Supreme Court dismisses appeal on liability for sidewalk excavation, upholding lower court's finding of no duty to warn pedestrians.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance court's rejection of his tort claim. The appellant argued that the defendants failed to warn pedestrians during sidewalk excavation, but the court found no evidence they performed the work or had a legal duty to ensure safety. Consequently, the court ruled that the municipality, not the private parties, bears responsibility for sidewalk maintenance under the relevant construction regulations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 24 et seq. of the Decision No. 3046/304/30-1/3-2-1989; The court established that private parties are not liable for sidewalk safety if they did not perform the work, as the local authority holds exclusive responsibility for construction and maintenance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1932 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1932/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Νικολαΐδη - Κρασσά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Σπυροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. χας Γ. Τ., το γένος Κ.Σ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου - Ευαγγέλου Μηναιόπουλου και κατέθεσε προτάσεις .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4177/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4909/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 4909/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 10-3-2018 έφεση και τους από 17-7-2019 πρόσθετους αυτής λόγους του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος κατά των εφεσιβλήτων και νυν αναιρεσιβλήτων και κατά της υπ'αριθ. 4177/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 10-10-2016 αγωγή του ενάγοντος/αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων/ αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 20-4-2021, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-4-2020, για το παραδεκτό δε αυτής κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι. Η αδικοπρακτική ευθύνη -ως πηγή ευθύνης εκ του νόμου- σκοπεί στη συστηματική αποτύπωση της υποχρέωσης αποκατάστασης της επελθούσας ζημίας μέσω της αποζημιώσεως χωρίς να υφίσταται εκ των προτέρων οιαδήποτε δικαιοπρακτική δέσμευση μεταξύ των μερών. Η έννοια της αδικοπραξίας εν γένει έγκειται στην αποδοκιμασία από το δίκαιο της ανθρώπινης εκείνης συμπεριφοράς (πράξεως ή παραλείψεως) που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας σε ένα τρίτο πρόσωπο.
Σε αυτό δε το σημείο, παρεισφρύει η υποχρέωση αποζημίωσης, προκειμένου να αποκαταστήσει την πρότερα κατάσταση και να δημιουργήσει μια νέα περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ των μερών. Ως αδικοπραξία αντιμετωπίζεται από τη νομολογία κάθε περίπτωση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση και διατάξεις ειδικών νόμων και όχι μόνο αυτήν που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διάταξης του αρθ. 914 ΑΚ (ΑΠ 1284/2017).
Η ενοχή προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, στοιχειοθετείται με την πλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, οι οποίες αφίστανται των γενικών προϋποθέσεων επιδίκασης αποζημίωσης, επί άλλων νόμιμων λόγων ευθύνης, καθώς κάποιες ρητά αποτυπώνονται στην ίδια τη διάταξη του αρθ. 914 ΑΚ και κάποιες άλλες συνάγονται.
Πιο συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις θεμελίωσής της είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά, ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης) και της ζημίας. Η ανθρώπινη συμπεριφορά συνίσταται σε πράξεις, δηλαδή θετικές ενέργειες και παραλείψεις.
Προκειμένου να ενταχθεί μία συμπεριφορά στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης πρέπει να λάβει εξωτερική μορφή στον απτό κόσμο και να διαγνωσθεί αν αυτή είναι παράνομη. Υπ' αυτήν την έννοια, αν δεν μεσολαβήσει ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικοπρακτική ευθύνη. Η ανθρώπινη συμπεριφορά με την έννοια της πράξεως συνίσταται στη θετική εξωτερικευμένη και εκούσια, στον εξωτερικό κόσμο, ενέργεια, την οποία επιχειρεί ένα πρόσωπο και η οποία απαιτείται να δημιουργεί μία ζημιογόνο κατάσταση.
αδικοπρακτική ευθύνη. Σε κάθε όμως περίπτωση, η πράξη πρέπει να εκδηλώνεται από το ίδιο το πρόσωπο, διότι στο πρόσωπό του θα κριθούν και οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, δοθέντος ότι δεν επιδέχεται αντιπροσώπευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η αδικοπρακτική ευθύνη για πράξεις τρίτων δεν αναγνωρίζεται, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες, όπου ρητά προβλέπεται από τη διάταξη του Αστικού Κώδικα (διατάξεις των αρθ. 922 και 923 ΑΚ).
Περαιτέρω, η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη (ΑΠ 1515/2001 ΕΕμπΔ 2002.386) με την έννοια ότι ενώ υφίσταται μια υποχρέωση προς ενέργεια για την προστασία κάποιων εννόμων αγαθών, εκείνη παραλείπεται. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υποχρέωση προς ενέργεια, η οποία και παραλείπεται είναι και στοιχείο που ανάγεται στην προβληματική του παρανόμου.
Η υποχρέωση προς ενέργεια και η συναφής παράλειψή της, για να στοιχειοθετήσουν την αδικοπρακτική ευθύνη, πρέπει ο παραλείψας να είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και όχι απλή δυνατότητα να επιχειρήσει τη θετική ενέργεια, την οποία και παρέλειψε. Ο χαρακτηρισμός, κατά συνέπεια, της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει ότι η ύπαρξη της υποχρέωσης προς επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε, πηγάζει είτε από το νόμο, είτε από τη δικαιοπραξία (ΑΠ 1807/2017), είτε από προηγηθείσα συμπεριφορά του προσώπου (φυσικού ή νομικού) (ΑΠ 828/1999 ΕΕΝ 2000.697), είτε από κανόνες που κατά νόμο ή κατά κοινή αναγνώριση είναι εφαρμοστέοι σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο, στον οποίο ανήκει το πρόσωπο και επιβάλλουν την επιχείρηση ορισμένων ενεργειών, οι οποίες και παραλείπονται.
Ειδικότερα, η υποχρέωση δύναται να απορρέει από οιονδήποτε γενικό νόμο (π.χ. διατάξεις του Ποινικού Κώδικα) ή από την ειδική νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία ενός οργανισμού (π.χ. μιας τράπεζας, ενός ομίλου, ενός ξενοδοχείου κ.λπ.). Είναι δε σαφές ότι η υποχρέωση από το νόμο δύναται να επιβάλλει, είτε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, είτε μια γενική υποχρέωση προς διενέργεια μιας πράξης.
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δύναται να πηγάζει και από την αρχή της καλής πίστης, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 281 και 288 ΑΚ, όπως η τελευταία διαμορφώνεται κατά την εκάστοτε κοινωνική αντίληψη. Εκδηλώνεται ιδιαίτερα, σε περίπτωση που το πρόσωπο δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να επέλθει ζημία και εκ της οποίας επιβάλλεται η ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της (ΑΠ 346/2017, ΑΠ 345/2017).
Για την περίπτωση της καλής πίστης, κυρίως υπολαμβάνεται η υποχρέωση που έχει κάθε πρόσωπο να μην αντιστρατεύονται οι ενέργειές του την καλόπιστη συμπεριφορά εν γένει, όπως αυτή αποτυπώνεται στο γενικότερο πνεύμα των διατάξεων και κυρίως των γενικών ρητρών που επιτάσσουν την τήρηση καλόπιστης συμπεριφοράς έναντι των άλλων, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 631/2015, ΑΠ 294/2007).
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος προκύπτει και όταν κάποιος δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής ενδεχόμενου κινδύνου. Στην περίπτωση της καλής πίστης εντάσσεται και η παράβαση των άγραφων κανόνων επιμέλειας (γενική υποχρέωση πρόνοιας) που η τήρησή τους επιβάλλεται για την εξουδετέρωση εγγενών κινδύνων που ανακύπτουν από τη σύγχρονη ζωή και δραστηριότητα.
Ως εκ τούτου, δύναται μια συμπεριφορά να μη συνιστά παράλειψη από συγκεκριμένη μόνο διάταξη νόμου, αλλά να εντάσσεται ως παράλειψη στις λοιπές επιταγές, όπως υπαγορεύει η αρχή της καλής πίστης και διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 96/2018). Έτσι, κάθε παράλειψη, η οποία αντίκειται στις γενικές διατάξεις του νόμου, στις γενικές αρχές που επιτάσσουν την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, στη γενική ελευθερία δράσης και τις γενικές υποχρεώσεις πρόνοιας που επιβάλλουν την τήρηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς, συνιστά παράλειψη, η οποία θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη, ακόμη κι αν αυτές είναι παρεπόμενες υποχρεώσεις.
Η διαπίστωση των ανωτέρω κρίνεται σε κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις (ΑΠ 996/2004 τνπ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε όμως περίπτωση, η εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως για τη θεμελίωση της υπαίτιας παράλειψης προϋποθέτει προσωπικό δεσμό μεταξύ των διαδίκων μερών (ΑΠ 1515/2001 ο.π.).
ΙΙ.Στο άρθρο 75 του ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α` 114), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Ι. ... Οι αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν, κυρίως, τους τομείς: α) Ανάπτυξης, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως: 1. ... 7. Ο σχεδιασμός, η κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση ...
έργων οδοποιΐας, ... γ) Ποιότητας Ζωής και Εύρυθμης Λειτουργίας των Πόλεων και των Οικισμών, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως: 1. ... η δημιουργία ... λοιπών υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων. ... 13. Η μέριμνα και η λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους...". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Γ.Ο.Κ., ν.1577/1985, Α` 210), ορίζεται ότι: "1. ... 2.
Κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. 3 ... 4. Δρόμοι είναι οι κοινόχρηστες εκτάσεις, που εξυπηρετούν κυρίως τις ανάγκες κυκλοφορίας".
Επίσης, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ., ν.2696/1999, Α` 57) ορίζει στο άρθρο 2 με τίτλο "ορισμοί", μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "2.1. Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα νοούνται ως: .... ΟΔΟΣ: Ολόκληρη η επιφάνεια που προορίζεται για τη δημόσια κυκλοφορία .... ΟΔΟΣΤΡΩΜΑ: Το τμήμα της οδού που προορίζεται για την κυκλοφορία των οχημάτων ....
ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ: Το υπερυψωμένο ή άλλως διαχωριζόμενο τμήμα της οδού που προορίζεται για τους πεζούς...". Τέλος, το άρθρο 367 του κυρωθέντος με το από 14.7.1999 π.δ. (Δ' 580) Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 24 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (Απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ 3046/1989, Δ' 59) ορίζει ότι : "1.
Τα πεζοδρόμια των κοινόχρηστων χώρων κατασκευάζονται, ανακατασκευάζονται, επισκευάζονται και συντηρούνται με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής, ασφαλής και χωρίς εμπόδια κυκλοφορία των πεζών σε όλη την επιφάνειά τους και η χρήση τους από άτομα με ειδικές ανάγκες, εφόσον επιτρέπεται από τη μορφολογία του εδάφους. 2.
α. Υπόχρεοι για την κατασκευή, επισκευή και τη συντήρηση των πεζοδρομίων και των τεχνικών έργων, που τα αποτελούν (κράσπεδα, ρείθρα, υπόστρωμα και επίστρωση ή επικάλυψη) είναι οι ιδιοκτήτες των παρόδιων ακινήτων μπροστά στα οποία βρίσκονται. β. ... δ. Η κατασκευή, ανακατασκευή ή επισκευή των πεζοδρομίων, μπορεί να γίνεται από τον οικείο Ο.Τ.Α.
σε βάρος και για λογαριασμό είτε των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων είτε φορέων εκτέλεσης έργων εφόσον αυτά δεν έχουν κατασκευασθεί ή επισκευασθεί ακόμα ή δεν έχουν τηρηθεί οι προδιαγραφές που ισχύουν για την επισκευή τους. 3... 3.αα. Τα πεζοδρόμια κατασκευάζονται σύμφωνα με προδιαγραφές που καθορίζονται με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ... 4.α.
Για την κατασκευή ή ανακατασκευή καθώς και για την εκσκαφή των πεζοδρομίων απαιτείται άδεια του οικείου Δήμου ή της Κοινότητας, στην οποία αναφέρονται οι αντίστοιχες προδιαγραφές ή αν δεν υπάρχουν οι σχετικές οδηγίες. 4.β. Οι δαπάνες κατασκευής, ανακατασκευής, επισκευής ή συντήρησης των πεζοδρομίων που γίνονται από τον οικείο Ο.Τ.Α.
ή το Δημόσιο εισπράττονται από τους παρόδιους ιδιοκτήτες ή τους φορείς εκτέλεσης εργασιών, που είναι υπόχρεοι ανάλογα με την περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των Δημοσίων Εσόδων". Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αφενός, θεσπίζεται αποκλειστική αρμοδιότητα των Δήμων για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, αφετέρου, ορίζεται ότι υπόχρεοι για την επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων και των τεχνικών έργων που τα αποτελούν (κράσπεδα, ρείθρα, υπόστρωμα και επίστρωση ή επικάλυψη) είναι οι ιδιοκτήτες των παρόδιων ακινήτων, μπροστά στα οποία βρίσκονται.
Περαιτέρω, όμως, ορίζεται ότι η επισκευή των πεζοδρομίων, γίνεται από τον οικείο Ο.Τ.Α. σε βάρος και για λογαριασμό είτε των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων είτε φορέων εκτέλεσης έργων, εφόσον αυτά δεν έχουν κατασκευαστεί ή επισκευαστεί. Την υποχρέωση αυτή έχουν οι Δήμοι, κατ' εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης και υποχρεούνται, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, να επιβλέπουν και να ελέγχουν την καταλληλότητα των πεζοδρομίων και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τη συντήρηση και επιδιόρθωση αυτών, προκειμένου να διεξάγεται ομαλά η κυκλοφορία επί του πεζοδρομίου, αλλά και να προστατεύεται η σωματική ακεραιότητα των χρησιμοποιούντων αυτό (αναπήρων, παιδιών, ηλικιωμένων κ.λπ.).
Εξάλλου, το γεγονός ότι υπόχρεοι για την επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων είναι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν αναιρεί την παραπάνω υποχρέωση των δημοτικών οργάνων (της επίβλεψης και του ελέγχου της κατάστασης των πεζοδρομίων και της λήψης των κατάλληλων μέτρων για τη συντήρηση και επιδιόρθωση αυτών), ούτε μεταθέτει την υποχρέωση αυτή σε ιδιώτες ή σε άλλα όργανα, γιατί η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται στα θέματα που ανάγονται στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και αφορά στην ομαλή κυκλοφορία των πεζών σε κοινόχρηστους χώρους και την προστασία των σωματικής ακεραιότητας των πολιτών που κάνουν χρήση των πεζοδρομίων, ενώ οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν τη δυνατότητα επισκευής των πεζοδρομίων από τα δημοτικά όργανα και τον καταλογισμό της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υπόχρεων παρόδιων ιδιοκτητών.
Συνεπώς, εάν τα αρμόδια όργανα των Ο.Τ.Α. παραλείψουν τις ως άνω υποχρεώσεις τους και από τις παραλείψεις αυτές προκληθεί βλάβη σε διερχόμενα πρόσωπα, οι Ο.Τ.Α. ευθύνονται σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ (ΣτΕ 2920/2019, ΣτΕ 3792/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 (560 αριθ. 1) ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι αναιρεσίβλητοι μπορούν αζημίως να ανέχονται έμπροσθεν της ιδιοκτησίας τους τη διατήρηση του "ταπεινωμένου" κατά 0,70 μ.
πεζοδρομίου, χωρίς να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας των διερχόμενων πεζών και παραλείποντας τη σήμανση του χώρου προς περιορισμό του κινδύνου από την υπάρχουσα κατασκευή. Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 367 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας που κυρώθηκε με το ΠΔ από 14/27-7-1999 και άρθ. 24 της Υ.Α 3046/1989 του ΥΠΕΧΩΔΕ και Ν. 3792/1929 δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν είναι υποχρεωμένοι για την επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων που βρίσκονται έμπροσθεν των ακινήτων τους και ότι οι συνιδιοκτήτες των λοιπών διαμερισμάτων, πλην του ισογείου, δεν είναι παρόδιοι.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε τα εξής: "Επί της οδού ... 28 και δη ενώπιον του ισογείου της εκεί κείμενης πολυκατοικίας το τμήμα του εδάφους του πεζοδρομίου, που βρίσκεται παραπλεύρως της κεντρικής αυτής εισόδου, έχει υποστεί ανασκαφή, ανακατασκευή και κατακρήμνιση σε βάθος μέχρι και 0,70 μ.
και μήκος περίπου 3,60 μ., σε τρόπο ώστε το ως άνω τμήμα του εδάφους, όπου υπήρχε το πεζοδρόμιο να έχει μετατραπεί σε απότομο κεκλιμένο επίπεδο, επικίνδυνο για τη διέλευση των πεζών, που διέρχονται από το συγκεκριμένο σημείο. Στις 5-4-2014 και περί ώρα 11.30 ο εκκαλών και ενώ βάδιζε επί του πεζοδρομίου της οδού ...
στην ... διερχόμενος από το επίδικο σημείο, στο οποίο είχαν λάβει χώρα οι προεκτεθείσες εργασίες, έχασε την ισορροπία του και επέπεσε με το πρόσωπο στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί εξάρθρωση και κάταγμα δεξιού αντίχειρα και να μεταβεί στην Ευρωκλινική ..., προκειμένου να αντιμετωπιστούν ιατρικά τα ανωτέρω τραύματα του.
Πλην όμως, από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι οι προεκτεθείσες ανασκαπτικές εργασίες έλαβαν χώρα από τους εφεσιβλήτους, ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι αυτές έλαβαν χώρα με την ανοχή αυτών, ουδεμία έννομη συνέπεια δύναται να επιφέρει. Πέραν αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 επ.
της υπ'αριθμ. 3046/304/30-1/3-2-1989 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ "Περί Κτιριοδομικού Κανονισμού", που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του Ν. 1577/1985 "Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", μόνον ο οικείος ΟΤΑ έχει την αρμοδιότητα να προβεί στην κατασκευή, ανακατασκευή, επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων και δη εν προκειμένω του επίδικου πεζοδρομίου για λογαριασμό του παρόδιου ιδιοκτήτη αυτού, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο πρώτος εφεσίβλητος, και, κατά συνέπεια, η δεύτερη εφεσίβλητη συνιδιοκτησία ουδεμία έννομη σχέση έχει με το επίδικο, ούτε και αποδείχθηκε, ότι έλαβε με επιμέλεια αυτής οποιαδήποτε από τις επικαλούμενες εργασίες, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, που συνιστά και μερικότερους λόγο και πρόσθετο λόγο εφέσεως, ως αβασίμου.
Εξάλλου, από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος και παρόδιος ιδιοκτήτης είχε οποιαδήποτε εκ του Νόμου αρμοδιότητα να λάβει τα ενδεδειγμένα προειδοποιητικά μέτρα ασφαλείας των διερχομένων πεζών, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι τούτος προέβη στις επίδικες εργασίες, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, που συνιστά και μερικότερους λόγο και πρόσθετο λόγο εφέσεως, ως αβασίμου".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα μετά ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, δεν προέκυψε ότι η ανασκαφή, ανακατασκευή και κατακρήμνιση του επίμαχου πεζοδρομίου σε βάθος μέχρι και 0,70 μ.
και μήκος περίπου 3,60 μ. έγινε από τους αναιρεσίβλητους και συνεπώς αυτοί δεν είχαν υποχρέωση να λάβουν τα ενδεδειγμένα προειδοποιητικά μέτρα ασφαλείας των διερχομένων πεζών, σύμφωνα δε και με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, αν τα αρμόδια όργανα των ΟΤΑ παραλείπουν να ελέγχουν την κατάσταση των πεζοδρομίων και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την συντήρησή τους και από τις παραλείψεις αυτές προκληθεί βλάβη σε διερχόμενα πρόσωπα, οι ΟΤΑ ευθύνονται σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 105- 106 του ΕισΝΑΚ.
Επομένως, άπαντες οι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης , να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2021 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. κατά της υπ'αριθ. 4909/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ