Supreme Court annuls second-instance verdict for perjury due to lack of specific and reasoned justification regarding the witness's knowledge of falsehoods.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second-instance conviction for perjury because the lower court failed to provide specific and reasoned justification for its findings. Although the court accepted the witness's statements were false, it did not explain what the truth was or how it knew the defendant lied. Consequently, the case was remanded for a new trial before different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure require specific and reasoned justification; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure allows appeal when this justification is lacking. The court established that a conviction for perjury is invalid if the judgment accepts falsehoods without detailing the truth or explaining the defendant's knowledge of the lie.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1933 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για ψευδορκία μάρτυρα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή, δεν αναφέρει ποια είναι τα αληθή, ούτε περαιτέρω αναφέρονται περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναλήθειας των ενόρκως βεβαιωθέντων. Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
Αριθμός 1933/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη, περί αναιρέσεως της 102/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και προσδιορίζονται οι σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Υπαίτιος της προβλεπόμενης από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα είναι εκείνος που ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, πλην των άλλων στοιχείων, απαιτείται τα κατατεθέντα να είναι ψευδή, ενώ για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση απαιτείται άμεσος δόλος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι ψευδή.
Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτή, όπως επίσης πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο κατηγορούμενος, αλλιώς η απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ στις 23 Ιουνίου 2003, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ναυπλίου Ευανθίας Αερίδου, κατόπιν αιτήσεως των Ζ4 και Ζ3, και συνετάγη η υπ' αριθμ. 157/2003 ένορκη βεβαίωση της ανωτέρω Ειρηνοδίκου, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί από τους ανωτέρω, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο στην κατ' έφεση συζήτηση της από 19/10/1991 αγωγής τους κατά του νυν μηνυτή Ψ, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου στις 17/9/2003, κατέθεσε ψευδώς ότι: "Από ίδια αντίληψη ...γνωρίζω ότι όλα τα επίδικα ανήκαν στον Ζ1, που πέθανε περίπου το 1930,...
και μέχρι του θανάτου του νεμόταν όλα τα επίδικα...Όταν πέθανε ο Ζ1 όλα τα επίδικα περιήλθαν στο γιο του Ζ2, γιατί τα άλλα παιδιά του ο γιος του Ζ4 και η κόρη του ... δεν αναμείχθηκαν στην κληρονομιά. Άφησαν τα μερίδια τους στον αδελφό τους ..., ο οποίος συνέχισε να νέμεται όλα τα επίδικα...Επέβλεπε τα επίδικα και τα προστάτευε από κάθε επέμβαση τρίτου, όσο χρόνο βρισκόταν στην Ελλάδα....Επίσης γνωρίζω ότι με τον Ζ5 είχε ανοίξει και δίκη και με τον οποίο τελικά συμβιβάστηκε..".
Όλα όμως αυτά ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ενώ δέχεται ότι είναι ψευδή τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, παραλείπει να αναφέρει ποια είναι τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο αναιρεσείων, ενώ περαιτέρω ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναληθείας των ενόρκως βεβαιωθέντων.
Σε σχέση με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου(γνώση) η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό και το διατακτικό απλώς τη φράση "εν γνώσει" που περιέχεται στο νόμο, χωρίς να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Είναι συνεπώς βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 102/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ