Legislator Case Law & Legislation
1933/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment on property ownership based on insufficient reasoning and factual evaluation.

Case Number 1933/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the First Instance Court of Rhodes regarding a property ownership claim. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning and improperly evaluated witness testimonies without ordering further evidence. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court's decision was based on existing evidence and the evaluation of facts falls within the exclusive domain of the trial court, subject to limited review only for specific expert knowledge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 561(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision relies on existing evidence and the evaluation of facts is within the trial court's exclusive domain, unless specific expert knowledge is required.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning evaluation of facts property ownership witness testimony Code of Civil Procedure evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1933 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Α. Κ. το γένος Χ.. Τ.., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδώρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ε., δικηγόρου, κατοίκου ... 2) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δούναβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-10-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 118/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της αριθμ. 104/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δωδεκανήσου, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της, ερειδόμενη στην κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018,Ολ. ΑΠ 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 948/2021, ΑΠ 602/2020, ΑΠ 238/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1078/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ενάγουσας και για λογαριασμό της ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου εις βάρος των εναγομένων με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Η αιτίαση αυτή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά την παραβίαση του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού της Δωδεκανήσου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, διότι στο λόγο αυτό δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να απορρίψει την αγωγή, παρά μόνο, όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές αυτής.

Περαιτέρω, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Τέλος, οι αιτιάσεις στον λόγο αυτό της αναιρεσείουσας, οι οποίες ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων καθώς και σε συμπεράσματα που η ίδια εξάγει από αυτά προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών της, είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με το δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση την πλημμέλεια από άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η αιτίαση κατά το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ότι δεν προσκομίσθηκαν συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δεν διατάχθηκαν περαιτέρω αποδείξεις ή διενέργεια πραγ/σύνης δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, διότι τόσο η συμπλήρωση των αποδείξεων με νέες αποδείξεις όσο και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη προς τούτο, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες, γεγονός που δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ενώ περαιτέρω από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, στηριζόμενο στα προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συ/φου ληφθείσες έπειτα από νόμιμη κλήτευση των διαδίκων, τα έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια).

Συνεπώς ο λόγος αυτός ως προς το προαναφερόμενο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου τούτου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε στις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο. Κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.ΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 19-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.118/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-10-2020 αίτηση, για αναίρεση της 118/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ