1933/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1933/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 2/2002 και 3/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα : Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, με την επωνυμία "ENTERPRISES SHIPPING και TRADING S.A.", είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, με έδρα στη Λιβερία, η οποία έχει εγκατασταθεί νομίμως στο Ελληνικό Αττικής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1933 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ENTERPRISES SHIPPING & TRADING S.A." που εδρεύει στην αλλοδαπή και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καπελλάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 631/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 13-12-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου, ως προς το πρώτο σκέλος λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις, ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής σ.σ.ε..
Οι κλαδικές σ.σ.ε. δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλομένων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά, αν η κλαδική σ.σ.ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.
Εξάλλου, οι από 13-3-1998, 8-2-2000, 18-4-2001 και 19-4-2002 σ.σ.ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων, που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Πειραιώς (απόφαση δημοσιεύσεως Υπ. Εργασίας 13791/1989, ΦΕΚ Β' , 296/25-4-1989 και πρακτ. καταθ. Υπ. Εργασίας 44/28-3-1990 πράξη καταθ.
Ειρην. Αθηνών 90/120-4-1990 αντιστοίχως)., αναφέρονται στις ως άνω επιχειρήσεις ως σύνολα εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που αποτελούν οργανωμένες ενότητες περί το πρόσωπο του φορέα τους και τείνουν στην επίτευξη κερδοσκοπικού σκοπού, ή σε αυτοτελείς μεταλλουργικές εκμεταλλεύσεις της όλης επιχειρήσεως, δηλαδή σε αυτοτελώς οργανωμένα σύνολα μέσων, πρόσφορων προς επίτευξη ορισμένου επί μέρους (μεταλλουργικού) αποτελέσματος, εντασσόμενου στο γενικότερο οικονομικό (κερδοσκοπικό) σκοπό της όλης επιχειρήσεως, τον οποίο και εξυπηρετούν (Ολ.
Α.Π. 2/2002 και 3/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα : Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, με την επωνυμία "ENTERPRISES SHIPPING και TRADING S.A.", είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, με έδρα στη Λιβερία, η οποία έχει εγκατασταθεί νομίμως στο Ελληνικό Αττικής.
Αυτή διαχειρίζεται διάφορα πλοία τρίτων, παραλλήλως δε διατηρεί μόνιμο επισκευαστικό συνεργείο για την εκτέλεση εργασιών επισκευής και συντηρήσεως των διαχειριζομένων από αυτή πλοίων. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 3-11-1999 στο Ελληνικό Αττικής, προσελήφθη με την ιδιότητα του τεχνίτη εφαρμοστή, για να εκτελεί διάφορες εργασίες επισκευής και συντηρήσεως σε διαχειριζόμενα πλοία από την αναιρεσείουσα στην επισκευαστική ζώνη του Περάματος.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος ως μέλος του μόνιμου επισκευαστικού συνεργείου που διατηρούσε η αναιρεσείουσα στην επισκευαστική ζώνη του Περάματος, επισκεύαζε τα μηχανικά μέρη των υπόψη πλοίων, καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα, από την ημέρα της προσλήψεώς του μέχρι την 29-11-2002 που η τελευταία κατήγγειλε την ένδικη εργασιακή σύμβαση.
Δέχθηκε, περαιτέρω, το Εφετείο ότι, στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων, που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Πειραιώς και Περιχώρων, οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, ενόψει της επαγγελματικής κατηγορίας και του είδους της εργασίας την οποία παρείχε ο αναιρεσίβλητος, ως μέλος επισκευαστικού συνεργείου.
Ότι επίσης, η αναιρεσειουσα είναι μεν ναυτιλιακή εταιρία, πλην όμως προέβαινε παραλλήλως, κατ' επάγγελμα, σε ευρείας εκτάσεως μεταλλουργικές και επισκευαστικές εργασίες σε διάφορα πλοία στην επισκευαστική ζώνη του Περάματος, διατηρώντας προς τούτο μόνιμο συνεργείο και ότι οι δραστηριότητες της αναιρεσείουσας σχετικά με την επισκευή - συντήρηση και μετασκευή πλοίων, προβλέπονται από τη σχετική Υπουργική Απόφαση για την έγκριση της εγκατάστασής της στην Ελλάδα.
Ότι τέλος, το συνεργείο αυτό λειτουργούσε μονίμως και κάλυπτε την έννοια της μεταλλουργικής επιχειρήσεως, ως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων που αποτελεί εργασιακή ενότητα γύρω από το πρόσωπο της εταιρίας και τείνει την επίτευξη κερδοσκοπικού σκοπού. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσίβλητος για την ως άνω εργασία του δικαιούται από την αναιρεσείουσα τις αποδοχές, που προβλέπονται από τις από 13-3-1998, 8-2-2000, 18-4-2001 και 19-4-2002 συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων, που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιώς δεν παραβίασε με την εφαρμογή τους, τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου (συλλογικές συμβάσεις εργασίας), διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως, η αναιρεσείουσα κατά το ένδικο διάστημα αποτελούσε επιχείρηση διαχειρίσεως πλοίων και περιλαμβάνει αυτοτελή μεταλλουργική εκμετάλλευση, διατηρώντας μόνιμο συνεργείο.
Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικώτερα του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτός. Ειδικότερα, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, με την εφαρμογή τους, τους ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες (συλλογικές συμβάσεις εργασίας), διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, η αναιρεσείουσα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αποτελούσε επιχείρηση διαχειρίσεως πλοίων, έχουσα ως αντικείμενο τη συντήρηση, τις επισκευές και τον εφοδιασμό των διαχειριζομένων από αυτή πλοίων, χωρίς να είναι ενταγμένες σε αυτή και επιχειρήσεις μεταλλουργικής εκμετάλλευσης, αλλά ούτε και διατηρούσε και αυτοτελείς μεταλλουργικές εκμεταλλεύσεις, καθόσον οι ανωτέρω πραγματικές παραδοχές, δεν πληρούν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την έννοια της υπάρξεως μεταλλουργικών εργασιών ή της υπάρξεως οργανώσεως αυτοτελών μεταλλουργικών εργασιών ή της εκτελέσεως από τον αναιρεσίβλητο εργασιών που προσομοιάζουν ουσιωδώς με τις εργασίες που εκτελούν οι εργατοτεχνίτες στις επιχειρήσεις μεταλλουργικής εκμετάλλευσης.
Επομένως δεν δεσμεύεται η αναιρεσείουσα από τις διατάξεις των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Πειραιώς.
Με το δεύτερο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες του αναιρεσίβλητου, που περιέχονται στην ένδικη αγωγή του, ότι η αναιρεσείουσα είναι ναυτιλιακή εταιρία, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί για να εργασθεί ως τεχνίτης εφαρμοστής μόνο σε πλοία με τόπο παροχής της εργασίας του σε λιμάνι ή δεξαμενή, είτε εν πλω, είτε στο Πέραμα, είτε στο εξωτερικό, με απασχόλησή του κυρίως στις επισκευές πλοίων, ότι απασχολήθηκε και στα πλοία ....., ....., ..... και ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν μέλος του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, με συνέπεια να κρίνει εσφαλμένα ότι στην ερευνωμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιώς. Όπως προεκτέθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ομολογίες αυτές, τις οποίες εκτίμησε κατά διάφορο τρόπο από τις απόψεις της αναιρεσείουσας. Επομένως ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς όμως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αναίρεση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός (ουσιώδες) καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει, στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αναφερόμενο στον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πιστοποιητικό της 'Ενωσης Ναυπηγοεπισκευαστών Πειραιώς που προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσείουσα και στο οποίο περιέχεται ότι στην αντίστοιχη εργοδοτική ένωση δεν εγγράφονται ναυτιλιακές εταιρίες αλλά μόνο αυτές που έχουν σχέση με την επεξεργασία μετάλλου.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Προϋπόθεση, συνεπώς, για την ίδρυση του λόγου αυτού αποτελεί να έκρινε το δικαστήριο στην ουσία τον σχετικό ισχυρισμό και να μην υπάρχει ή να είναι ελλιπές ή αντιφατικό το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν δημιουργείται αυτός αν διατυπώθηκε πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικό πόρισμα. Με τον τέταρτο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος καθόσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής των Σ.Σ.Ε.
για τουρ όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε στην πρώτη παράγραφο της παρούσης, το Εφετείο έκρινε, κατά τις εκεί παραδοχές, ότι ο αναιρεσίβλητος για την απασχόλησή του στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας δικαιούται να λάβει τις αποδοχές που προβλέπονται από τις από 13-3-1998, 8-2-2000, 18-4-2001 και 19-4-2002 συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων, που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιώς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου επί του ανωτέρω ζητήματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Για την κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής μισθωτού που έχει αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβαλλομένων αποδοχών κ.λ.π. και οφειλομένων με βάση τα οριζόμενα από κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που έχει την ίδια ισχύ, η οποία έχει επεκταθεί και έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το δικαστήριο αν πρόκειται για ομοειδή ή συναφή εκμετάλλευση με τις επιχειρήσεις του κλάδου που αφορά η Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. και αν μπορούσε έτσι ο εργοδότης και ο ενάγων μισθωτής να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και σ' αυτούς. Ειδικότερα για την εφαρμογή των Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη περιφέρειας Πειραιώς, αρκεί για το ορισμένο της αγωγής το ανωτέρω στοιχείο και δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος και η φύση της παρεχόμενης εργασίας του ενάγοντος μισθωτού, το είδος των πλοίων στα οποία παρείχε την εργασία του και σε τι συνίστατο η εργασία του.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα την 3-11-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μέλος επισκευαστικού συνεργείου, για την διενέργεια επισκευών και συντήρησης πλοίων, που αναλάμβανε και πραγματοποιούσε η αναιρεσείουσα εταιρία και ζήτησε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών κ.λ.π.
για το ένδικο χρονικό διάστημα κατ' εφαρμογή των ως άνω Σ.Σ.Ε..
Με βάση τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι ορισμένη. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο το δικόγραφο αυτής, λόγω της αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 30-11-2006 αίτηση για αναίρεση της 631/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ