Supreme Court allows appeal against distributor's breach of contract claim due to insufficient factual basis for termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a tobacco manufacturer against a distributor's termination of their exclusive distribution agreement. The court found that the distributor's sudden, unannounced termination without a six-month notice period did not constitute a clear breach of contract or bad faith under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the lower court's decision to award damages for the loss of clientele was overturned and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 281 of the Civil Code; A sudden termination of an exclusive distribution contract without notice does not constitute a clear breach of contract or bad faith if the terminating party acts within its legitimate business interests and the termination is objectively foreseeable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1933 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΕΛΙΑ" που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Γεωργακόπουλο και Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπεκρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2005 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει των υπό στοιχεία Β
ΙΙ και Β2 λόγων αναιρέσεως αναφορικά με την παραδοχή του αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών και της υπαγωγής αυτών στον εν λόγω κανόνα. Έτσι, θεμελιώνεται ο προκείμενος λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5§1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα ενοχική σύμβαση αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Kοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995.
Έτσι, στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ, στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής), ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ/τος, εφόσον σε συγκεκριμένη περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω αν και δεν ταυτίζονται πλήρως με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, αν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, την υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή, την υποχρέωση να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες, την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του, αλλά και την υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της συμβάσεως.
Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, η δε εμπορική δραστηριότητα του διανομέα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται αμέσως οφέλη για τον παραγωγό ή τον χονδρέμπορο, τόσο από την πώληση των συμβατικών προϊόντων στον διανομέα όσο και από τις παραπάνω υποχρεώσεις του τελευταίου.
Στις περιπτώσεις αυτές και αφού ελλείπουν διατάξεις ρυθμίζουσες τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, υφισταμένου έτσι ακούσιου νομοθετικού κενού, εφαρμόζονται αναλογικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ 219/1991 που ρυθμίζουν τα της εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως εκείνες των άρθρων 8 και 9 αυτού που ρυθμίζουν τα της καταγγελίας και της δίκαιης αποζημίωσης για απώλεια πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης του διανομέα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ.
Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων", δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατ' αποδοχή αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου διανομέα, δέχθηκε την αγωγή αυτή κατά ένα μέρος και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση πελατείας, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας) της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης, καθώς επίσης περαιτέρω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως ως προς την ουσιαστική βασιμότητας του περί αποζημιώσεως πελατείας αγωγικού αιτήματος, αφού έκρινε στη μείζονα πρόταση ότι επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), είναι εμπορική εταιρία που έχει την έδρα της στην ... και αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία καπνικών ειδών, ως δικαιούχος σήματος ή ως έχουσα την εκμετάλλευση ξένου σήματος κατόπιν συμφωνίας. Τα προϊόντα αυτά διακινεί και στην ευρύτερη περιοχή της ... μέσω διανομέων της, όπως ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος διατηρούσε μέχρι τέλους του έτους 1996 στην ...
ατομική επιχείρηση λειτουργούσα με ίδια δαπάνη και ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο ενάγων, βάσει άτυπης συμβάσεως αορίστου χρόνου που κατάρτισε περί το έτος 1978 με τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται κατά τρόπο διαρκή, μόνιμο και σταθερό τα καπνικά προϊόντα της τελευταίας σε μειωμένες τιμές, περίπου 40 % επί της λιανικής τιμής τους μετά την αφαίρεση του φόρου που αναλογούσε και στη συνέχεια να μεταπωλεί αυτά σε τρίτους (λιανοπωλητές, περιπτερούχους) με κέρδος 2,4 % επί της τιμής αγοράς τους από την εναγομένη.
Και ναι μεν αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη της άνω εμπορικής συνεργασίας ο ενάγων μεταπωλούσε με κέρδος σε τρίτους, πέρα από τα καπνικά είδη της εναγομένης, και καπνικά είδη άλλων προμηθευτών, πλην όμως τα μεταπωλούμενα είδη κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους προήρχοντο κυρίως από την επιχείρηση αυτής.
Για την καλύτερη εξέλιξη της εμπορικής συνεργασίας, ο ενάγων δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση της ανευρέσεως νέων πελατών και διεύρυνε το πελατολόγιο του, έτσι ώστε περί τα τέλη του έτους 1996 να διαθέτει, συνολικά 437 πελάτες, οι οποίοι προμηθεύοντο τα συμβατικά είδη της εναγομένης, ενώ παράλληλα ήταν υποχρεωμένος να διακινεί και τα συμβατικά της προϊόντα με νέο σήμα.
Η εναγομένη ελάμβανε γνώση αυτής της δραστηριοποιήσεως του εξαρχής, δεδομένου ότι περιστασιακά διενεργούσε, μέσω των προς τούτο αρμοδίων υπαλλήλων της επιθεώρηση και ελέγχους αναφορικώς με την περαιτέρω διάθεση και την εν γένει διακίνηση των ειδών που η ίδια προμήθευε στον ενάγοντα. Κατά τη χρονική περίοδο του έτους 1995 - 1996, τα προϊόντα της εναγομένης αντιπροσώπευαν ποσοστό πλέον του 80 % του κύκλου των εργασιών του ενάγοντος.
Συνεπώς η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση "ήταν σύμβαση διανομής και όχι αποκλειστικής διανομής, αφού ούτε η εναγομένη αποκλειστικά προμήθευε τον ενάγοντα με τα καπνικά προϊόντα που παρήγε, αλλά ούτε και ο ενάγων μεταπωλούσε επί κέρδει σε τρίτους αποκλειστικά προϊόντα της εναγομένης". Στις 3.12.1996, συνεχίσει το Εφετείο, η ένδικη σύμβαση λύθηκε με καταγγελία της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει αποζημίωση πελατείας, εφόσον αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκειά της, έφερε νέους πελάτες στην αναιρεσείουσα και προήγαγε σημαντικά τις εργασίες της με τη βαθμιαία ανά έτος αύξηση του πελατολογίου της, ενώ η τελευταία εξακολουθεί να αποκομίζει οφέλη από τους νέους αυτούς πελάτες και μετά τη λύση της συμβάσεως διανομής, δεδομένου ότι αυτοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν και να προμηθεύονται τα καπνικά της είδη.
Ακολούθως, ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημιώσεως πελατείας, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αντιθέτως κρίνουσας πρωτόδικης αποφάσεως και κατ' αποδοχή, αντιστοίχως, της σχετικής αγωγής, επιδίκασε στον ίδιο το ποσό των 20.004 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991.
Και τούτο, διότι, αν και δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση δεν ήταν εκείνη της αποκλειστικής διανομής, ως εκ του ότι και η αναιρεσείουσα διένειμε τα προϊόντα της μέσω και άλλων διανομέων στο Νομό ... και ο αναιρεσίβλητος διακινούσε προς μεταπώληση ανταγωνιστικά προς τα συμβατικά είδη, εντούτοις προέβη σε αναλογική εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως, επιδίκασε αποζημίωση πελατείας, χωρίς να συντρέχει η νόμιμη προς τούτο προϋπόθεση, ήτοι η ομοιότητας της επίμαχης σύμβασης προς εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το πλέον ουσιώδες στοιχείο της, της έλλειψης δηλαδή ανταγωνισμού.
Επομένως ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο λόγος υπό στοιχείο Βii, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Η σύμβαση διανομής, ως ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί με καταγγελία, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ, που κατά ρητή επιταγή του αρ. 91 ΕμπΝ εφαρμόζονται στη σύμβαση παραγγελίας, η οποία ομοιάζει, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της, με τη σύμβαση διανομής.
Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής που εφαρμόζονται είναι και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς δηλαδή να δεσμεύεται από προθεσμία. Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, που κατά την ΑΚ 914 δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος).
Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσεως. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ' άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 12 και 13/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικώς με την καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως και τα συνδεόμενα με αυτή αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: Η εμπορική συνεργασία των διαδίκων διήρκησε μέχρι τις 3/12/96, έκτοτε δε η εναγομένη αρνείτο να προμηθεύσει (πωλήσει) στον ενάγοντα τα καπνικά της προϊόντα με τους ίδιους, όπως και κατά το παρελθόν, όρους.
Μάλιστα, στις 28/11/96 κοινοποίησε σ' αυτόν καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως δια της από 26/11/96 σχετικής επιστολής του εμπορικού διευθυντού της, γνωστοποιώντας του ότι από 3/12/96 διακόπτεται η μέχρι τότε υφιστάμενη εμπορική συνεργασία τους και ότι στο πλαίσιο των οργανωτικών αλλαγών που εφάρμοσε στην επιχείρηση της, προκειμένου να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της στην αγορά, ανέθεσε την πώληση και αποκλειστική διανομή των προϊόντων της για την ευρύτερη περιοχή της ...
στον .... Κατά τον χρόνο της καταγγελίας και ένα έτος ολόκληρο πριν από αυτή ο ενάγων, ως πελάτης της εναγομένης, εξηρτάτο οικονομικά κατά κύριο λόγο από αυτή, αφού από αυτή προμηθεύετο ποσοστό περίπου 90% των καπνικών ειδών που ο ίδιος εμπορεύετο στην περιοχή της ... και τελούσε σε σχέση οικονομικής εξαρτήσεως από αυτή, δεδομένου ότι διατηρούσε μέχρι την καταγγελία μια εμπορική συνεργασία με την τελευταία, διάρκειας περίπου 18 περίπου ετών και είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να βελτιώσει την αποδοτικότητα της συνεργασίας τους και την ευρύτερη διάθεση των προϊόντων της, γεγονότα που σαφώς προκύπτουν από την ανά έτος αυξητική τάση της προωθήσεως των συμβατικών ειδών της εναγομένης εκ μέρους του, όπως αυτή (τάση) αποτυπώνεται στα σχετικά παραστατικά του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων των ειδών αυτών από την επιχείρηση του σε τρίτους.....
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εναγομένη ως προμηθευτής - επιχείρηση έναντι του πελάτη της - ενάγοντος, κατείχε κατά τον χρόνο της καταγγελίας αρκετά ισχυρή θέση σε σχέση με τους λοιπούς προμηθευτές του τελευταίου, γεγονός που αυτή πολύ καλά γνώριζε, ενόψει των διεξοδικών ερευνών του τμήματος πωλήσεων της επιχειρήσεως της, και έτσι η αιφνίδια και χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος διακοπή, από πλευράς της, της μακρόχρονης και μέχρι τότε άριστης εμπορικής συνεργασίας τους, ενέχει έναντι του ενάγοντος συναλλακτική συμπεριφορά καταχρηστική.
Και τούτο, διότι, με δεδομένη την προηγούμενη πραγματική κατάσταση που ενεφάνιζε τη συναλλακτική σχέση τους ως σχέση οικονομικής εξαρτήσεως της επιχειρήσεώς του από την επιχείρηση της εναγομένης, η νέα πραγματική κατάσταση, που κατά πρόταση της εναγομένης στην από 26-11-1996 καταγγελία της διαγράφετο για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και σύμφωνα με την οποία ο ενάγων θα μπορούσε μεν να προμηθεύεται τα καπνικά της είδη, αλλά σε τιμές που ίσχυαν για τους απλούς λιανοπωλητές και περιπτερούχους της περιοχής, στερούσε αυτόν από τη δυνατότητα εξευρέσεως ισοδύναμης εναλλακτικής λύσεως άμεσα, αφού δεν ήταν αντικειμενικά σε θέση να ανταγωνισθεί "επί ίσοις όροις" την επιχείρηση του αποκλειστικού διανομέα ..., δεδομένου ότι ο τελευταίος θα εμπορεύετο το αντικείμενο της εμπορίας του με ευνοϊκότερους σε σχέση με τον ενάγοντα όρους και προϋποθέσεις.
Η εναγομένη, συνεχίζει το Εφετείο, ισχυρίζεται ότι προέβη στην ως άνω καταγγελία από σπουδαίο λόγο και πιο συγκεκριμένα, επειδή, αποβλέπουσα στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της στην αγορά της ... έναντι των άλλων επιχειρήσεων όμοιας προς αυτή δραστηριότητας (ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ κ.λ.π.), άλλαξε διαρθρωτικά το όλο σύστημα διανομής των προϊόντων που μέχρι τότε τηρούσε, και θέλησε να εναρμονισθεί στις νέες συνθήκες της αγοράς που επέβαλε η προηγούμενη και προς την ίδια κατεύθυνση κινηθείσα οργανωτική τακτική άλλων ανταγωνιστών της.
Οι διαρθρωτικές αυτές αλλαγές αποτελούν μεν αναφαίρετο επιχειρησιακό της δικαίωμα, πλην όμως τη σχετική της απόφαση δεν είχε εγκαίρως καταστήσει γνωστή στον ενάγοντα, για τον οποίο γνώριζε ότι τελούσε σε οικονομική εξάρτηση από αυτή και ότι ως μεταπωλητής των προϊόντων της μέχρι την καταγγελία δεν θα είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται έκτοτε υπό ανταγωνιστικές συνθήκες τα συγκεκριμένα προϊόντα από άλλη πηγή.
Εξάλλου, αυτή (εναγομένη), ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει καταρχήν προθεσμία για την καταγγελία της μεταξύ τους υφιστάμενης συμβάσεως διανομής, όφειλε, μέσα στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το άρθρο 288 ΑΚ καλόπιστης συναλλακτικής συμπεριφοράς, να μην αιφνιδιάσει τον πελάτη της ενάγοντα, αλλά να αποδεχθεί την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της μετά παρέλευση ευλόγου χρονικού διαστήματος ενός εξαμήνου, έτσι ώστε ο τελευταίος επωφελούμενος του άνω χρονικού περιθωρίου, να εκμεταλλευθεί τούτο αποτελεσματικά, διαμορφώνοντας ανάλογα την επαγγελματική του δραστηριότητα και εναρμονίζοντας την επιχειρηματική του δράση με βάση τις νέες συνθήκες της αγοράς.
Ωστόσο, η ίδια, επιλέγοντας κατά παράβαση της επιβαλλόμενης στις συναλλαγές αρχής της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα αιφνιδιαστικά τη πρόθεσή της να διακόψει άμεσα την εμπορική τους συνεργασία με τους συμφωνημένους όρους και τις προϋποθέσεις που μέχρι τότε ίσχυαν, επέφερε τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεώς του και τον κλονισμό του οικονομικού του μέλλοντος, αφού, από 1/1/97 ο ενάγων, μη δυνάμενος να προμηθευθεί πλέον τα καπνικά της προϊόντα, που αποτελούσαν το 90% του όγκου των συναλλαγών του σε τιμή τέτοια που μετά την μεταπώλησή τους σε τρίτους να εξασφαλίζει κέρδος, υποχρεώθηκε να αναστείλει τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του ελλείψει του βασικού αντικειμένου της εμπορικής του δραστηριότητας, αφήνοντας όμως παράλληλα, στην εναγόμενη τα ουσιαστικά οφέλη, αφού της παραχώρησε τη μέχρι τότε διαμορφωμένη επί 18 έτη πελατεία του από 437 πελάτες (λιανοπωλητές, περιπτερούχους κ.λ.π.).
Ως εκ τούτου, η εναγομένη, για όλους τους πιο πάνω λόγους που επιβάλλονται από τη συναλλακτική καλή πίστη και διέπουν και το μετασυμβατικό στάδιο της έννομης σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, όφειλε τουλάχιστον για ένα εξάμηνο μετά την από 26-11-1996 καταγγελία της συμβάσεως διανομής να εξακολουθήσει να προμηθεύει στον ενάγοντα με τους ίδιους συμφωνημένους όρους και προϋποθέσεις τα συμβατικά προϊόντα της και να μη διακόψει αιφνιδιαστικά τις πωλήσεις της προς τον τελευταίο από τη 3/12/96, προκαλώντας υπαίτια σ' αυτόν αντικειμενική αδυναμία ασκήσεως εμπορίας και, κατ' επέκταση, απώλεια κερδών, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε αν στο παραπάνω εξάμηνο χρονικό διάστημα είχε τη δυνατότητα να προμηθευθεί τα καπνικά της είδη με έκπτωση 40% επί της τιμής αγοράς τους και να τα μεταπωλήσει στους πελάτες του με κέρδος 2,40% επί της τιμής που τα προμηθεύτηκε.....Επίσης, ο ενάγων, λόγω της προεκτεθείσας παράνομης και υπαίτιας διακοπής από την εναγομένη της μακροχρόνιας εμπορικής τους συνεργασίας, υπέστη και ηθική βλάβη, αφού, όντας κατά το έτος της διακοπής οικονομικά εξαρτημένος από αυτή, διέκοψε οριστικά τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του από 1-1-97, μη ασχοληθείς έκτοτε με τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, ούτε και με άλλη δραστηριότητα, καταστρέφοντας το εμπορικό του μέλλον, αφού ήδη διήγε το 55ο έτος της ηλικίας του και η επαγγελματική σταδιοδρομία σ' αυτή την ηλικία ήταν αντικειμενικά, αν όχι ακατόρθωτη, τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολη.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, εξαφανίσαν την πρωτόδικη απόφαση και δεχθέν εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε σ' αυτόν τα ποσά των 6.559 ευρώ ως αποζημίωση για αποθετική του ζημία και των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ, αφού τα γενόμενα δεκτά ως πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων.
Ειδικότερα, μόνον το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης εξάμηνης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας της αναιρεσείουσας εταιρείας με τον αναιρεσίβλητο, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως μεθοδεύσεις προς απόσπαση πελατείας, προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησης του διανομέα με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στην περιοχή άλλος διανομέας με τις ίδιες προϋποθέσεις, κακοβουλία κ.λ.π., δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος τελούσε σε σχέση οικονομικής εξαρτήσεως από την από την αναιρεσείουσα, λόγω της προμήθειας από αυτήν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό των καπνικών ειδών που εμπορεύετο.
Και τούτο, διότι η αναιρεσείουσα, που είναι μια μεγάλη καπνοπαραγωγική εταιρία, ευλόγως, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές, χρησιμοποίησε δικά της κριτήρια διαρθρώσεως της επιχειρήσεώς της και ανέπτυξε ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και προώθησης των πωλήσεων, έτσι ώστε να ενισχυθεί η θέση τους έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων, η δε συνέπεια της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της συμβάσεως διανομής, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αναιρεσίβλητο (διανομέα) δυνατότητες της αναιρεσείουσας (παραγωγού) και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς της στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης από αυτή διαρθρωτικής αλλαγής του συστήματος διανομής των προϊόντων της, που, και κατά τις παραδοχές του Εφετείου, αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμά της.
Εξάλλου, το γεγονός, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της συνεργασίας τους και την ευρύτερη διάθεση των προϊόντων της αναιρεσείουσας, δεν αποτελεί παρά συναινετική συμπεριφορά αυτού, αποσκοπούσα στην επίτευξη του κοινού τους στόχου για βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεών τους και εντασσόμενη στο πλαίσιο της καλόπιστης εκτελέσεως της συμβάσεως που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 228 ΑΚ).
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων υπό στοιχεία Βiv λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 143/2005 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ