Legislator Case Law & Legislation
1933/2016 AI generated

1933/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1933/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1933/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Keywords

AI generated
false statements regarding commercial business justified business expenses protection against illicit commercial practices commercial policy exercise of an economic activity Economic Interest Grouping
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1933 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1933/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βαρβούτση, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.6604/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "... Ε.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα και που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραμαγκιώλη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-12-2014 (αριθ. ...2014) αίτηση του Ν. Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 6604/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη.

Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

Οι απλές υποσχέσεις ή οι δεσμεύσεις εκπλήρωσης συμβατικής οφειλής δεν συνιστούν γεγονότα, έστω και αν ο υποσχόμενος έχει προειλημμένη πρόθεση να μην εκπληρώσει την οφειλή του, η οποία συνιστά ενδιάθετο στοιχείο, και όχι εξωτερικό και αποδεικτικά ελέγξιμο συμβάν. Αν, όμως, οι συμβατικές υποσχέσεις συνοδεύονται από ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις ανύπαρκτων στοιχείων του παρελθόντος ή του παρόντος ικανές να δημιουργήσουν, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, στον παθόντα την εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλής από τον δράστη, ο οποίος είχε προειλημμένη αντίθετη πρόθεση, τότε ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων (ενδιάθετων και εξωτερικών) συνιστά γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.

Ακόμη, ως χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης πραγμάτωσε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή την ενσυνείδητη διαβεβαίωση ψευδών γεγονότων ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, ενώ δεν ασκεί σχετική έννομη επιρροή ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η πράξη της απάτης, ούτε ο χρόνος της ζημιογόνου ενέργειας ή παράλειψης του τελευταίου.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε.

Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία κάποιου ή κάποιων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του.

Επίσης αρκεί τα αποδεικτικά μέσα να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και ως προς το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίζεται το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του. Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής ή στη γνώση και αποδοχή ενδεχόμενης παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αυτονοήτως προκύπτει από την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή της, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση από τον δράστη ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, πρέπει να υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς αυτά τα στοιχεία.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της απάτης, η ειδική αιτιολογία πρέπει να καλύπτει τόσο τον δόλο του δράστη ως προς τη γνώση της ψευδούς παράστασης γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, όσο και τον σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παραπλανώμενου ή τρίτου, με παράθεση στην απόφαση των περιστατικών που δικαιολογούν την προαναφερόμενη γνώση και τον σκοπό προσπορισμού του παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι αναιρετέα.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 6604/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος Ν. Μ., όπως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημιά είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", παρουσιάστηκε στον εγκαλούντα Ν. Γ. του Ι., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "... E.E." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία έχει ως αντικείμενο εισαγωγές και εξαγωγές λιπασμάτων, ανθέων, γεωργικών σπόρων, γεωργικών φαρμάκων, ενώ προσφέρει και υπηρεσίες στολισμού εκδηλώσεων και έργων πρασίνου και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι φερέγγυος και αξιόπιστος έμπορος, διατηρεί μία υγιή επιχείρηση, με σημαίνουσα θέση στην αγορά, ότι ο ίδιος έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και είναι σε θέση με το ανάλογο τίμημα να προμηθεύσει την ως άνω εταιρεία με εμπορεύματα προσφοράς, με αποτέλεσμα, να πεισθεί ο προαναφερόμενος εγκαλών και να του παραδώσει τις κάτωθι επιταγές, και δη:

την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 15-7-2010, ποσού 14.760 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 31-7-2010, ποσού 8.250 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 30-8-2010, ποσού 7.580 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 15-9-2010, ποσού 12.690 Ευρώ και την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 30-9-2010, ποσού 14.680 Ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 57.960 Ευρώ, ποσό που αποτελεί την ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, καθώς ο τελευταίος δεν έπραξε προκειμένου να προμηθεύσει την εταιρεία του εγκαλούντος με τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα, αντιθέτως μεταβίβασε τις παραπάνω επιταγές σε τρίτους, οι οποίοι τις εμφάνισαν προς πληρωμή.

Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων, αν γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση, ότι δηλαδή κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και να παραδώσει τα εμπορεύματα, ότι η εταιρεία του αντιμετώπιζε αρκετό καιρό οικονομικές δυσχέρειες και ότι ο κατηγορούμενος αποκλειστικώς απέβλεπε στην παράνομη αποκόμιση της αξίας που ενσωμάτωναν οι παραπάνω επιταγές, ουδέποτε θα προέβαινε στη σύναψη της ως άνω συμφωνίας και στην παράδοση σε αυτόν των παραπάνω επιταγών.

Κατά συνέπεια συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής και όπως περιγράφεται κατά τα λοιπά στοιχεία στο διατακτικό".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη ..., το χρονικό διάστημα των μηνών Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010, τέλεσε το εξής αδίκημα και συγκεκριμένα: Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημιά είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", παρουσιάστηκε στον εγκαλούντα Ν. Γ. του Ι., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία έχει ως αντικείμενο εισαγωγές και εξαγωγές λιπασμάτων, ανθέων, γεωργικών σπόρων, γεωργικών φαρμάκων, ενώ προσφέρει και υπηρεσίες στολισμού εκδηλώσεων και έργων πρασίνου και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι φερέγγυος και αξιόπιστος έμπορος, διατηρεί μία υγιή επιχείρηση, με σημαίνουσα θέση στην αγορά, ο ίδιος δε έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και είναι σε θέση με το ανάλογο τίμημα να προμηθεύσει την ως άνω εταιρεία με εμπορεύματα προσφοράς, με αποτέλεσμα, να πεισθεί ο προαναφερόμενος εγκαλών και να του παραδώσει τις κάτωθι επιταγές, και δη:

την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 15-7-2010, ποσού 14.760 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 31-7-2010, ποσού 8.250 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 30-8-2010, ποσού 7.580 Ευρώ, την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 15-9-2010, ποσού 12.690 Ευρώ και την υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία λήξης 30-9-2010, ποσού 14.680 Ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 57.960 Ευρώ, ποσό που αποτελεί την ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, καθώς ο τελευταίος ουδέν έπραξε προκειμένου να προμηθεύσει την εταιρεία του εγκαλούντος με τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα, αντιθέτως μεταβίβασε τις επιταγές προς τρίτους, οι οποίοι τις εμφάνισαν προς πληρωμή, ο δε εγκαλών αν γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση, ότι δηλαδή κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και να παραδώσει τα εμπορεύματα, καθώς η εταιρεία του αντιμετώπιζε αρκετό καιρό οικονομικές δυσχέρειες και ότι αποκλειστικώς απέβλεπε στην παράνομη αποκόμιση της αξίας που ενσωμάτωναν τα ανωτέρω αξιόγραφα, ασφαλώς και ουδέποτε θα προέβαινε στη σύναψη της ως άνω συμφωνίας και στην παράδοση σε αυτόν των παραπάνω επιταγών".

Με αυτά που δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθ.6604/2014 απόφασή του, την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α 27,51,53,386 παρ. 1 εδ.α και β του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφή ή ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, παρατίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) ο τρόπος και η μεθόδευση με την οποία ενήργησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στην διάπραξη της παραπάνω πράξης της απάτης προκειμένου αυτός να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εμφανισθείς, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "...

ΟΕ", στον εγκαλούντα Γ. Ν., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας " ... Ε.Ε." η οποία έχει αντικείμενο εισαγωγές και εξαγωγές λιπασμάτων, ανθέων, γεωργικών σπόρων κλπ, ενεργώντας με δόλο, δια ψευδών παραστάσεων γεγονότων, περί φερεγγυότητας του ιδίου και αξιόπιστου εμπόρου, ότι διατηρεί μια υγιή επιχείρηση με σημαίνουσα θέση στην αγορά, καθώς και ότι ο ίδιος έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και είναι σε θέση με το ανάλογο τίμημα να προμηθεύσει την ως άνω εταιρία του εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος με εμπορεύματα προσφοράς, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, β) οι εν γνώσει του, κατά τα ανωτέρω, ψευδείς παραστάσεις (μη δυνατότητα να παραδώσει τα εμπορεύματα της, δήθεν, προσφοράς, περί φερεγγυότητας του ιδίου και βιωσιμότητας της εταιρίας του κλπ), συνεπεία των οποίων παραπείσθηκε ο εγκαλών και προς εξασφάλιση των τιμών προσφοράς των εμπορευμάτων αυτός παρέδωσε, προκαταβολικά, στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, τις, αντίστοιχης αξίας των εμπορευμάτων, επίμαχες επιταγές, επιδιώκοντας έτσι ο κατηγορούμενος να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο, δηλαδή, στην παράνομη αποκόμιση της αξίας που ενσωμάτωναν οι, κατά τα άνω, παραδοθείσες από τον εξαπατηθέντα πολιτικώς ενάγοντα αντίστοιχης αξίας επιταγές, ποσού 57.960 ευρώ, μεταβιβάζοντας αυτές σε τρίτους, με αντίστοιχο όφελος του ιδίου και αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος.

Πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ο τελευταίος γνώριζε την αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρίας του κατηγορούμενου.. Επομένως αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα όλες οι κρίσιμες παραδοχές, που θεμελιώνουν, τον υπερχειλή δόλο, τον σκοπό για προσπόριση στον κατηγορούμενο παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος και τον τρόπο τέλεσης της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος.

Συνακόλουθα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν και κατά το μέρος με τις οποίες, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, πρέπει, όλοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 386 του ΠΚ να απορριφθούν.

Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς, επίσης και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσης πολιτικώς εναγούσης (άρθ.176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2014 (υπ’ αριθ. ...2014) αίτηση του Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 6604/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ