Legislator Case Law & Legislation
1932/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible counter-plea submitted less than five days before hearing in expropriation case.

Case Number 1932/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Third Instance Court's decision in an expropriation dispute. The Government argued that its counter-plea submitted on the hearing date was admissible, but the lower court correctly ruled it inadmissible under Article 20 of Law 2882/2001. The Court held that counter-pleas must be filed at least five days prior to the hearing and that a retrial under Article 254 of the Code of Civil Procedure does not reset this deadline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 20(5) of Law 2882/2001; Article 254 of the Code of Civil Procedure: Counter-pleas in expropriation proceedings must be submitted at least five days before the hearing, and a retrial does not extend this deadline.

Keywords

AI generated
expropriation proceedings counter-plea admissibility five day rule retrial hearing Code of Civil Procedure Law 2882/2001 inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 20(5) of Law 2882/2001
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1932 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1932/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της μητρός του Χ. χας Α. Κ., το γένος Ι. Δ., 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της μητρός της Χ. χας Α. Κ., το γένος Ι. Δ., 3) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του πατρός της Ε. Δ. του Ι., 4) Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του πατρός του Ε. Δ. του Ι. και 5) Ε. χας Ε. Δ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του συζύγου της Ε. Δ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκοπελίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2019 αίτηση (άρθρου 21 ν. 2882/2001) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3888/2020 μη οριστική και 7057/2020 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-12-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 9849/1212/15-12-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται η υπ' αριθμ. 7057/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 3888/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001-Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, η συζήτηση δε που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Από το λόγο ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται ως συνέχεια της προηγούμενης παρέπεται, εκτός των άλλων, ότι κατά τη συζήτηση αυτή δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων προτάσεων. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.

Αυτό έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων και ότι α) όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης θεωρείται ότι τα έχει προβάλει και επικαλεστεί ο διάδικος αυτός και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, έστω και αν κατ' αυτή δεν κατέθεσε προτάσεις ή αν κατά την επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε και εκείνες της προηγούμενης συζήτησης και β) κατά τη συζήτηση αυτή κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Α.Π. 1860/2024, Α.Π. 1186/2020, Α.Π. 836/2018).

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους (Α.Π. 951/2024). Η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και συνακόλουθα η ανταίτηση που ασκείται με τις προτάσεις κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1884/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση (οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης), εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης".

Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση της άσκησης αίτησης οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης απευθείας κατά το άρθρο 21 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), δηλαδή στην περίπτωση που δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου για προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 480/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 10-10-2019 (αριθμ.

έκθ. κατ. 9764/793/17-10-2019) αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αιτούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να προσδιορισθεί οριστικά, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ, στο ποσό των 260,40 ευρώ/τ.μ., ισόποσο της ισχύουσας με βάση το αντικειμενικό σύστημα αξίας, η αποζημίωση που πρέπει να καταβάλουν οι αιτούντες στο καθ' ου, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, για το ευρισκόμενο στο Δήμο Χαλανδρίου εδαφικό τμήμα, εμβαδού 55,80 τ.μ., που προσκυρώνεται λόγω ρυμοτομίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 63/9-10-1984 Πράξης τακτοποιήσεως, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Αν.

Αττικής- Υπηρεσία Πολεοδομίας, Τμήμα Απαλλοτριώσεων), όπως κυρώθηκε διορθωμένη με τη με αριθμ. πρωτ. 1173/85 του Νομάρχη Αττικής (Δ/μα Αν. Αττικής), στο ακίνητο (οικόπεδο) της συγκυριότητας των ήδη αποβιωσάντων συγκυρίων δικαιοπαρόχων τους, των οποίων είναι νόμιμοι κληρονόμοι. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 3888/2020 (συμπροσβαλλόμενη) απόφασή του, απέρριψε την, δια των προτάσεων που κατέθεσε κατά τη συζήτηση επί της έδρας, ασκηθείσα ανταίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να προσδιορισθεί η οριστική τιμή μονάδας για το προσκυρούμενο εδαφικό τμήμα σε 434 ευρώ/τ.μ., ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι δεν κατατέθηκε πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και, ακολούθως, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., προκειμένου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων, να προσκομισθεί το αναφερόμενο στο διατακτικό της έγγραφο (φύλλο υπολογισμού αξίας του προσκυρούμενου εδαφικού τμήματος κατά το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού αξιών).

Κατά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7057/2020 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε και πάλι η ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταίτηση του καθ'ου- αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή η αίτηση των αιτούντων- αναιρεσίβλητων και προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 260,40 ευρώ /τ.μ.

Συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 7057/2020 απόφασης προκύπτει ότι, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη, αναφορικά με το παραδεκτό της ανταίτησης του καθ' ου, ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: :

"... Στην προκειμένη περίπτωση, το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, με τις προτάσεις του που κατέθεσε επί της έδρας, κατά τη σημερινή επαναλαμβανόμενη συζήτηση, επαναφέρει- επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του που προέβαλε κατά της ένδικης και κρινόμενης αίτησης με τις προτάσεις του στη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 03.12.2019, μετά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω, με αριθμό 3888/04.06.2020, απόφαση του Δικαστηρίου.

Ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο αρνείται ότι η αξία ανά τ.μ. του προσκυρούμενου εδαφικού τμήματος ανέρχεται σε 260,40 ευρώ, όπως διώκεται με την ένδικη αίτηση και ισχυρίζεται ειδικότερα ότι με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ανέρχεται σε 434,00 ευρώ ανά τ.μ., αιτείται δε την απόρριψη της ένδικης αίτησης, άλλως να προσδιορισθεί η οριστική τιμή μονάδας για το προσκυρούμενο εδαφικό τμήμα σε 434,00 ευρώ ανά τ.μ..

Το επικουρικό αυτό αίτημα του καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου με τις προτάσεις του, ήτοι να προσδιορισθεί η οριστική τιμή μονάδας για το προσκυρούμενο εδαφικό τμήμα σε 434,00 ευρώ ανά τ.μ., απορρίφθηκε ήδη με οριστική διάταξη με τη με αριθμό 3888/04.06.2020 απόφαση του Δικαστηρίου καθόσον κρίθηκε προεχόντως απαράδεκτο και απορριπτέο, δεδομένου ότι συνιστά ανταίτηση ασκηθείσα διά των προτάσεων, που όμως, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα στη νομική σκέψη της παρούσας διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ΚΑΑΑ (Ν. 2882/2001), πρέπει να κατατεθεί με ποινή του απαραδέκτου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση και όχι επί της έδρας κατά τη συζήτηση, όπως εν προκειμένω.

Ενόψει των ανωτέρω το επαναφερθέν κατά το αυτό περιεχόμενο επικουρικό αίτημα του Ελληνικού Δημοσίου κρίνεται ομοίως απαράδεκτο και απορριπτέο, εφόσον και οι προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη σημερινή επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν έχουν κατατεθεί με ποινή του απαραδέκτου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Σημειώνεται ότι, από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους δεν προκύπτει ότι το καθ' ου η αίτηση, Ελληνικό Δημόσιο, έχει ασκήσει, πέραν της ως άνω απαραδέκτου διά των προτάσεων ανταιτήσεως, αντίθετη αυτοτελή αίτηση για τον απευθείας οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης του επιδίκου εδαφικού τμήματος, που προσκυρώνεται στο οικόπεδο της ιδανικής συγκυριότητας των δικαιοπαρόχων των αιτούντων ούτε και το επαναφερθέν επικουρικό αίτημά του διά των σημερινών προτάσεών του επί της έδρας κατά τη συζήτηση μπορεί να εκτιμηθεί ως παραδεκτά ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταίτηση για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι την με ποινή του απαραδέκτου μη προκατάθεση των προτάσεων πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη σημερινή συζήτηση".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας με τις προσβαλλόμενες, εν μέρει οριστική (υπ' αριθμ. 3888/2020) και οριστική (υπ' αριθμ. 7057/2020), αποφάσεις του, ως απαράδεκτη την ανταίτηση που άσκησε το αναιρεσείον με τις από 3-12-2019 κατατεθείσες, επί της έδρας, έγγραφες προτάσεις του κατά την αρχική δικάσιμο της 3-12-2019, κατά την οποία συζητείτο αίτηση των αναιρεσίβλητων για απευθείας οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης για το προσκυρούμενο, λόγω ρυμοτομίας, εδαφικό τμήμα στο ακίνητο (οικόπεδο) της ιδανικής συγκυριότητας των αποβιωσάντων δικαιοπαρόχων τους, ενόψει όσων προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο, διότι για να είναι παραδεκτή η ανταίτηση με τις προτάσεις κατά τη δίκη του προσδιορισμού (προσωρινού και οριστικού) της τιμής μονάδας αποζημίωσης, πρέπει, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), να κατατεθούν αυτές πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εμπρόθεσμη η, με τις προτάσεις, ασκηθείσα ανταίτηση, στην επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., δίκη κατά τη δικάσιμο της 20-10-2020, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7057/2020 απόφαση, δεδομένου ότι η επαναλαμβανόμενη δίκη θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και συνθέτει μ' αυτήν μία συζήτηση, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτη η άσκησή της και αποκλείεται η εκ νέου εξέτασή της (της ανταίτησης). Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2021 (αριθιμ. έκθ. κατ. 9849/1212/15-12-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7057/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ'αριθμ. 3888/2020 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ