Legislator Case Law & Legislation
1933/2014 AI generated

1933/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1933/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1933/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1933 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ (Α.Γ.Ε.Τ ΗΡΑΚΛΗΣ)", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΡΑΚΛΗΣ" (Α.Ν.Ε ΗΡΑΚΛΗΣ), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κοτίνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Γ. Α. Τ., κατοίκου ... για τον ίδιο ατομικά και ως νόμιμο κληρονόμο του πατέρα του Α. Γ. Τ. και της μητέρας του Δ. χας Α. Τ., 2.Α. Α. Τ.-Χ., κατοίκου ..., για τον ίδιο ατομικά και ως νόμιμο κληρονόμο του πατέρα του Α. Γ. Τ. και της μητέρας του Δ. χας Α. Τ., 3.Κ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 4.Κ. Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος απεβίωσε στις 12 Αυγούστου 2011 και κατέλιπε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του τη σύζυγό του Β.-Σ. χα Κ. Π. το γένος Α. και Μ. Σ., η οποία δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη αυτού και 5.Γ. - Ν. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3 Ιουλίου 1984 και 5 Ιουλίου 1984 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8564/1985 και 6114/2000 μη οριστικές, 3550/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3968/2006 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 757/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (3968/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6640/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17 Μαΐου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6640/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 3-7-1984 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείουσες εταιρείες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας να τις καταβάλουν συμμέτρως:

α) το ποσό των 5.947.498 δολαρίων ΗΠΑ ή το σε δραχμές ισόποσό τους κατά την ημέρα της πληρωμής, κατά το οποίο ζημιώθηκαν από την παράνομη, υπαίτια, δόλια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων και β) το ποσό του 1.781.782 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με την από 5-7-1984 μεταγενέστερη αγωγή τους ζήτησαν την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά των 2ου, 4ου, 5ου και 7ου των εναγομένων, λόγω της αδικοπραξίας και ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8564/1985 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων.

Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 6114/2000 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν νέες αποδείξεις, μετά τη διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3550/2004 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 3-7-1984 αγωγή και υποχρεώθηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 430.227 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 309.918,69 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Πέραν τούτων, το Δικαστήριο δέχθηκε την από 5-7-1984 αγωγή ως προς τους 1ο, 3ο και 5ο των αναιρεσιβλήτων και απήγγειλε σε βάρος του καθενός προσωπική κράτηση διαρκείας μέχρι έξι (6) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της εν λόγω απόφασης οι ηττηθέντες εναγόμενοι άσκησαν τις από 21-11-2004 και 18-11-2004 εφέσεις τους, οι δε ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες την από 22-11-2004 έφεσή τους.

Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3968/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν κατ' ουσίαν η από 18-11-2004 έφεση του εκ των αναιρεσιβλήτων Γ. - Ν. Γ., καθώς και η από 22-11-2004 έφεση των αναιρεσειουσών, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 22-11-2004 έφεση των λοιπών εναγομένων και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή προσωπικής κράτησης, η οποία έγινε δεκτή μόνο για τους 1ο και 5ο των αναιρεσιβλήτων.

Κατά της συγκεκριμένης τελεσίδικης απόφασης οι εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Τ., Α. Τ. - Χ., Κ. Π. και Γ. - Ν. Γ. άσκησαν την από 31-8-2006 αίτηση αναίρεσης, ενώ οι ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν την από 28-9-2006 αίτηση αναίρεσης και τους από 28-7-2008 πρόσθετους λόγους. Με την υπ' αριθμ. 757/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 31-8-2006 αίτηση αναίρεσης και αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3968/2006 απόφαση στο σύνολό της.

Αντίθετα, με την υπ' αριθμ. 1770/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απορρίφθηκαν οι από 28-9-2006 αίτηση αναίρεσης και οι από 28-7-2008 πρόσθετοι λόγοι. Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 6640/2011 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί των από 21-11-2004 και 18-11-2004 εφέσεων και των από 4-3-2010 προσθέτων λόγων έφεσης, που άσκησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατά της υπ' αριθμ. 3550/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και επί της από 26-3-2010 αίτησης των τελευταίων, με την οποία ζήτησαν την ανάκληση της υπ' αριθμ. 4936/1984 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε διαταχθεί η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων τους και η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, κατόπιν σχετικής αίτησης της πρώτης αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις άνω εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3550/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί τις από 3-7-1984 και 5-7-1984 αγωγές των αναιρεσειουσών, τις απέρριψε κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Εταιρεία Τσιμέντων Ηρακλής" (ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ) δραστηριοποιείται με την παραγωγή και εμπορία τσιμέντου και συναφών προϊόντων.

Η δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Ναυτιλιακή Εταιρεία Ηρακλής" (ΑΝΕ ΗΡΑΚΛΗΣ) είναι θυγατρική της πρώτης και έχει αναλάβει το έργο των μεταφορών και της διακίνησης γενικά του τσιμέντου που παράγει η πρώτη, στο εσωτερικό και στις αγορές του εξωτερικού, με κάθε μορφής ναυτικά μέσα.

Κατά τον επίδικο χρόνο, από το έτος 1977 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1983, στο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης ενάγουσας συμμετείχαν, μεταξύ άλλων και οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, δηλαδή ο Α. Γ. Τ., ως πρόεδρος, ο Γ. Α. Τ., ως διευθύνων σύμβουλος, η Δ. συζ. Α. Τ. και ο Α. Α. Τ. - Χ., ως μέλη του Δ.Σ. Ο πέμπτος εναγόμενος Κ.

Ι. Ζ. και ο έκτος εναγόμενος Κ. Α. Π. ήσαν γενικός οικονομικός διευθυντής και τεχνικός διευθυντής αντίστοιχα της πρώτης ενάγουσας, οι οποίοι με βάση το άρθρο 23 του καταστατικού της πρώτης ενάγουσας και τα πρακτικά του Δ.Σ. αυτής, είχαν δικαίωμα πρώτης υπογραφής, υπό την επωνυμία της πρώτης ενάγουσας, δεσμεύοντάς την με την υπογραφή τους.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ετύγχαναν αντίστοιχα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της δεύτερης ενάγουσας, οι δε πέμπτος και έκτος εναγόμενοι, μέλη αυτού. Τη δεκαετία του 1970 η πρώτη ενάγουσα πρόκρινε, ως επιχειρηματική της επιλογή, τη γενικότερη δραστηριοποίησή της, καθώς και των θυγατρικών της εταιρειών, στις αγορές της Μέσης Ανατολής.

Κατόπιν επίμονων διαπραγματεύσεων καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "REDEC INTETRADE LTD", με έδρα τη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας (στο εξής REDEC) το από 31-3-1977 "σύμφωνο αγοράς και ανεγέρσεως", με το οποίο η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει το σχετικό εξοπλισμό και να κατασκευάσει, για λογαριασμό της δεύτερης, σταθμό διανομής τσιμέντου στο λιμάνι του DAMMAM της Σαουδικής Αραβίας, με ικανότητα παράδοσης τσιμέντου με μέσο ρυθμό 2.000 μετρικών τόνων ανά εργάσιμη ημέρα.

Ειδικότερα, ο εξοπλισμός αυτός αποτελείτο από 4 χαλύβδινα "σιλό" αποθηκευτικής ικανότητας χύδην τσιμέντου 1.000 τόνων, συμπληρωμένα με ατσάλινα υποστηρίγματα και 2 "σιλό" χωρητικότητας 550 τόνων, δύο (2) πλήρεις συναρμολογημένες σε τροχοφόρα μηχανές αυτόματης σάκκευσης (συσκευασίας σε σάκκους), πλήρεις αποθηκευτικούς κάδους, ιμάντες μεταφοράς για φόρτωση σε φορτηγό αυτοκίνητο, εξοπλισμό για τροφοδοσία του τσιμέντου από τα σιλό στις 2 μηχανές σάκκευσης, μία γεφυροπλάστιγγα 60 τόνων κλπ.

Η ανέγερση θα γινόταν σε τιμές κόστους, χωρίς εμπορικό κέρδος από πλευράς πρώτης ενάγουσας, η οποία δεν απέβλεπε στο κέρδος από αυτή καθεαυτή την ανέγερση. Πάντως η REDEC θα της κατέβαλε ποσοστό 3% επί της αξίας FOB του εξοπλισμού για έξοδα παραγγελιών και 5% επί της αξίας FOB για τα έξοδα σχεδίων και μηχανολογικού εξοπλισμού.

Η ανέγερση, δηλαδή, δεν ήταν τελείως ανέξοδη για τη REDEC. Η τελευταία θα παρείχε επί πλέον στην ενάγουσα, κατά τη συμφωνία τους, τη μεταφορά του εξοπλισμού ανέγερσης, ηλεκτρική ενέργεια, τη μισθοδοσία, διατροφή, παροχή κατοικίας και ασφάλισης για το προσωπικό της πρώτης ενάγουσας. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής την ενάγουσαν εκπροσώπησαν ο διευθύνων σύμβουλος αυτής Γ.

Τ. και ο τεχνικός διευθυντής της Κ. Π., δεύτερος και έκτος εναγόμενοι. Για την επίτευξη της συμφωνίας αυτής απαιτήθηκε η εμπορική συνδρομή της Γερμανικής κοινοπραξίας "LAETZ" και της Σαουδαραβικής εταιρείας "ROLACO", ανταγωνίστριας της REDEC, με τις οποίες η ενάγουσα ΑΓΕΤ είχε αναπτύξει πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας, αναφορικά με τον επίδικο σταθμό διανομής τσιμέντου.

Η πρώτη ενάγουσα είχε συμφωνήσει με τη "LAETZ" να μετασκευάσει ένα εμπορικό πλοίο 25 έως 30 χιλιάδων τόνων, ώστε αυτό να λειτουργεί ως πλοίο-αποθήκη χύδην τσιμέντου, το οποίο αγκυροβολημένο ανοικτά του λιμένα του DAMMAM, ο οποίος είναι αβαθής, θα αναρροφούσε τσιμέντο ισπανικής προέλευσης από πλοία ναυλωμένα από την "LAETZ" και στη συνέχεια ένα δεύτερο μικρότερο πλοίο ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας θα μετέφερε το τσιμέντο αυτό στις εγκαταστάσεις της ξηράς, όπου θα αποθηκευόταν στα σιλό του σταθμού διανομής και θα συσκευαζόταν με τις μηχανές σάκκευσης.

Περαιτέρω, την ίδια ημέρα (31-3-1977) καταρτίστηκε μεταξύ της REDEC και της όγδοης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MARITIME CEMENT MANAGEMENT CORPORATION (MCM)", που εδρεύει στον Παναμά, συμφωνία διαχείρισης και χειρισμού (λειτουργίας) του παραπάνω σταθμού διανομής τσιμέντου. Η "MCM" ανέλαβε την υποχρέωση να λειτουργήσει το σταθμό διανομής με δικό της εξειδικευμένο προσωπικό έως 12 ατόμων από την Ελλάδα, εγγυώμενη να παραδίδει ετησίως 600.000 μετρικούς τόνους σακκευμένου και χύμα τσιμέντου, με μέσο ρυθμό 2.000 μετρικών τόνων ανά ημέρα εργασίας, με την ποσότητα του σακκευμένου τσιμέντου να μην υπερβαίνει τους 1.200 μετρικούς τόνους ανά ημέρα εργασίας, για το σταθμό των 2 σακκευτικών μηχανών.

Η REDEC ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τη μισθοδοσία, διατροφή, παροχή κατοικίας και ασφάλισης για το προσωπικό της "MCM" και θα κατέβαλε ως αμοιβή διαχείρισης, για παραδόσεις 600.000 μετρικών τόνων τσιμέντου ετησίως ή λιγότερο, το ποσό των 1,67 δολλαρίων ΗΠΑ για κάθε τόνο που παραδίδεται και για παραδόσεις πλέον των 600.000 μετρικών τόνων τσιμέντου το ποσό των 2 δολλαρίων ΗΠΑ για κάθε τόνο που παραδίδεται.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής συμβλήθηκε, ως αντιπρόσωπος της "MCM" η δεύτερη ενάγουσα "ΑΝΕ ΗΡΑΚΛΗΣ" εκπροσωπούμενη από τους δεύτερο και πέμπτο εναγομένους, Γ. Τ. και Κ. Ζ.. Η εταιρεία "MCM" ήταν υπαρκτή εταιρεία με έδρα τον Παναμά, όπως προκύπτει από το 16-12-1976 καταστατικό της και όχι ανύπαρκτη εταιρεία με δήθεν έδρα τη Λιβερία, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, καθόσον ο διευθυντής της πρώτης ενάγουσας Ι.

Χ. στην από 6-7-1977 επιστολή του προς τη "REDEC" από παραδρομή ανέφερε ότι η "MCM" εδρεύει στη Μονρόβια της Λιβερίας. Εξάλλου, στο από 13-1-1977 πρακτικό του ΔΣ της "MCM", που συνετάγη στο Λουξεμβούργο, παρέχεται ευρεία εξουσιοδότηση στη δεύτερη ενάγουσα και στον έβδομο εναγόμενο Γ.-Ν. Γ., ταμία της, να την εκπροσωπούν. Επίσης, η δεύτερη ενάγουσα με την από 20-4-1977 επιστολή της προς τη "REDEC", ανέλαβε την ευθύνη για την πιστή εκπλήρωση της συμφωνίας διαχείρισης για λογαριασμό της "MCM".

Ο επίδικος σταθμός διανομής κατασκευάστηκε από τη θυγατρική εταιρεία της πρώτης ενάγουσας "ΕΒΙΕΣΚ Α.Ε.", η οποία επίσης ανέλαβε την μετατροπή του πλοίου "PSARA FLAG" σε πλοίο-σιλό, με ικανότητα αναρρόφησης τσιμέντου, πλοιοκτησίας της εταιρείας "DEPOTS COORDINATION" με έδρα τον Παναμά, στην οποία συμμετείχαν κατά 50% η δεύτερη ενάγουσα και η κοινοπραξία "LAETZ".

Για δε τη μεταφορά του τσιμέντου από το παραπάνω πλοίο στη ξηρά, στο σταθμό διανομής, η "MCM" αντιπροσωπευόμενη από τη δεύτερη ενάγουσα με το από 31-3-1977 συμφωνητικό, χρονοναύλωσε στην "REDEC" το πλοίο "ΠΕΡΣΕΥΣ", ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας. Ο σταθμός διανομής τσιμέντου άρχισε να λειτουργεί τον Οκτώβριο του έτους 1977, με προσωπικό των εναγουσών, αποσπασμένο στη Σαουδική Αραβία και βοηθητικό προσωπικό της "REDEC".

Το έτος 1982 η θυγατρική της πρώτης ενάγουσας "ΕΒΙΕΣΚ" κατασκεύασε για λογαριασμό της "REDEC" και άλλο σταθμό διανομής στο RIYADH της Σαουδικής Αραβίας, με σιδηροδρομική σύνδεση με το DAMMAM, ο οποίος λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο, όπως και ο προηγούμενος. Στις 1-11-1977 ο διευθυντής του τμήματος διεθνών δραστηριοτήτων της πρώτης ενάγουσας, Ι.

Χ., γνωστοποίησε με "τέλεξ" προς τη "REDEC" ότι η αμοιβή διαχείρισης του σταθμού διανομής θα εμβάζεται στο με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της "MCM" στην ελβετική τράπεζα "CREDIT SWISSE BANK", ο οποίος παλιότερα ανήκε στην πρώτη ενάγουσα, μετέπειτα στη δεύτερη και από 28-4-1977 στην "MCM". Ο διευθυντής του σταθμού διανομής ήταν υπάλληλος της πρώτης ενάγουσας, τέτοια δε πρόσωπα υπηρέτησαν διαδοχικά στο σταθμό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με τέλεξ γνωστοποιούσαν στην "REDEC" τις ποσότητες τσιμέντου που είχαν εισρεύσει στο σταθμό διανομής και η τελευταία κατέθετε στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό το ποσό της διαχειριστικής αμοιβής κάθε φορά. Το ίδιο τέλεξ γνωστοποιούταν, από το διευθυντή του σταθμού, στην πρώτη ενάγουσα, στο λογιστήριο της οποίας ετηρείτο εξωλογιστικός λογαριασμός της "MCM", κατ' εντολή του πέμπτου εναγομένου Κ.

Ζ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τη λειτουργία των παραπάνω σταθμών, που διήρκεσε μέχρι τις αρχές του έτους 1983, οπότε η σύμβαση καταγγέλθηκε από την "REDEC" η "MCM" εισέπραξε συνολικά, ως αμοιβή διαχείρισης το ποσό των 5.947.498 δολλαρίων ΗΠΑ, όπως συνομολογούν οι διάδικοι. Η "MCM" ιδρύθηκε στις 16-12-1976 στον Παναμά, το μετοχικό της κεφάλαιο αποτελείτο από 500 ανώνυμες μετοχές, χωρίς ονομαστική αξία και το σύνολο των μετοχών της (100%) ανήκε στην εταιρεία επένδυσης χαρτοφυλακίου με την επωνυμία "ARMSTOCK CORPORATION S.A." με έδρα το Λουξεμβούργο (ένατη εναγομένη), η οποία ιδρύθηκε στις 17-12-1976.

Στο κεφάλαιο της τελευταίας, ύψους 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ, συμμετείχε κατά ποσοστό 76% η δεύτερη ενάγουσα και κατά 24% η εταιρεία με την επωνυμία "SEMO HOLDINGS". Η δεύτερη ενάγουσα είχε δικαίωμα ψήφων μόνο κατά ποσοστό 40%, διότι κατείχε όλες τις προνομιούχες μετοχές. Τούτο δε διότι η εταιρεία "SEMO" ανήκε στη Σαουδαραβική εταιρεία "ROLACO" και σε άλλα αραβικά συμφέροντα, τα οποία απαίτησαν να ασκούν τη διοίκηση της "SEMO".

Ακόμη αποδείχθηκε ότι στο χαρτοφυλάκιο της ένατης εναγομένης "ARMSTOCK" ανήκε η πλειοψηφία των μετοχών 20 περίπου αλλοδαπών εταιρειών, συμφερόντων της πρώτης ενάγουσας, μεταξύ δε αυτών και της εταιρείας "COMPANIA NAVIERA MONTE VERDE".... "Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκαν καθόλου οι αγωγικοί ισχυρισμοί για την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία να επέφερε αιτιωδώς ζημία στις ενάγουσες, δηλαδή ότι οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τις καταστατικές εξουσίες τους, με τη συνέργεια των λοιπών εναγομένων, επέβαλαν τις αποφάσεις τους στα άλλα μέλη του Δ.Σ.

των εναγουσών, μη εξαιρουμένης και της παράλειψης να τους ενημερώνουν με πληρότητα για τις διάφορες δραστηριότητές τους. Ότι, έτσι, υπέγραψαν την από 31-3-1977 επίδικη σύμβαση με την εταιρεία "REDEC" μυστικά από τα άλλα μέλη του Δ.Σ., ότι η εταιρεία "MCM" Παναμά, που εισέπραξε την αμοιβή διαχείρισης που δεν της ανήκε και την οποία, αντί να επιστρέψει στις ενάγουσες, παρέδωσε υπό μορφή μερίσματος, ολόκληρο ή μέγα μέρος του, στην εταιρεία "ARMSTOCK" (ένατη εναγομένη), μητρική της "MCM" Παναμά με αντίστοιχη ζημία των εναγουσών.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τα εναγόμενα μέλη των Δ.Σ. των εναγουσών ενήργησαν για τις επίδικες επενδύσεις, στα πλαίσια της καταστατικής τους εξουσίας, ενημέρωναν επαρκώς τα άλλα μέλη των Δ.Σ., δεν ενήργησαν με οποιοδήποτε τρόπο παράνομα και υπαίτια, εξυπηρέτησαν τα έννομα επιχειρηματικά συμφέροντα των εναγουσών και δεν τους προξένησαν κάποια ζημία.

Την κρίση του περί των παραπάνω, το Δικαστήριο στηρίζει ιδιαίτερα στα εξής αποδειχθέντα πλήρως πραγματικά περιστατικά: α) Η επίμαχη από 31-3-1977 σύμβαση με την εταιρεία "REDEC" ήταν επωφελής για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των εναγουσών στη Μέση Ανατολή και από κανένα στοιχείο βεβαιώνεται ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί με διαφορετικό και προσφορότερο γι' αυτές τρόπο.

β) Για τις δραστηριότητες στο DAMMAM της Σαουδικής Αραβίας υπήρξε ενημέρωση των μελών των Δ.Σ. των εναγουσών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεων αυτών, που προσκομίζονται. γ) Η εταιρεία "MCM" Παναμά, ήταν υπαρκτή εταιρεία, διαχειρίστρια των σταθμών διανομής τσιμέντου στη Σαουδική Αραβία, 100% θυγατρική της εταιρείας "ARMSTOCK" με έδρα το Λουξεμβούργο, το 76% των μετοχών της τελευταίας ανήκε στη δεύτερη ενάγουσα.

δ) η αμοιβή διαχείρισης των σταθμών διανομής τσιμέντου κατατίθετο στο με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της "MCM" στην ελβετική τράπεζα "CREDIT SUISSE BANK", ο οποίος αρχικά ανήκε στην πρώτη ενάγουσα, μεταγενέστερα στη δεύτερη και από 28-4-1977 στην "MCM". ε) το τέλεξ του εκάστοτε διευθυντή των σταθμών διανομής, που ήταν υπάλληλος της πρώτης ενάγουσας, προς την εταιρεία "REDEC" για την πληρωμή της αμοιβής διαχείρισης, κοινοποιούταν και στο λογιστήριο της πρώτης ενάγουσας, όπου ετηρείτο εξωλογιστικός λογαριασμός της "MCM" στ) Οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών που κάνουν λόγο για ζημία τούτων αναιρούνται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι βεβαιώνουν όφελος των εναγουσών, από εξαιρετικά πετυχημένο επιχειρηματικό σχεδιασμό και σημαντικά μερίσματα αυτών μέσω της θυγατρικής εταιρείας της δεύτερης ενάγουσας "ARMSTOCK".

Άλλωστε οι ενάγουσες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους συνομολογούν ότι η δεύτερη έλαβε το ποσό των 831.577 δολλαρίων ΗΠΑ, από την αμέσως παραπάνω εταιρεία, ως μέρισμα προερχόμενο από την "MCM" από την αμοιβή διαχείρισης των επίδικων σταθμών τσιμέντου. Η δε αγωγή τους, στο αιτητικό της, εμφανίζεται ενδοιαστική, αφού ζητούν να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα ποσά όσα (άγνωστα) τους καταβλήθηκαν από την εταιρεία "ARMSTOCK", καθώς και όσα καταβλήθηκαν στη θυγατρική της δεύτερης ενάγουσας "INTERMED".

Να σημειωθεί δε ότι, κατόπιν μηνύσεως του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, το έτος 1983, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εναγομένων μελών του Δ.Σ. των εναγουσών πρώτου και τρίτης, καθώς και κατά λοιπών προσώπων, μεταξύ άλλων πράξεων και για απάτη και απιστία σχετικά με την ένδικη υπόθεση.

Με το με αριθμό 1486/1986 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του πρώτου εναγομένου και διατάχθηκε, κατά τα λοιπά, περαιτέρω ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 595/1988 απαλλακτικό βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών, το οποίο αναιρέθηκε μερικά.

Στη συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμό 1128/1990 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών, που επίσης διέταξε περαιτέρω ανάκριση και ακολούθως εκδόθηκε το με αριθμό 334/1992 απαλλακτικό βούλευμα του ίδιου συμβουλίου, το οποίο αναιρέθηκε μερικώς. Μετά εκδόθηκε το με αριθμό 2039/1993 βούλευμα του αυτού συμβουλίου, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, έκτος και έβδομος εναγόμενοι τέλεσαν αδικοπραξία και επιδίκασε στις ενάγουσες τα ποσά των 430.227 ευρώ και 309.918,69 ευρώ αντίστοιχα, κατά μερική παραδοχή της από 3-7-1984 κύριας αγωγής, ενώ δέχθηκε και την παρεμπίπτουσα από 5-7-1984 αγωγή προσωπικής κράτησης, πλην του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν", διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί των ανωτέρω αγωγών, τις απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και την κατ' ουσίαν απόρριψη των ανωτέρω αγωγών δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1) η από 31-3-1977 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της εταιρείας "REDEC", δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει το σχετικό εξοπλισμό και να κατασκευάσει για λογαριασμό της δεύτερης στο λιμάνι του DAMMAM της Σαουδικής Αραβίας σταθμό διανομής τσιμέντου ήταν επωφελής για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των αναιρεσειουσών εταιρειών στη Μέση Ανατολή, καθόσον οι αναιρεσείουσες εισέπραξαν σημαντικά χρηματικά ποσά μέσω της θυγατρικής εταιρείας της δεύτερης εξ αυτών "ARMSTOCK" από την αμοιβή διαχείρισης των σταθμών διανομής τσιμέντου, ενόψει μάλιστα και του ότι, πέραν του γεγονότος ότι συνομολογούν την εκ μέρους της δεύτερης είσπραξη για την αιτία αυτή του ποσού των 831.577 δολλαρίων ΗΠΑ, με την αγωγή τους, ζητούν να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, όσα (άγνωστα) ποσά τους καταβλήθηκαν από την εταιρεία "ARMSTOCK", καθώς και όσα καταβλήθηκαν στη θυγατρική της δεύτερης "INTERMED", 2) για όλες τις δραστηριότητες στο προαναφερόμενο λιμάνι του DAMMAM υπήρξε ενημέρωση των μελών των Δ.Σ.

των αναιρεσειουσών, όπως τούτο προέκυπτε από τα προσκομισθέντα σχετικά πρακτικά των συνεδριάσεών τους, 3) η εταιρεία "MCM", η οποία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε αναλάβει, στα πλαίσια συμφωνίας με την εταιρεία "REDEC", που καταρτίστηκε την ίδια ημέρα (31-3-1977), τη διαχείριση και τη λειτουργία του σταθμού διανομής τσιμέντου, έναντι αμοιβής, ήταν υπαρκτή εταιρεία, με έδρα τον Παναμά, σύμφωνα με το από 16-12-1976 καταστατικό της και κατά 100% θυγατρική εταιρεία της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρείας "ARMSTOCK", το 76% των μετοχών της οποίας κατείχε η δεύτερη των αναιρεσειουσών, 4) η αμοιβή από τη διαχείριση των σταθμών διανομής τσιμέντου κατατίθετο στον υπ' αριθμ. ...

τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε, από τις 28-4-1977, η εταιρεία "MCM" στην ελβετική τράπεζα "CREDIT SWISSE BANK" και ο οποίος, πριν καταστεί δικαιούχος η άνω εταιρεία, ετηρείτο αρχικά επ' ονόματι της πρώτης αναιρεσείουσας και ακολούθως επ' ονόματι της δεύτερης και 5) τα τέλεξ του εκάστοτε διευθυντή των σταθμών διανομής (στο DAMMAM και στο RIYADH), ο οποίος ήταν υπάλληλος της πρώτης των αναιρεσειουσών, προς την εταιρεία "REDEC" για την πληρωμή της αμοιβής διαχείρισης, κοινοποιούνταν και στο λογιστήριο της πρώτης αναιρεσείουσας, όπου ετηρείτο εξωλογιστικός λογαριασμός της εταιρείας "MCM".

Επομένως, οι στηριζόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν της γενικής αναφοράς ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη του "όλα, χωρίς κάποια εξαίρεση, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, έστω και αν κάποιο από αυτά δεν μνημονεύεται ειδικά παρακάτω, μεταξύ δε των εγγράφων και αυτά των ποινικών δικογραφιών, που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο υπ' αριθμ. 2039/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο έγγραφο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ειδικότερα ότι το Εφετείο μη νομίμως δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το προαναφερόμενο βούλευμα, όσον αφορά τις αποδεκτές γενόμενες ποινικώς κολάσιμες πράξεις, οι οποίες συγχρόνως πληρούν και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ και ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ έκρινε ότι καταλογιζόμενες στους αντιδίκους πράξεις δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν αξιολογούνται αυτοτελώς για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και έτσι οδηγήθηκε στη μη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1) και ειδικότερα αναφορικά με την έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ