1932/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1932/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1932 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1932/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΒΤ.../2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "Α. Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενη, που δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ. 3650/15-5-2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 15 Ιανουαρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 674/15.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 13-5-2015 και υπ' αριθμό πρωτ. 3650/15-5-2015 αίτηση αναίρεσης, του Γ. Κ. του Ν., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμό Β.Τ. .../2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και ο επ' αυτής με χρονολογία 15-1-2016 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που επίσης ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2), πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία "Α. ΑΕ" δεν εμφανίσθηκε, καίτοι είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο (βλ. το από 30-09-2015 αποδεικτικό επίδοσης του Λ. Χ., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), όμως ενόψει της εμφάνισης του αναιρεσείοντος η συζήτηση θα γίνει ωσάν αυτή να ήταν παρούσα (άρθρα 513 παρ. 1 β' και 515 παρ. 1 και 2 α' ΚΠοινΔ).
ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Με την νέα, δηλαδή, ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Δεν είναι δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επιπλέον η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, όπως προαναφέρθηκε, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Απαιτείται, όμως, επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διάταξης ή απλώς η επανάληψη της έκφρασης του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την § 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο β', δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος στην πράξη του "ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια".
Προϋπόθεση όμως για το παραδεκτό του ισχυρισμού, ως λόγου μείωσης της ποινής με επίκληση ελαφρυντικής περίστασης, είναι ότι ο ισχυρισμός έχει υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 εδ. β' και 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη Β.Τ. .../2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία, και σε χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα) δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στη ... στις 14-1-2011, 14-2-2011 και στις 14-3-2011 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της πληρωμής τους και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε: 1] την υπ αριθμ. ...6-7 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-02-2011 για να πληρωθεί από την τράπεζα fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα, για το χρηματικό ποσό των (21.500) ευρώ, σε διαταγή "Α.
ΑΕ", 2] την υπ' αριθμ. ...5-9 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-01-2011 για να πληρωθεί από την fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα, για το χρηματικό ποσό των (15.000) ευρώ, σε διαταγή "Α. ΑΕ", 3] την υπ' αριθμ. ...7-5 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-03-2011 για να πληρωθεί από την τράπεζα fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα για το χρηματικό ποσό των (21.535,66) ευρώ, σε διαταγή "Α.
ΑΕ" Και αφού παρουσιάστηκαν εμπρόθεσμα στις 22-02-2011, 20-01-2011 και 18-03-2011 αντίστοιχα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα.". Στο διατακτικό της ίδιας ως άνω απόφασης αναφορικά με την εν λόγω πράξη αναφέρει, ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ΕΝΟΧΟ, του ότι: "Στη ... στις 14-1-2011, 14-02-2011 και στις 14-03-2011, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της πληρωμής τους και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε: 1] την υπ αριθμ. ...6-7 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-02-2011 για να πληρωθεί από την τράπεζα fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα, για το χρηματικό ποσό των (21.500) ευρώ, σε διαταγή "Α.
ΑΕ" 2] την υπ αριθμ. ...5-9 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-01-2011 για να πληρωθεί από την fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα, για το χρηματικό ποσό των (15.000) ευρώ, σε διαταγή "Α. ΑΕ" 3] την υπ' αριθμ. ...7-5 επιταγή με ημ/νία έκδοσης 14-03-2011 για να πληρωθεί από την τράπεζα fbb πρώτη επιχειρηματική τράπεζα για το χρηματικό ποσό των (21.535,66) ευρώ, σε διαταγή "Α.
ΑΕ" Και αφού παρουσιάστηκαν εμπρόθεσμα στις 22-02-2011, 20-01-2011 και 18-03-2011 αντίστοιχα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα.". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολογία της γνώσης του αναιρεσείοντος ως προς τη μη ύπαρξη, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής της ένδικης επιταγής, διαθέσιμων κεφαλαίων, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής υποκειμενικώς αρκεί ο απλός δόλος, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη, β) με τη φράση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος "εξέδωσε" τις ένδικες επιταγές σαφώς υπονοείται ότι έγινε δεκτό ότι αυτός τις εξέδωσε ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος εταιρείας, γ) το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα τεθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του και δ) δεν στερείται η απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ένεκα του ότι το σκεπτικό της αποτελεί τυπική επανάληψη του διατακτικού, καθόσον ναι μεν σκεπτικό και διατακτικό ταυτίζονται στη διατύπωση, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία της κατηγορίας, περιέχουν αυτά και πολλά άλλα κρίσιμα περιστατικά και αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές, που αποτυπώνουν όσα προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά την ακροαματική διαδικασία τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να μην είναι αναγκαία η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της απόφασης για τη θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω λόγο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, κατάθεσης μάρτυρα υπεράσπισης κ.τ.λ.) είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν τη σχετική με τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Συνεπώς, ο λόγος του δικογράφου της αίτησης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος, που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, αφού έλαβε το λόγο: "ανέπτυξε την υπεράσπισή του και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του, άλλως σε περίπτωση καταδίκης να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων".
Στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, επειδή προβλήθηκε κατά τρόπο εντελώς ασαφή και αόριστο, με αναφορά δηλαδή μόνο της νομικής διάταξης, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, συναφής λόγος αναίρεσης, που προβάλλεται τόσο με το κύριο δικόγραφο της αίτησης όσο και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ότι η απόφαση στερείται της κατά το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την μη απάντηση στον υποβληθέντα, όπως προεκτέθηκε, αυτοτελή ισχυρισμό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο ως άνω συναφής με τον λόγο αυτής μόνος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 13-5-2015 (αριθμ. πρωτ. 3650/15-5-2015) αίτηση του Γ. Κ. του Ν., καθώς και τον από 15-01-2016 πρόσθετο λόγο αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμό Β.Τ. .../2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ