6, ….., 7, 2, και η οποία διέρχεται παράλληλα με το βόρειο άκρο της όμορης ιδιοκτησίας Γ. Μ., ως δουλεύοντος ακινήτου. Από την ως άνω δίοδο διέρχονται οι εκκαλούντες, αφ' ης στιγμής υπεισήλθαν στη νομή του ακινήτου και εντεύθεν, με διάνοια δικαιούχου οιονεί νομής δουλείας διόδου, συνεχώς και αδιατάρακτα, πεζή, προκειμένου να ασκούν τις αρμόζουσες στη φύση του αγροτικές εργασίες, όπως μεταφορά λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, γεωργικών εφοδίων και ελαιοκάρπου, όπως άλλωστε έπραττε ο προαναφερόμενος άμεσος δικαιοπάροχός τους κατά το παρελθόν, από το έτος 1985 έως το έτος 2006, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του στο δικό τους χρόνο νομής, αποκτώντας έτσι δουλεία διόδου από την παραπάνω εδαφική λωρίδα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Τούτο αποδεικνύεται ιδίως: α) από την τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Ε.Μ.Π. Φ. Φ., ...σύμφωνα με την οποία στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1965 του αρχείου της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού αποτυπώνεται μονοπάτι μήκους περίπου 100 μέτρων, το οποίο ταυτίζεται με τη δίοδο που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα Π.
Ν. και το οποίο προφανώς εξυπηρετούσε την πρόσβαση των τότε ιδιοκτητών για την καλλιέργεια του αγροτεμαχίου των εκκαλούντων και β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ. - αδερφού του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, ....ο οποίος έχει ιδία αντίληψη της περιοχής και των κτημάτων, καθώς βοηθούσε τον αδερφό του στην καλλιέργεια του ελαιοκτήματός του, χρησιμοποιώντας για τη μετάβασή τους την επίδικη δίοδο, ιδίως όμως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του Ι.
Κ., ο οποίος δεν έχει καμία συγγένεια με τους διαδίκους και ήταν ο αγροφύλακας της περιοχής από το έτος 1962. Ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε με βεβαιότητα ότι "το κτήμα των εκκαλούντων επικοινωνούσε με την αγροτική οδό που βρίσκεται δυτικά του, αποκλειστικά από μονοπάτι πλάτους περίπου μισού μέτρου και μήκους 100 μέτρων, που βρίσκεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της ιδιοκτησίας Γ.
Μ..... από τουλάχιστον 60 έτη". Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις απολύτως ταυτόσημες κατά περιεχόμενο ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων Γ. Ζ. και Χ. Κ., οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι εκκαλούντες μετέβαιναν στο ελαιόκτημά τους "από δρόμο που βρίσκεται βόρεια της ιδιοκτησίας των Α. και Π.
Ψ. (1ου και 2ου των εφεσιβλήτων), μπαίνοντας μετά στο χωράφι του Ι. Σ., στη συνέχεια στο χωράφι των κληρονόμων ... και έπειτα έφταναν στη βόρεια πλευρά του χωραφιού τους", οι οποίες κρίνονται ως μη πειστικές ιδίως διότι ο επικαλούμενος δρόμος δεν αποτυπώνεται σε κανένα σχεδιάγραμμα ούτε καν επί των σχεδιαγραμμάτων που οι εκκαλούντες προσκομίζουν, ενώ επισημαίνεται ότι στις απεικονίσεις του επιδίκου (google Earth) με ημερομηνία 28.04.2017 αποτυπώνεται ευδιάκριτα το επίδικο μονοπάτι - δίοδος βόρεια της ιδιοκτησίας Γ.
Μ., που εκκινεί από την αγροτική οδό και με κατεύθυνση προς τα ανατολικά καταλήγει στην ιδιοκτησία των εκκαλούντων. Επίσης, ο πρώτος των εφεσιβλήτων, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι οι εκκαλούντες περνούσαν από το ρέμα - πέρασμα που υπάρχει στην ανατολική πλευρά του ακινήτου τους αλλά και βόρεια από την ιδιοκτησία ...
– Σ…, επικαλούμενος για την αλήθεια των ισχυρισμών του το όνομα του Ν. Κ., που είναι τρακτεριστής και διέρχεται από τα ως άνω σημεία. 'Ομως, ο τελευταίος - καταθέτοντας ενόρκως - αναίρεσε όλα τα ανωτέρω, καταθέτοντας ότι πράγματι ο ίδιος εργάζεται σε κτήματα στην περιοχή, ότι η ιδιοκτησία των εκκαλούντων επικοινωνεί με τον αγροτικό δρόμο, που βρίσκεται δυτικά της ιδιοκτησίας τους, για πάνω από εξήντα χρόνια, μόνο μέσω της διόδου πλάτους μισού μέτρου και μήκους 98 περίπου μέτρων μέσα από την ιδιοκτησία Μ…, ότι δεν είναι δυνατή η επικοινωνία του επίδικου από τα ανατολικά λόγω του ρέματος, ούτε από βόρεια λόγω άλλων ιδιοκτησιών και ότι "το κτήμα Μ… ούτε είχε, ούτε έχει άλλο δρόμο πέραν από αυτόν της δυτικής πλευράς που ανέφερα".
Τέλος, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου διότι δεν αναφέρεται στους τίτλους της ιδιοκτησίας τους, όμως - ως προαναφέρθηκε - έχει συσταθεί δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των εκκαλούντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και όχι με σύμβαση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δίοδος είναι πλέον ανεπαρκής για να καλύψει τις καλλιεργητικές ανάγκες του ακινήτου των εκκαλούντων, καθώς λόγω του στενού πλάτους της είναι αδύνατη η διέλευση τροχοφόρου για τη μεταφορά λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και γεωργικών εφοδίων προς το ελαιόκτημα, τη μεταφορά του συλλεχθέντος ελαιοκάρπου από αυτό, αλλά και κάθε άλλη αγροτική εργασία που απαιτεί τη χρήση αγροτικών μηχανημάτων για την πλήρη κάρπωση της οικονομικής αξίωσης του ακινήτου τους.
Επομένως, το προπεριγραφόμενο ακίνητο των εκκαλούντων είναι περίκλειστο, με την έννοια ότι η υπάρχουσα δίοδος εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ως ανωτέρω αποδείχθηκε αλλά και κρίνεται αντικειμενικά σύμφωνα με τις ενεστώσες ανάγκες του ακινήτου, τη φύση του και την οικονομική του εκμετάλλευση, καθώς οι ελιές σε αυτό έχουν μεγαλώσει, απαιτούν ιδιαίτερη και πιο εντατική φροντίδα, παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες ελαιοκάρπου.
Οι εκκαλούντες (- ενάγοντες - ήδη αναιρεσίβλητοι) ισχυρίζονται ότι είναι δυνατή η παροχή διόδου με τη διαπλάτυνση της ήδη υπάρχουσας διόδου, η οποία θα καταλάβει επιπλέον τμήμα της ιδιοκτησίας του τρίτου των εφεσιβλήτων καθώς και τμήμα της ιδιοκτησίας των δύο πρώτων αυτών, αποκτώντας πλάτος τριών μέτρων περίπου, η οποία κρίνεται και από το παρόν δικαστήριο ως η πλέον κατάλληλη καθώς είναι η μόνη πρόσφορη, σύντομη και επαρκής δίοδος για την εξυπηρέτηση των αναγκών του.
Άλλωστε, η ανωτέρω δίοδος: α) είναι η λιγότερη επαχθής για τα ακίνητα των εφεσιβλήτων καθώς θα διέρχεται από το όριο των ιδιοκτησιών τους, αφήνοντας την υπόλοιπη ιδιοκτησία τους ελεύθερη προς εκμετάλλευση, μειώνοντας ελάχιστα την αξία των ακινήτων τους σε σύγκριση με το όφελος της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, β) χρησιμοποιούνταν, πεζή, ανέκαθεν από τον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και τους ίδιους και γ) είναι σύντομη καθώς ενώνει σε ευθεία γραμμή σχεδόν εκατό μέτρων τον αγροτικό δρόμο με το ακίνητο των εκκαλούντων, ενώ ουδέν έτερο σημείο αποδείχθηκε για την παροχή διόδου.
Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι η ιδιοκτησία των εκκαλούντων συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του δεύτερου των εκκαλούντων, μέσω της οποίας δύναται να έχει δίοδο το ακίνητο των εκκαλούντων, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε ως αληθές... Ειδικότερα, άπαντες οι ενόρκως καταθέσαντες μάρτυρες των εκκαλούντων κατέθεσαν ότι η ανατολικώς ευρισκόμενη ιδιοκτησία του δεύτερου των εκκαλούντων, χωρίζεται με την επίδικη ιδιοκτησία τον με πλατύ και βαθύ ρέμα, καθιστώντας αδύνατη την επικοινωνία τους, ενώ ο ίδιος ο πρώτος των εφεσιβλήτων, εξεταζόμενος ανωμοτί, κατέθεσε ότι στην ανατολική πλευρά υπάρχει ρέμα "όσο ένας άνθρωπος μέτριου αναστήματος με το κεφάλι του έξω", ήτοι είναι αδύνατη η διέλευσή του πεζή ή με τροχοφόρο.
Άλλωστε, σύμφωνα με την τεχνική περιγραφή της μηχανικού χωροταξίας και ανάπτυξης Χ. Α., το ως άνω υδατόρεμα, που βρίσκεται ανατολικά και χωρίζει τις δύο ιδιοκτησίες, έχει μέσο πλάτος βάσης 1,50 μέτρο, μέσο πλάτος στέψης 2,50 μέτρα και μέσο βάθος 2,50 μέτρα, που υφίσταται κατά μήκος όλης της ανατολικής και δυτικής αντίστοιχα πλευράς των δύο κτημάτων και συνεχίζεται για αρκετά χιλιόμετρα (4,50 περίπου) ανάντη βόρεια και κατάντη νότια των δύο αυτών ιδιοκτησιών μέχρι την εκβολή του στη θάλασσα, επιπλέον δε η ευρισκόμενη ανατολικά ιδιοκτησία του πρώτου των εκκαλούντων είναι επίσης περίκλειστη, τυχόν δε σύνδεσή του με το παρόν κτήμα των εκκαλούντων προϋποθέτει την προηγούμενη εξασφάλιση της επικοινωνίας του ανατολικού κτήματος με δημόσια οδό μέσω των ιδιοκτησιών που μεσολαβούν.
Περαιτέρω, η κατασκευή γέφυρας υπεράνω του υδατορέματος, σύμφωνα με την κοστολόγησή του από την πολιτικό μηχανικό Α. Χ., θα ανέλθει στο ποσό των 15.989,80 ευρώ, καθώς απαιτείται υδραυλική μελέτη και κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην έκθεσή της, πλέον των ποσών που θα απαιτηθούν για αποζημιώσεις γης και καλλιεργειών και για εργασίες αποψίλωσης και διαμόρφωσης πρόσβασης.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η παροχή διόδου στην ανατολική πλευρά του ακινήτου των εκκαλούντων δεν είναι πρόσφορη τόσο λόγω του μεγάλου οικονομικού κόστους που απαιτείται όσο και διότι δεν προέκυψε η δυνατότητα κατασκευής γέφυρας που θα μπορούσε να ενώσει τα δύο ακίνητα με ασφάλεια, καθώς δεν είναι δυνατή η σύνταξη υδραυλικής μελέτης, το κόστος της οποίας υπερβαίνει το κόστος για την παροχή της αιτούμενης διόδου, επιπλέον δε δεν αποδείχθηκε ότι είναι πρόσφορη και δυνατή η παροχή διόδου στο ανατολικό κτήμα μέσω των ιδιοκτησιών που παρεμβάλλονται έως τον παρακείμενο κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο.
Επίσης, ο τρίτος των εφεσιβλήτων ισχυρίζεται ότι "η ιδιοκτησία των εκκαλούντων εξυπηρετείτο ανέκαθεν από τον αγροτικό δρόμο που διέρχεται βόρεια της ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και συγκεκριμένα με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά και δη από το ύψος του αγροτικού δρόμου που διέρχεται δυτικά της ιδιοκτησίας Ψ… - εφεσιβλήτων μέχρι το ύψος της ιδιοκτησίας Ι.
Σ. σε μήκος περίπου 50 μέτρα, στη συνέχεια εισέρχοντο με κατεύθυνση από βορρά προς νότο στην ιδιοκτησία Ι. Σ. σε μήκος 30 περίπου μέτρα, στη συνέχεια εισέρχοντο με την ίδια κατεύθυνση στην ιδιοκτησία κληρονόμων ... σε μήκος 50 μέτρα και έτσι προσέγγιζαν την βόρεια πλευρά του ακινήτου τους", πλην όμως ούτε τούτο αποδείχθηκε ως αληθές.
Ειδικότερα, η ανωτέρω επικαλούμενη δίοδος έχει μήκος τουλάχιστον 130 μέτρων, πλέον των μέτρων που διασχίζει δυτικά της ιδιοκτησίας Ψ…., ενώ η ύπαρξη της δεν αποτυπώνεται σε οποιαδήποτε σχεδιάγραμμα του τρίτου των εφεσιβλήτων ή έστω επί σχεδιαγράμματος ή τυπογραφικού διαγράμματος των εκκαλούντων. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν έναν αγροτικό δρόμο καθώς και περάσματα με κιούγκια (τσιμεντένιους σωλήνες κάτωθι αγροτικών δρόμων), η θέση των οποίων επί της ευρύτερης περιοχής δεν αποδείχθηκε.
Ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων των εφεσιβλήτων συνάγεται αντίθετη κρίση, καθώς η μεν ανωμοτί κατάθεση του πρώτου εφεσιβλήτων αναιρείται - ως προελέχθη- από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Κ., ενώ οι ταυτόσημες καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Κ. και Γ. Ζ. κρίνονται ως μη πειστικές ιδίως διότι ο ανωτέρω δρόμος δεν αποτυπώνεται σε οποιαδήποτε αεροφωτογραφία, ενώ εάν πράγματι υπήρχε και ήταν επαρκής για τη διέλευση αγροτικών μηχανημάτων θα φαινόταν ευδιάκριτα στις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες.
Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι το αίτημα για παροχή διόδου είναι καταχρηστικό και μη νόμιμο καθώς το ακίνητο των εκκαλούντων είχε την ανωτέρω περιγραφόμενη δίοδο προς τον αγροτικό δρόμο, η οποία έπαψε να χρησιμοποιείται διότι ο Ι. Σ. περιέφραξε την ιδιοκτησία του, οι δε εκκαλούντες ουδέν έπραξαν για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους και επομένως δεν υφίσταται υποχρέωση των ιδίων να παράσχουν δίοδο, αφού η συγκοινωνία του ακινήτου των εκκαλούντων προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με παράλειψή τους, ήτοι με τη αποχή τους από οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια.
Ο ισχυρισμός τους ουδόλως αποδείχθηκε διότι - ως προελέχθη - δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη της επικαλούμενης διόδου, κρίση που συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς εάν πράγματι υφίσταται δίοδος πρόσφορη και κατάλληλη για τη διέλευση αγροτικών μηχανημάτων, οι εκκαλούντες θα στρεφόταν κατά των ανωτέρω ιδιοκτητών και όχι κατά των εφεσιβλήτων, όπου - δεκτής γενομένης της αγωγής τους - είναι αναγκαία η διαμόρφωση της διόδου.
Επομένως, η πλέον πρόσφορη δίοδος για το ακίνητο των εκκαλούντων και λιγότερο επαχθής για τα ακίνητα των εφεσιβλήτων είναι αυτή που αποτυπώνεται στο από Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε. Π. Ν. με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση με τα στοιχεία 1, 2, 3…., 1, συνολικού εμβαδού 355,43 τ.μ., η οποία θα διέρχεται παράλληλα με τις ιδιοκτησίες των εφεσιβλήτων και στο όριο αυτών, συνορεύει ανατολικά [εννοείται δυτικά] με αγροτική οδό, νότια με ιδιοκτησία του τρίτου των εφεσιβλήτων, δυτικά [εννοείται ανατολικά] με γράνα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία εκκαλούντων και βόρεια με ιδιοκτησία του πρώτου και δεύτερου των εφεσιβλήτων, έχει μήκος 100,59 μέτρων στη βόρεια πλευρά της και 102,42 μέτρων στην νότια αυτής, και πλάτος στην ανατολική πλευρά της 3,59 μέτρα και στη δυτική πλευρά της 3,54 μέτρα, θεωρούμενου επαρκούς για την εξυπηρέτηση των αναγκών των εκκαλούντων και δη για τη διέλευση αγροτικών μηχανημάτων, ενώ δεν κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, καθώς δεν απαιτήθηκαν ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για να γίνουν αντιληπτά τα ανωτέρω ζητήματα, και τα εισφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία για τα κρίσιμα αποδεικτέα θέματα ήταν απολύτως επαρκή για να καταλήξει το παρόν δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση, απορριπτομένων των σχετικών αιτημάτων των εφεσιβλήτων.
Για τη δημιουργία της ανωτέρω διόδου απαιτείται: α) παραχώρηση εδαφικής λωρίδας της ιδιοκτησίας Α. και Π. Ψ., η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς 1…-1, έχει συνολικό εμβαδόν 130,45 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά 1-…35 συνολικού μήκους 100,59 μέτρων με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόμενων Α.
και Π. Ψ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά 2-….-36 συνολικού μήκους 101,14 μέτρων με την υπάρχουσα δίοδο, ανατολικά σε ευθεία πλευρά 35- 36 μήκους 0,21 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντων και δυτικά σε ευθεία πλευρά 1-2 μήκους 1,54 μέτρων με αγροτικό δρόμο και β) παραχώρηση εδαφικής λωρίδας της ιδιοκτησίας Γ. Μ., η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς …., έχει συνολικό εμβαδόν 174,34 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά 3….-37 συνολικού μήκους 101,42 μέτρων με την υπάρχουσα δίοδο, νότια σε τεθλασμένη πλευρά 4…συνολικού μήκους 102,42 μέτρων με την υπόλοιπη ιδιοκτησία Γ. Μ., ανατολικά σε ευθεία πλευρά …μήκους 2,82 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντων και δυτικά σε ευθεία πλευρά 3-4 μήκους 1,53 μέτρων με αγροτικό δρόμο.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι αξίες των ακινήτων στην ανωτέρω περιοχή ανέρχονται στο ποσό των 2.000 ευρώ / στρέμμα, όπως τούτο προκύπτει από την τεχνική έκθεση της μηχανικού χωροταξίας και ανάπτυξης Χ. Α. και της πολιτικού μηχανικού Α. Χ. αλλά και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., ο οποίος προκρίνεται ως ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας λόγω της μη συγγένειάς του με τους διαδίκους αλλά κυρίως εκ της ιδιότητάς του ως πρώην αγροφύλακας της περιοχής, ενώ ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι τα ακίνητα τους συνορεύουν με την ξενοδοχειακή επιχείρηση …..
και ως εκ τούτου έχουν αξία 7.000 ευρώ/ στρέμμα δεν αποδείχθηκε. Ακολούθως, η αποζημίωση (η οποία ισούται με τη μείωση της αξίας κάθε ακινήτου από το παρεχόμενο δικαίωμα διέλευσης), που πρέπει να καταβάλουν οι εκκαλούντες στους εφεσίβλητους, αφού ληφθούν υπόψη, εκτός από τα προηγούμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (εμβαδόν, πρόσοψη σε δρόμο, δίοδος στο όριο των ακινήτων τους κ.λ.π.), κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 260,90 ευρώ (: 130,45 τ.μ.
επί 2.000 ευρώ/στρέμμα) για τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων και στο ποσό των 348,68 ευρώ (:174,34 τ.μ. επί 2.000 ευρώ/στρέμμα) για τον τρίτο των εφεσιβλήτων. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι για την κατά τα ανωτέρω διαπλάτυνση της διόδου απαιτείται η εκρίζωση ενός ελαιοδένδρου και είκοσι ενός (21) κλημάτων αμπελιού από την ιδιοκτησία των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 150 ευρώ για το ελαιόδενδρο και στο ποσό των 525 ευρώ για τα κλήματα αμπελιού (: 21 κλήματα επί 25 ευρώ έκαστο αυτών) και η εκρίζωση πενήντα δύο (52) κλημάτων αμπελιού από την ιδιοκτησία του τρίτου εφεσίβλητου, η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 1.300 ευρώ (: 21 κλήματα επί 25 ευρώ έκαστο αυτών), όπως η αξία των ανωτέρω αποδείχθηκε ιδίως από την τεχνική περιγραφή της μηχανικού χωροταξίας και ανάπτυξης Χ.
Α. και δεν αμφισβητήθηκε από τους εφεσίβλητους. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο τρίτος των εκκαλούντων προέβη οικειοθελώς σε εκρίζωση των 52 κλημάτων σταφιδαμπέλου, που βρίσκονται επί του εδάφους τους και επομένως δεν οφείλεται αποζημίωση για αυτά, πλην όμως ο ισχυρισμό δεν αποδείχθηκε ως αληθής, αφενός διότι δεν συνομολογείται από τον ίδιο τον εφεσίβλητο αφετέρου δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, με το αιτιολογικό ότι δεν είναι περίκλειστο επειδή ανατολικά αυτού υφίσταται ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, μέσω της οποίας επικοινωνεί με αγροτική οδό, και κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να παραχωρήσουν πραγματική δουλεία διέλευσης πεζή και δια οχημάτων ως εξής: 1) η ιδιοκτησία του αναγκαίου ομόδικου των αναιρεσειόντων, Γ.
Μ., εμβαδού 174,34 τ.μ, και 2) η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, εμβαδού 130,45 τ.μ., αντί της ορισθείσας αντίστοιχης καταβλητέας αποζημίωσης. Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα - πρώτη εκκαλούσα είναι επικαρπώτρια και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - δεύτερος ενάγων - δεύτερος εκκαλών είναι ψιλός κύριος ενός ελαιοκτήματος με 162, διάφορης ηλικίας, παραγωγικά ελαιόδενδρα, έκτασης 9.166,05 τ.μ., εκτός των ορίων σχεδίου πόλης, οικισμού και ζώνης, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας Μεθώνης του άλλοτε Δήμου Μεθώνης Μεσσηνίας και ήδη Δήμου Πύλου - Νέστορος Μεσσηνίας και συνορεύει ανατολικά και νότια με ρέμα, δυτικά με ιδιοκτησίες αναιρεσειόντων - πρώτου και δεύτερου εναγόμενων, και Γ.
Μ., καλούμενου στην παρούσα δίκη - τρίτου εναγόμενου, από τις οποίες διαχωρίζεται με αυλάκι που ανήκει στις ιδιοκτησίες αυτές και βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Ν., εν μέρει με ιδιοκτησία Φ. Ζ., εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Ψ. και εν μέρει με ιδιοκτησία άγνωστου αλλοδαπού υπηκόου Βουλγαρικής καταγωγής, πρώην ιδιοκτησία Ε.
Φ., με παράγωγο τρόπο και δη με τη με αριθμ. ….2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, συνταγείσα από τον συμβ/φο Πύλου Ν. Κ., και μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. …διορθωτική δήλωση αυτής του ίδιου ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποκτήσαντες από αληθή κύριο. 2) Ότι οι αναιρεσείοντες - δύο πρώτοι εναγόμενοι είναι (συγ)κύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ελαιοκτήματος έκτασης έξι (6) περίπου στρεμμάτων με 100 περίπου ελαιόδενδρα, που συνορεύει ανατολικά με το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων - πρώτου και δεύτερου εναγόντων, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Ν. και με ιδιοκτησία Ι. Σ., δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία Γ. Μ. - καλούμενου - τρίτου εναγόμενου, με παράγωγο τρόπο και δη με το με αριθμό ...1997 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Χ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, αποκτήσαντες από αληθή κύριο (Γ. Μ. του Λ.). 3) Ότι ο τρίτος εναγόμενος - καλούμενος στην παρούσα δίκη - τρίτος εφεσίβλητος -τρίτος εναγόμενος είναι κύριος μίας σταφιδάμπελου στην ίδια παραπάνω θέση, συνολικής έκτασης 9 στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία αναιρεσειόντων και νότια με ιδιοκτησία Κ.
Κ., με παράγωγο τρόπο και δη με το με αριθμ. ..1996 συμβόλαιο του συμβ/φου Πύλου Α. Φ…., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, αποκτήσας από αληθή κύριο. 4) Ότι το παραπάνω ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, ως δεσπόζον, έχει δουλεία διόδου, για την επικοινωνία του με την αγροτική οδό, σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του τρίτου εναγόμενου - τρίτου εφεσίβλητου, πλάτους 0,50 - 0,52 μέτρων και συνολικού μήκους 95,17 μέτρων, που ξεκινάει από κοινόχρηστη αγροτική οδό και καταλήγει στο δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων σε περίπου ευθεία γραμμή, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.
Π. Ν. με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση με τα στοιχεία 2, 3, …..2, η οποία διέρχεται παράλληλα με το βόρειο άκρο της όμορης ιδιοκτησίας Γ. Μ., κτηθείσα με πρωτότυπο τρόπο, και δη με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτής με διάνοια δικαιούχου οιονεί νομή δουλείας διόδου, συνεχώς και αδιατάρακτα, πεζή, προκειμένου να ασκούν τις αρμόζουσες στη φύση του αγροτικές εργασίες, όπως μεταφορά λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, γεωργικών εφοδίων και ελαιοκάρπου, προσμετρώντας και την, από το έτος 1985, οιονεί νομή δουλεία διόδου του άμεσου δικαιοπάροχου τους, Γ.
Μ. του Λ.. 5) Ότι η ανωτέρω δίοδος είναι πλέον ανεπαρκής για να καλύψει τις καλλιεργητικές ανάγκες του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων - εναγόντων, καθώς λόγω του στενού πλάτους της είναι αδύνατη η διέλευση τροχοφόρου για τη μεταφορά λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και γεωργικών εφοδίων προς το ελαιόκτημα, τη μεταφορά του συλλεχθέντος ελαιοκάρπου από αυτό, αλλά και κάθε άλλη αγροτική εργασία που απαιτεί τη χρήση αγροτικών μηχανημάτων για την πλήρη κάρπωση της οικονομικής αξίας του ακινήτου τους. 6) Ότι δεν είναι δυνατή η επικοινωνία του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων από τα ανατολικά αυτού, μέσω έτερου (ανατολικά) ακινήτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, λόγω του υφιστάμενου εκεί πλατύ και βαθούς υδατορέματος, με μέσο πλάτος βάσης 1,50 μέτρο, μέσο πλάτος στέψης 2,50 μέτρα και μέσο βάθος 2,50 μέτρα, που υφίσταται κατά μήκος όλης της ανατολικής και δυτικής αντίστοιχα πλευράς των ως άνω δύο κτημάτων και συνεχίζεται για αρκετά χιλιόμετρα (4,50 περίπου) ανάντη βόρεια και κατάντη νότια των δύο αυτών ιδιοκτησιών μέχρι την εκβολή του στη θάλασσα, διότι η κατασκευή γέφυρας υπεράνω του ρέματος είναι δαπανηρή, επιπλέον δε η ευρισκόμενη ανατολικά ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου είναι επίσης περίκλειστη, τυχόν δε σύνδεσή του με το παρόν κτήμα των αναιρεσιβλήτων προϋποθέτει την προηγούμενη εξασφάλιση της επικοινωνίας του ανατολικού κτήματος με δημόσια οδό μέσω των ιδιοκτησιών που μεσολαβούν και ότι ουδέν έτερο σημείο αποδείχθηκε για την παροχή διόδου, ούτε βόρεια της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων (με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά και δη από το ύψος του αγροτικού δρόμου που διέρχεται δυτικά της ιδιοκτησίας Ψ… μέχρι το ύψος της ιδιοκτησίας Ι.
Σ. σε μήκος περίπου 50 μέτρα, στη συνέχεια με κατεύθυνση από βορρά προς νότο στην ιδιοκτησία Ι. Σ. σε μήκος 30 περίπου μέτρα, στη συνέχεια με την ίδια κατεύθυνση στην ιδιοκτησία κληρονόμων ... σε μήκος 50 μέτρα και είσοδο στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων). 7) Ότι η πλέον κατάλληλη καθώς είναι η μόνη πρόσφορη, σύντομη και επαρκής δίοδος για την εξυπηρέτηση των αναγκών του είναι η διαπλάτυνση της ανωτέρω διόδου, ως σύντομη και ολιγότερη επαχθής για τα ακίνητα των εναγόμενων - αναιρεσειόντων και του τρίτου εναγόμενου - κληθέντος αναγκαίου ομόδικου αυτών (αναιρεσειόντων), που αποτυπώνεται στο από Φεβρουάριου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.
Π. Ν. με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση με τα στοιχεία 1, …..8, 1, ώστε να σχηματιστεί δίοδος, πεζή και με οχήματα, συνολικού εμβαδού 355,43 τ.μ., με την υπάρχουσα δίοδο, και, ειδικότερα, α) επί εδαφικής λωρίδας της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς 1 -2…8-1, έχει συνολικό εμβαδόν 130,45 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά 1-….-35 συνολικού μήκους 100,59 μέτρων με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόμενων Α. και Π. Ψ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά 2-7….-36 συνολικού μήκους 101,14 μέτρων με την υπάρχουσα δίοδο, ανατολικά σε ευθεία πλευρά 35- 36 μήκους 0,21 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντων και δυτικά σε ευθεία πλευρά 1-2 μήκους 1,54 μέτρων με αγροτικό δρόμο και β) επί εδαφικής λωρίδας της ιδιοκτησίας Γ.
Μ., η οποία απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς 3- 4-….6-3, έχει συνολικό εμβαδόν 174,34 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά 3-6..-37 συνολικού μήκους 101,42 μέτρων με την υπάρχουσα δίοδο, νότια σε τεθλασμένη πλευρά 4-…-38 συνολικού μήκους 102,42 μέτρων με την υπόλοιπη ιδιοκτησία Γ.
Μ., ανατολικά σε ευθεία πλευρά 3 7-38 μήκους 2,82 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντων και δυτικά σε ευθεία πλευρά 3-4 μήκους 1,53 μέτρων με αγροτικό δρόμο, αντί καταβαλλόμενης αποζημίωσης : α) στους αναιρεσείοντες του ποσού των 935,90 ευρώ [(130,45 τ.μ.Χ 2.000,00 ευρώ/στρέμμα= 269,00 ευρώ) + 150,00 ευρώ για ένα ελαιόδενδρο + (21 κλήματα Χ 25,00 ευρώ= 525,00 ευρώ)] και β) στον κληθέντα αναγκαίο ομόδιο των αναιρεσειόντων [(174,34Χ2.000,00 ευρώ/στρέμμα) + (52 κλήματα Χ 25,00=1.300,00)].
[2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο : 1) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης μεταξύ των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και αναιρεσειόντων και κληθέντος αναγκαίου ομοδίκου αυτών - εναγόμενων, κοινόχρηστης έκτασης υδατορέματος, 2) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διαπλάτυνσης της υπάρχουσας διόδου α) (με σύσταση) σε βάρος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων επί εδαφικής λωρίδας, συνολικού εμβαδού 130,45 τ.μ., και β) σε βάρος του ακινήτου του κληθέντος - αναγκαίου ομοδίκου, επί εδαφικής λωρίδας, συνολικού εμβαδού 174, 34 τ.μ., ώστε να σχηματιστεί μετά της υφιστάμενης (με έκτακτη χρησικτησία) δουλείας διόδου, δίοδος πεζή και δια οχημάτων, συνολικού εμβαδού 355,43 τ.μ., ορθά τις διατάξεις των άρθρων 24 του Συντάγματος 1012, 1013 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις άρθρων 967, 968, 970 και 1014 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού στην προσβαλλόμενη απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Παράλληλα με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εμπεριέχοντας και την αιτιολογία ότι το αυλάκι μεταξύ των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων, του αναγκαίου ομόδικου αυτών, Γ.
Μ., και των αναιρεσιβλήτων ανήκει στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, ήτοι ως κοίτη αυλακιού στο οποίο δεν υπάρχει αέναη ροή υδάτων και που δεν αφέθηκε από αμνημονεύτων χρόνων σε κοινοχρησία, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι από τους αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αιτίαση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, από τους αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνυπολογίζει στο μήκος της διόδου και εκείνο των 2.05 μ - 2,07 μ.
που αντιστοιχεί στο πλάτος του "…", το οποίο υπάρχει, διέρχεται και χωρίζει τα ακίνητα των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και εναγόμενων (αναιρεσειόντων και κληθέντος αναγκαίου ομόδικου αυτών), από βορρά προς νότο, σύμφωνα με το τοπογραφικό του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε. Π. Ν. αλλά και κυρίως με τους τίτλους κτήσης των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της διαμεσολάβησης μεταξύ των ιδιοκτησιών τους υδατορέματος, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει σύνδεση, ανεξάρτητα του ότι επί του υδατορέματος, ως κοινόχρηστου πράγματος, ανήκοντος είτε στο Ελληνικό Δημόσιο είτε στον Ο.Τ.Α.
δεν μπορεί να συσταθεί δουλεία διόδου, είναι αβάσιμος. Και, τούτο διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει ανατολικά με γράνα και πέραν αυτού με άλλη ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσίβλητου, με πλάτος βάσης 1,50 μέτρο, μέσο πλάτος στέψης 2,50 μέτρα και μέσο βάθος 2,50 μέτρα, και νότια με ρέμα, και δυτικά με ιδιοκτησίες αναιρεσειόντων και του κληθέντος (Γ.
Μ.) αναγκαίου ομόδικου, από τις οποίες διαχωρίζεται με αυλάκι που ανήκει στις ιδιοκτησίες αυτές, ήτοι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες και μόνο κρίνοντας οι αναιρετικοί λόγοι δεν πρόκειται για αυλάκι με αέναη ροή υδάτων ούτε τέτοιο που αφέθηκε από αμνημονεύτων χρόνων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο σε κοινοχρησία, αλλά για αυλάκι η κοίτη του οποίου, ανήκει αντίστοιχα στις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων και του αναγκαίου ομόδικου αυτών.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τους αρ. 1α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις οποίες επικαλούνται : α) δεν ήλεγξε η προσβαλλόμενη απόφαση την ορθότητα των απεικονίσεων του τοπογραφικού διαγράμματος του ανωτέρω μηχανικού και ιδιαίτερα της προταθείσας από τους αναιρεσίβλητους διεύρυνσης της υπάρχουσας διόδου, με βάση τις συντεταγμένες του ανωτέρω μηχανικού, β) το διατακτικό της διεύρυνσης της υπάρχουσας διόδου είναι εντελώς διάφορο εκείνου που και η από 05-05-2014 αγωγή επιζητεί, γ) ότι είναι επιστημονικά αδύνατη η υλοποίηση στο έδαφος της παρασχεθείσας διόδου σε βάρος της ιδιοκτησίας τόσο των αναιρεσειόντων όσο και των κληθέντος - αναγκαίου ομοδίκου των αναιρεσειόντων, προς διαπλάτυνση της υφιστάμενης διόδου, πλάτους 0,50 - 0,52 και συνολικού μήκους 95,17 τ.μ., εκθέτοντας αφενός ότι οι συντεταγμένες του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο απεικονίζονται τα ακίνητα και η δίοδος, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) αλλά, με βάση τις συντεταγμένες του μηχανικού, απεικονίζουν άλλο ακίνητο σε άλλη θέση και αφετέρου ότι στο τοπογραφικό, που υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχουν ούτε αναφέρονται συντεταγμένες της δουλείας διέλευσης και δ) ότι με την έκθεση εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης παρά το γεγονός ότι αναγράφεται σ' αυτήν πως διεύρυνε τη δίοδο σε βάρος, εκατέρωθεν, της υφιστάμενης διόδου, προς βορρά, κατά 130,45 τ.μ., σε βάρος των αναιρεσειόντων, και προς νότο, κατά 174,34 τ.μ., σε βάρος του κληθέντος - αναγκαίου ομοδίκου, στην πραγματικότητα τα εδαφικά αυτά τμήματα είναι 199,63 τ.μ.
και 104,93 τ.μ., αντίστοιχα. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, ενώ κατά τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά η προσβαλλόμενη απόφαση παραχώρησε διόδο σε βάρος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων συνολικού εμβαδού 130,45 τ.μ.
και σε βάρος του αναγκαίου ομόδικου αυτών 174,34 τ.μ., για τα οποία αντίστοιχα καθορίστηκε η προκαταβολή της αποζημίωσης, και υπό την επίφαση των αναιρετικών αυτών λόγων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης και η αναγκαστική εκτέλεση της, σαφούς κατά το αιτιολογικό και διατακτικό, προσβαλλόμενης απόφασης. Προσθέτως, η με στοιχείο - β - αιτίαση είναι και αβάσιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας, αντικειμενικά, τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων, χωρίς το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου, και εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 696/2023).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης μόνον όταν επαναφέρουν προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 1841/2022).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 1841/2022). Δεν αποτελούν πράγματα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 1389/2023).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 241/2023, ΑΠ 1287/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1147/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον, από τον αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, την, επικουρικά, προβληθείσα από αυτούς, με τις προτάσεις τους, στο πρωτοβάθμιο και, ως εφεσίβλητοι, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση ότι 1) υπάρχει δυνατότητα διαπλάτυνσης της υφιστάμενης διόδου σε βάρος μόνο της ιδιοκτησίας Γ.
Μ., τρίτου εναγόμενου - αναγκαίου ομόδικου των αναιρεσειόντων, ως λιγότερο επαχθή και πλέον κατάλληλη για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, σε συνδυασμό α) με το εμβαδόν του ακινήτου του τρίτου εναγόμενου, που είναι οκτώ στρέμματα έναντι έξι στρεμμάτων του δικού τους, β) με τη θέση της υπάρχουσας δουλείας διόδου, στο βόρειο άκρο του χαμηλότερου ακινήτου του τρίτου εναγόμενου σε σχέση με το ακίνητο των αναιρεσειόντων, ώστε να μην χρειάζεται καθόλου ή ελάχιστη διαμόρφωση η συνολική, μετά τη διαπλάτυνση, δίοδος, γ) με τη χρήση της διόδου πλάτους 0,50 - 0,52 μ.
επί σειρά ετών από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες και τον δικαιοπάροχο αυτών και δ) την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και 2) στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων αναφέρεται ως μοναδικός υπόχρεος για δίοδο πλάτους 0,50 - 0,52 μ. ως παλαιά αδελφομοίρια. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο : 1) οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς, και 2) το ακριβές περιεχόμενο των προταθέντων ισχυρισμών όπως, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ως εφεσιβλήτων, προτάθηκαν, και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση, κατ' άρθρο 1015 ΑΚ, απαραδέκτου της αγωγής κατά των αναιρεσειόντων - πρώτης και δεύτερου των εναγόμενων - γειτόνων.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, ως εφεσίβλητων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπάνω προταθείσα στο δικαστήριο ουσίας ένσταση, κατά της ένδικης αγωγής, είναι, κατ' άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, αόριστη, διότι δεν αναφέρεται η ακριβής θέση της μόνης διαπλάτυνσης, και οι λόγοι για τους οποίους είναι ολιγότερο επαχθής και επιζήμια η επιβάρυνση με τη δουλεία μόνο της ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου σε σύγκριση και με την επιβάρυνση του ακινήτου των αναιρεσειόντων για τη με στοιχείο -1-, και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υπονοούμενη ένσταση του άρθρου 1015 ΑΚ για τη με στοιχείο -2-, και, συνεπώς, είναι αόριστες ενστάσεις, οι οποίες δεν μπορεί να συμπληρωθούν με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, όπως επιχειρείται για τη με στοιχείο -1-, και, επομένως, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Ανεξάρτητα, από την επισκόπηση του περιεχόμενου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τη με στοιχείο -1- ένσταση, και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και, επιπλέον, συνάγεται ότι απέρριψε εκ του πράγματος τους ανωτέρω ισχυρισμούς με την παραχώρηση μέρος της διόδου σε βάρος και της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων ως πλέον κατάλληλης, μόνης πρόσφορης, σύντομης και επαρκούς διόδου για την εξυπηρέτηση των αναγκών του δεσπόζοντος, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, με αντικειμενικό κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 5β (και όχι 1α και 6) του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην υπόθεση ήτοι ότι από τους τίτλους κυριότητας που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι προέκυπτε ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και αναιρεσειόντων - εναγόμενων και του αναγκαίου ομόδικου αυτών, μεσολαβεί κοινόχρηστη έκταση (ποτάμι ή ρέμα), ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο ή στο Δήμο Μεθώνης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των επικαλούμενων εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν δεχόμενη ότι το αυλάκι ανήκει στις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων και του αναγκαίου ομόδικου αυτών.
[3] Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 770/2022, ΑΠ 45/2019).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνον, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 536/2021, ΑΠ 45/2019).
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 551/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1400/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον, από τον αρ. 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι με ευθεία παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 σε συνδυασμό με το άρθρο 1014 ΑΚ, που επανέφεραν, με τις προτάσεις τους, ως εφεσίβλητοι, κατά την οποία είναι καταχρηστικό και μη νόμιμο το αίτημα παροχής διόδου, με ευθεία παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, επικαλούμενοι ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοβούλως στερήθηκαν τη δίοδο που είχαν προς τον ίδιο αγροτικό δρόμο δια μέσω των ιδιοκτησιών Ι.
Σ. και κληρονόμων ..., διότι παρέλειψαν, με αδράνειά τους, οποιαδήποτε ενέργεια για την προάσπιση του δικαιώματος διέλευσης που είχαν δια των ιδιοκτησιών αυτών, με το αιτιολογικό ότι αν πράγματι υφίσταται συνεστημένη δίοδος, πρόσφορη και κατάλληλη για τη διέλευση και με αγροτικά μηχανήματα, οι αναιρεσίβλητοι θα στρεφόταν κατά των ανωτέρω ιδιοκτητών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. 1) Λόγω αοριστίας του αναιρετικού λόγου διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο : α) η ένσταση όπως αυτή προβλήθηκε, με τις προτάσεις, από τους αναιρεσείοντες ως εφεσίβλητους στο δικαστήριο ουσίας, και β) τα διδάγματα κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο ουσίας ή που χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα. 2) Διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορούν τη χρήση αυτών στην ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου ούτε την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1β ΚΠολΔ αλλά αφορούν στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), λόγω της ήττας τους. Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021, ΑΠ 342/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το υποβαλλόμενο με το αναιρετήριο αίτημα των αναιρεσειόντων για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση των πραγμάτων, εκτέλεση που έλαβε χώρα με τη με αριθμ. ..-2021 έκθεση παραχώρησης δουλείας διόδου, που συντάχθηκε από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Φ.
Β., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι, κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ, προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη υπόθεση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-09-2021 αίτηση των Α. Ψ. του Κ. και Π. Ψ. του Κ. για την αναίρεση της με αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάσαντος ως Εφετείου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ