Supreme Court annuls appeal judgment for failure to consider evidence regarding lack of international jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment for failing to consider specific evidence submitted by the appellant regarding the lack of international jurisdiction. The appellant presented death certificates and tax documents to prove the deceased had no Greek residence, but the lower court ignored these documents without specific rebuttal. Consequently, the case was remitted for retrial with a different judge to ensure the evidence is properly evaluated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider all legally submitted evidence necessary to form a judicial conviction, and failure to do so constitutes an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1932 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1932/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Φ. Ό. του Αθανασίου, το γένος Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαλαμά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. - Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 21/06/2021 αίτηση της Σ. Φ. Ό. για αναίρεση της αριθμ. 64/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της αριθμ. 168/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει την ασκηθείσα αγωγή μέμψεως αστόργου δωρεάς της τελευταίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη εν μέρει από ουσιαστική άποψη.
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ). Α. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014).
Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 12/2015).
Προκειμένου δε περί των μνημονευόμενων στο άρθρο 421 Κ.Πολ.Δ. ένορκων βεβαιώσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων, ούτε των μαρτύρων, αλλά αποτελούν αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη αυτών καταφάσκει την από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1253/2010).
Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν.4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, <<Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων>>, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, <<1.Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση>>, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, <<Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων>>.
Δεκτικός της κλήτευσης να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου ή του ειρηνοδίκη είναι και ο κατ' άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την αγωγή ή το ένδικο μέσο, ο οποίος τεκμαίρεται αντίκλητος για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία, να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 52/2013, ΑΠ 320/2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 128, 129,130 παρ.1 και 139παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση επιδόσεως εγγράφου αν ο παραλήπτης της επιδόσεως ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129, αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο, το όργανο της επιδόσεως επικολλά αυτό στη θύρα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, παρουσία ενός μάρτυρα ο οποίος και υπογράφει την έκθεση επιδόσεως που ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει.
Η επίδοση αυτή όμως προϋποθέτει ότι οι παραπάνω χώροι χρησιμοποιούνται πράγματι κατά τον χρόνο της επιδόσεως, ως γραφείο, κατάστημα ή εργαστήριο από τα πρόσωπα που εργάζονται ή τις επιχειρήσεις που λειτουργούν σ' αυτά, άλλως δεν ακολουθείται ο τρόπος αυτός της επιδόσεως, αλλά εκείνος του άρθρου 128 παρ. 4 (ΑΠ 617/2012, ΑΠ 1208/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη (εφεσίβλητη) ήδη αναιρεσείουσα Σ. Φ. Ό. προσκόμισε, κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, τις δοθείσες με επιμέλειά της υπ' αριθμ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις, των Ε. Ζ. και Π. Π., αντίστοιχα, που δόθηκαν στη συμβολαιογράφο Χαλκίδας Βασιλική Ιωάννου. Η κλήτευση, ωστόσο, της ενάγουσας (εκκαλούσας) ήδη αναιρεσίβλητης Μ.
Δ. δεν έγινε νομότυπα, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αριθμ. .../15-01-2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Π., αν και αυτός τήρησε τη διαδικασία θυροκόλλησης του επιδοθέντος εγγράφου, ήτοι της από 10/01/2018 κλήσεως, ενόψει της αρνήσεως παραλαβής της από το συνεργάτη του υπογράφοντος το αγωγικό δικόγραφο πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου της Χρήστου Κουτσονάσιου, δεν βεβαιώνεται στην άνω έκθεση επίδοσης η άρνηση της σχετικής παραλαβής από ένα μάρτυρα, ο οποίος προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτό και ειδικότερα το ονοματεπώνυμο αυτού (μάρτυρα) και η υπογραφή του.
Επομένως, ορθώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του,ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις άνω ένορκες βεβαιώσεις, όσα δε αντίθετα, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στό ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ.
Γ., ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλειά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και Θ. Δ., ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και διαλαμβάνονται στα αριθμ.168/2018 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου, από τις οποίες προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της προταθείσας από αυτήν(εναγομένη -εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα) ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, τα οποία είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και στο Εφετείο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 26-08-2020 προτάσεων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι, πράγματι, αυτή, ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε (σελίδες, ιδίως, 11-15) και προσκόμισε νομότυπα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις πιο πάνω ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα αριθμ. 168/2018 πρακτικά συνεδριάσεως, του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία προσκομίζονται και στο παρόν δικαστήριο.
Από τη γενική, όμως, διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη προκειμένου να αποφανθεί επί της ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων της εκκαλούσας-εναγομένης, την οποία απέρριψε, <<όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα μετ' επικλήσεως αμφότερες οι διάδικοι( ως προς το θέμα που αφορά την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:>> (φύλλο 4ο, 2η σελίδα), σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει αναμφιβολα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και το άνω αποδεικτικό μέσο, μαρτυρικές καταθέσεις, το οποίο είναι διαφορετικό, από εκείνο, των εγγράφων, αποδεικτικό μέσο και πρέπει ειδικά να αναφέρεται.
Συνεπώς, είναι βάσιμη η διαλαμβανόμενη στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αιτίαση. Επίσης, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των άνω, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προταθείσας από αυτήν ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων επικαλέστηκε (σελίδες 44 και 46) και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως σχετ. 2, 16 α', β' και γ' την αριθμ. ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γενικού Προξενείου στη ... και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος των ετών 2010, 2011, 2012 ενώπιον της φορολογικής αρχής της Γερμανίας, ήδη δε, όπως απαιτείται, τα έγγραφα αυτά προσκομίζει στο παρόν δικαστήριο. Το Εφετείο κατέληξε στο άνω απορριπτικό της ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του πιο πάνω βεβαίωση.
Από τη γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, που παραδεκτά επισκοπείται, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα προαναφερθέντα έγγραφα.
Τούτο, διότι, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική σπουδαιότητα των εν λόγω εγγράφων, για την απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού - ένστασης της εναγομένης, περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτού δεν προβαίνει, όπως προέβη για άλλα έγγραφα. Παρά, το γεγονός, δε, ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από τα άνω έγγραφα, και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο πόρισμα, ενόψει ότι τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα, ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, έπρεπε να τα αντικρούσει ειδικά.
Συνεπώς, είναι βάσιμη η διαλαμβανόμενη στο τρίτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αιτίαση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, κατά τον βάσιμο δεύτερο ( 2ο και 3ο σκέλη ) αναιρετικό λόγο (ΑΠ 46/2019, ΑΠ 363/2018, ΑΠ 1496/2017, ΑΠ 443/2017). Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκομένης της έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα (ΑΠ 417/2020, ΑΠ 536/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθμ. 64/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ