1933/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 2002 αγωγή (ευθεία και συγχρόνως πλαγιαστική) του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22274/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2237/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1933/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφιο α΄ του ΑΚ, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική θετική του ζημία, ήτοι το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδάφιο β΄ του ίδιου Κώδικα, λογίζεται εκείνο που προσδοκά ο παθών με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1933 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1933/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια, με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 2002 αγωγή (ευθεία και συγχρόνως πλαγιαστική) του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22274/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2237/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφιο α΄ του ΑΚ, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική θετική του ζημία, ήτοι το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδάφιο β΄ του ίδιου Κώδικα, λογίζεται εκείνο που προσδοκά ο παθών με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.
Η διάταξη αυτή για το διαφυγόν κέρδος, του οποίου η έννοια είναι νομική, έχει διφυή χαρακτήρα, δηλαδή ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά το μέρος μεν που καθορίζει τα στοιχεία του διαφυγόντος κέρδους έχει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος δε που ορίζει ότι δεν είναι αναγκαία η πλήρης απόδειξη του διαφυγόντος κέρδους, αλλά αρκεί η πιθανολόγησή του, έχει χαρακτήρα δικονομικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στις αιτιολογίες ποτ αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, αφού έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της λαβούσης χώρα στις 10.9.1997 συγκρούσεως μεταξύ της οδηγουμένης από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα δίκυκλης μοτοσικλέτας και του οδηγουμένου από μη διάδικο αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και του εξαιτίας της συγκρούσεως αυτής βαρύτατου τραυματισμού του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέστη μερικώς ανάπηρος κατά ποσοστό 72%, ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και τα ακόλουθα γεγονότα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του τραυματισμού του ήταν ηλικίας 25 ετών και από του έτους 1994 είχε αποκτήσει το πτυχίο του βοηθού φυσικοθεραπείας από το ιδιωτικό ΤΕΛ Σχολές "Παστέρ" με άριστα και συγκεκριμένα με το βαθμό 18 και 15/17.
Από 23 έως 24 Ιανουαρίου 1993 είχε παρακολουθήσει τις εργασίες Αθλητικού Επιμορφωτικού Σεμιναρίου που είχε διοργανώσει το Σ.Ε.Γ.Α.Σ στη Θεσσαλονίκη. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.1994 έως 30.8.1994 είχε πραγματοποιήσει τη πρακτική του άσκηση στο φυσικοθεραπευτήριο του Κ.Υ. ..... Μέχρι το χρόνο του κατά τα ανωτέρω τραυματισμού του ο ενάγων ουδέποτε είχε ασκήσει το επάγγελμα του βοηθού φυσικοθεραπευτή το οποίο και κατά τ΄ανωτέρω σπούδασε.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός μετά την παρέλευση τριετίας περίπου από τη λήψη του ως άνω πτυχίου και συγκεκριμένα από 1.8.1997 είχε αρχίσει και εργαζόταν ως υπάλληλος υποδοχής και δημοσίων σχέσεων στο τουριστικό γραφείο "....." ιδιοκτησίας ..... με μηνιαίο μισθό 200.000 δρχ. Ο ίδιος δε με την ως άνω προηγούμενη αγωγή του αφού επικαλέστηκε την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος (υπαλλήλου υποδοχής και δημοσίων σχέσεων) κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο και ότι το ίδιο επάγγελμα με τις ίδιες αποδοχές με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε και κατά τον τότε επίδικο χρόνο 51 μηνών (από 10.9.1997 έως 10.12.2002) αν δεν τραυματιζόταν ζήτησε την επιδίκαση σ΄ αυτόν του ποσού των 10.200.000 δρχ. (51 μήνες Χ 200.000) για διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία του συνεπεία του τραυματισμού προς άσκηση του επαγγέλματος τούτου ποσό το οποίο και του επιδικάστηκε τελεσίδικα για την εν λόγω αιτία κατ΄ αποδοχή της αγωγής του με την ως άνω 430/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με βάση τα αποδεικνυόμενα αυτά πραγματικά περιστατικά και ενόψει ιδία του γεγονότος ότι ο ενάγων επί τριετία μετά τη λήψη του ως άνω πτυχίου του δεν μπόρεσε ν΄ αρχίσει την άσκηση του επαγγέλματος του βοηθού φυσικοθεραπείας για το οποίο και είχε σπουδάσει και είχε πλέον στραφεί στην άσκηση άλλου διαφορετικού επαγγέλματος, κάτι που άλλωστε είναι πλέον σύνηθες ενόψει ιδία των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην εξεύρεση εργασίας και ότι το νέο τούτο επάγγελμα αυτός θα ασκούσε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για άλλους 51 μήνες μετά το ατύχημα, δεν κρίνεται πιθανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί ότι αυτός (ενάγων) κατά τον επίδικο χρόνο (11.12.2002 μέχρι 10.12.2037) θα ασκούσε το επάγγελμα του βοηθού φυσικοθεραπευτή από το οποίο και θ΄ αποκέρδαινε τα εις την αγωγή χρηματικά ποσά πολύ περισσότερο που και καμία μεταβολή των κρατουσών συνθηκών δεν προέκυψε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την αγωγική απαίτηση αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά την αξίωση αυτή.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος εξαιτίας της μερικής αναπηρίας του από το τροχαίο ατύχημα και ειδικότερα της ασκήσεως από αυτόν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα του επαγγέλματος του βοηθού φυσικοθεραπευτή, από το οποίο φέρεται ότι θα αποκόμιζε τα ως άνω κέρδη.
Ειδικότερα δέχεται μεν κατά πιθανολόγηση ότι ο αναιρεσείων κατά το εν λόγω διάστημα δεν θα ασκούσε το επάγγελμα του βοηθού φυσικοθεραπευτή, για το οποίο είχε σπουδάσει, αλλά δεν διευκρινίζει, αν θα ασκούσε κάποιο άλλο επάγγελμα και συγκεκριμένα αν θα ασκούσε το επάγγελμα του υπαλλήλου υποδοχής και δημοσίων σχέσεων σε τουριστικό γραφείο, με το οποίο, όπως περαιτέρω δέχεται, είχε αρχίσει να εργάζεται ένα περίπου μήνα πριν από τον τραυματισμό του.
Επισης, ενώ δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η απασχόλησή του ως υπαλλήλου υποδοχής και δημόσιων σχέσεων σε τουριστικό γραφείο για το προηγούμενο του ενδίκου χρονικό διάστημα ήταν προσωρινή λόγω των δυσμενών συνθηκών, που επικρατούσαν στην εξεύρεση εργασίας, προκειμένου στη συνέχεια να στηρίξεις την κρίση του περί μη πιθανολογήσεως της ασκήσεως κατά το ένδικο χρονικό διάστημα του επαγγέλματος του βοηθού φυσικοθεραπείας, για το οποίο είχε σπουδάσει, δεν διευκρινίζει αν κατά το διάστημα αυτό υπήρχαν δυσμενείς συνθήκες ειδικώς στην αγορά της εργασίας αυτής στην ευρύτερη περιοχή της κατοικίας του, ήτοι της πόλης της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα αν υπήρχε μεγαλύτερη από τη ζήτηση προσφορά τέτοιας εργασίας.
Ούτε προσδιορίζει άλλους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους, ενόψει και των ειδικών περιστάσεων που συνέτρεχαν στο πρόσωπό του και συγκεκριμένα του ότι ήταν κάτοχος πτυχίου με άριστα βοηθού φυσικοθεραπείας του ιδιωτικού ΤΕΛ Σχολές "Παστέρ", ότι είχε παρακολουθήσει τις εργασίες αθλητικού επιμορφωτικού σεμιναρίου, που είχε οργανώσει ο ΣΕΓΑΣ στη Θεσσαλονίκη και ότι είχε πραγματοποιήσει την πρακτική άσκηση του άνω επαγγέλματος στο φυσικοθεραπευτήριο του Κ.Υ....., δεν ήταν πιθανό, μετά αναμονή οκτώ περίπου ετών από τη λήψη των πιο πάνω προπαρασκευαστικών μέτρων και στην ηλικία των 30 ετών, που δέχεται ότι ήταν κατά την έναρξη του ένδικου χρονικού διαστήματος, να μπορέσει να ασκήσει το επάγγελμα βοηθού φυσικοθεραπείας.
Ενόψει δε των ανωτέρω ελλείψεων στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζ ονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2237/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ