Legislator Case Law & Legislation
1932/2014 AI generated

1932/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1932/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1932/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος τους παρέλαβε στην φυσική του εξουσίαση το παραπάνω ακίνητο από το έτος 1923, με την έκδοση της παραπάνω Υπουργικής απόφασης, κατείχε και εξουσίαζε αυτό έκτοτε με διάνοια κυρίου, δυνάμει της ως άνω παραχωρητικής Υ.Α., το έτος δε 1952 εκδόθηκε υπέρ του για την παραπάνω παραχώρηση της κυριότητας, νομής και κατοχής του παραπάνω αγρού, το υπ' αριθ.

Keywords

AI generated
expired residence permit holding period deduction minimum period of residence lapse due to peremption statutory bar stationary medical condition
AI generated
237/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
2270/2014
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.
975/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
1247/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2005 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
1006/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1932 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1932/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Βριλησσίων", νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Γ., 2)Α. - Α. χήρας Κ. Π., 3)Σ. Π., 4)Λ. Π., 5)Φ. Π., κατοίκων ..., 6)Δ. Γ., κατοίκου ..., 7)Ι. Α., 8)Δ. Α. και 9)Δ. συζ. Δ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσούτσουρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4677/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1291/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 31/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/04/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή όταν τούτο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 περ.η' του ν. 1406/1983 προκύπτει ότι στις διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για την ευθύνη δήμων, κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που γεννιέται από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (άρθρο 106 ΕισΝΑΚ).

Και μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου ή των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση κατά τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και, συνεπώς, να δημιουργηθεί διοικητική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής τους περιουσίας, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου ή των ΝΠΔΔ για αποζημίωση θεμελιώνονται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 599/2013 ΕλλΔνη 54.1631).

Τέτοια ιδιωτική διαφορά δημιουργείται και από την άσκηση αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και της υποχρέωσης του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει αποζημίωση ίση με την αξία του, λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του (άρθρα 1094, 1097 ΑΚ), διότι συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δήμου και αρμόδια είναι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1793 (2009 ΝοΒ 58.733)).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης (από 15/9/2009) αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Δήμου αυτοί ισχυρίστηκαν τα εξής: "ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος τους Σ. Π. του Ι. απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του άρθρου 189 του Αγροτικού Κωδικός 2880/41 και της υπ' αριθμ. 92961/23 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, ένα αμπέλι, που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή αγροκτήματος "...", υπέρ ..., του Νομού Αττικής, όπως αυτό λεπτομερώς προσδιορίζεται κατά θέση, όρια και έκταση.

Ότι ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος τους παρέλαβε στην φυσική του εξουσίαση το παραπάνω ακίνητο από το έτος 1923, με την έκδοση της παραπάνω Υπουργικής απόφασης, κατείχε και εξουσίαζε αυτό έκτοτε με διάνοια κυρίου, δυνάμει της ως άνω παραχωρητικής Υ.Α., το έτος δε 1952 εκδόθηκε υπέρ του για την παραπάνω παραχώρηση της κυριότητας, νομής και κατοχής του παραπάνω αγρού, το υπ' αριθ.

τίτλου 28572/18.1.1952 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι με το από 12.9.1974 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ρυμοτομήθηκε τμήμα του άνω ακινήτου εκτάσεως 1.557,34 τ.μ., όπως αυτό επίσης λεπτομερώς περιγράφεται κατά όρια και θέση, που είχε πλέον ενταχθεί στην περιφέρεια του Δήμου Bριλησσίων για την δημιουργία τμημάτων των ακολούθως ονομασθεισών οδών ..., ...ς και ...

του Δήμου .... Ότι με την υπ' αριθμό 7/1987 Πράξη, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας, της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, που κυρώθηκε με την 4644/405/87 Απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, προσδιορίστηκε επακριβώς το ως άνω ρυμοτομούμενο τμήμα στο συνοδεύον αυτή από Ιουνίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Φ.

Ο. και προσδιορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αποζημιώσεως, για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως του προκείμενου ρυμοτομούμενου τμήματος. Ότι με την 794/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε για το άνω ρυμοτομούμενο τμήμα προσωρινή τιμή μονάδος 18.000 δρχ. ήτοι 52,82 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και με την 3210/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος 30.000 δρχ.

ήτοι 88,04 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ότι η ως άνω αποζημίωση ουδέποτε καταβλήθηκε, ούτε στους ίδιους που είναι σήμερα κύριοι, νομείς και κάτοχοι του εν λόγω τμήματος του όλου ως άνω ακινήτου των 7.110 τ.μ. κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα περιστατικά ως καθολικοί διάδοχοι του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους Σ.

Π., ο οποίος απεβίωσε στις 29-12-1945, ούτε στους δικαιοπαρόχους τους, ούτε παρακατατέθηκε δημόσια μέχρι σήμερα και συνεπώς, σύμφωνα με το νόμο, ουδέποτε συντελέστηκε η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση. Ότι κατ'ακολουθία των παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 και την λοιπή σχετική νομοθεσία, η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση έχει αυτοδικαίως ανακληθεί, διότι δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση, και έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος του δεκαοκταμήνου από την κήρυξη της, και σε κάθε περίπτωση έχει ανακληθεί αυτοδικαίως, διότι έχει παρέλθει εύλογος χρόνος είκοσι ετών από την κήρυξη της, χωρίς να καταβληθεί καμία αποζημίωση, στους ίδιους, σημερινούς κυρίους, νομείς και κατόχους του τμήματος αυτού ή στους δικαιοπαρόχους τους.

Ότι ο εναγόμενος Δήμος ..., παρά το ότι ακόμη και σήμερα δεν έχει συντελεστεί η ως άνω απαλλοτρίωση του παραπάνω ρυμοτομούμενου τμήματος, λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, και έχει ανακληθεί αυτοδικαίως αυτή, παρά το ότι το εν λόγω "ρυμοτομούμενο" τμήμα ανήκει στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους (εναγόντων) κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε καθένα, παρά το ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι δικαιοπάροχοι τους παρέδωσαν ποτέ ή συνήνεσαν να παραδοθεί σε κοινή χρήση το εν λόγω ρυμοτομούμενο τμήμα, αυθαίρετα και παράνομα το κατέλαβε το έτος 2000, ξήλωσε την περίφραξη που υπήρχε και οριοθετούσε το ακίνητο τους, αφήρεσε τα φυτά που υπήρχαν στο τμήμα αυτό, το οποίο αυτοί (οι ενάγοντες) και οι δικαιοπάροχοι τους χρησιμοποιούσαν ως κήπο των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, που ανήγειραν στο μη ρυμοτομούμενο τμήμα, το ασφαλτόστρωσε και το παρέδωσε στην κοινή χρήση ως τμήμα των οδών ..., ...

και ... του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., χωρίς κανένα νόμιμο τίτλο και δικαίωμα. Ότι ο Δήμος ..., όπου ευρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1001 16/787/27.12.1995 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 1099Β 29.12.1995) κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση. Ότι με την υπ' αριθμ. 215/13.2.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου (ΦΕΚ 356/Β/1 8.2.2004) διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής, που βρίσκονται εντός των Διοικητικών ορίων του Δήμου ...

Αττικής, και με την υπ' αριθμ. 216/2/16.2.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου (ΦΕΚ 356/Β/18.2.2004) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου ... κατά μεταφορά από τους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες της Β' ανάρτησης, ως ημερομηνία δε έναρξης ισχύος ορίστηκε η 19.2.2004.

Ότι έτσι ο εναγόμενος περιέλαβε σε ευρύτερη έκταση, η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του Δήμου ... με Ειδικό ΚΑΕΚ ... παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς κανένα νόμιμο τίτλο και το ως άνω τμήμα του ακινήτου τους των 1.557,34 υ. μ., το οποίο αποτελεί μέρος του όλου ακινήτου τους εκτάσεως 7.110 τ. μ. . Ότι για τους λόγους αυτούς έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η κυριότητα, νομή και κατοχή τους, κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα, του παραπάνω επιδίκου τμήματος (των 1.577,34 τ.

μ.), διότι την αμφισβητεί ο εναγόμενος με τον ως άνω τρόπο. Ζήτησαν δε μετά από παραδεκτή μετατροπή του αρχικά καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις τους και με δήλωση τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι έκαστος των εναγόντων κατά τα ποσοστά, που ειδικότερα σ' αυτήν αναφέρονται με τρόπο παράγωγο, αλλά και τρόπο πρωτότυπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και σε περίπτωση που αναγνωριστεί ότι είναι αδύνατη η απόδοση του ως άνω επιδίκου τμήματος της ιδιοκτησίας τους, να αναγνωριστεί ότι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι έκαστος των εναγόντων κατά τα ποσοστά που ειδικότερα σ' αυτήν αναφέρονται με τρόπο παράγωγο, αλλά και τρόπο πρωτότυπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και σε περίπτωση που αναγνωριστεί ότι είναι αδύνατη η απόδοση του ως άνω επιδίκου τμήματος της ιδιοκτησίας τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Δήμου, να τους καταβάλει ως αποζημίωση τα στο ιστορικό αναλυτικά εκτιθέμενα ποσά σε καθένα από αυτούς, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Άλλως και επικουρικά, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής τους τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα ποσά στον καθένα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επίσης, να υποχρεωθεί το Κτηματολογικό Γραφείο ... να καταχωρήσει στα οικεία κτηματολογικά βιβλία και λοιπά από αυτό τηρούμενα στοιχεία, το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα επί του στο ιστορικό λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου των χιλίων πεντακοσίων πενήντα επτά και 0,34 (1.557,34) τετραγωνικών μέτρων, διορθώνοντας την αρχική ανακριβή και εσφαλμένη εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου του με ΚΑΕΚ ...

και ιδίως : α) να αποχωριστεί η ως άνω έκταση τους των χιλίων πεντακοσίων πενήντα επτά και 0,34 91.557,34) τετραγωνικών μέτρων από τον ΚΑΕΚ του Δήμου ..., όπου έχει εσφαλμένα περιληφθεί, β) να απονεμηθεί ιδιαίτερος ΚΑΕΚ στην ως άνω έκταση τους και γ) να καταχωρηθούν τα δικαιώματα τους επ' αυτής στα Κτηματολογικά Βιβλία." Με την αγωγή αυτή, όπως το περιεχόμενο της εκτέθηκε αναλυτικά πιο πάνω, εισάγεται ιδιωτική διαφορά που συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του αναιρεσείοντος Δήμου και όχι διαφορά που συνδέεται "με αποζημίωση κατά παρανόμων πράξεων οργάνων του κράτους (κατάληψη μη απαλλοτριωθέντος ακινήτου)", και συνεπώς, η εκδίκαση της υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, η οποία αναφέρεται σε διοικητική διαφορά και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1096-1100, 1099, 249, 937 ΑΚ προκύπτει ότι οι αξιώσεις των άρθρων 1096-1100 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η αξίωση για αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητα του χειροτέρεψε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο, υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και, μόνο κατ' εξαίρεση, η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 508/2011 ΧρΙΔ ιβ'. 39).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 91 του ν.δ. 321/17.8.1969 "Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" (το οποίο ν.δ. ήδη αντικαταστάθηκε με το ν. 2362/1995), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη (περί της οποίας δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη υπόθεση) δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στην περίπτωση της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδυναμίας απόδοσης του πράγματος η γέννηση αυτής, και συνακόλουθα, η παραγραφή της αρχίζει από τότε που βεβαιώνεται με την απόφαση επί της σχετικής αγωγής ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενού πράγματος (ΑΠ 427/2009 ΕλλΔνη 50.1406).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, εν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε ο αναιρεσείων Δήμος με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με το λόγο έφεσης προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή ζήτησαν, κυρίως την αναγνώριση της συγκυριότητας τους και την απόδοση σ' αυτούς του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου τους και σε περίπτωση αδυναμίας απόδοσης αυτού, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση ίση προς την αξία του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνώρισε την συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου και στην συνέχεια, αφού διέγνωσε την αδυναμία απόδοσης του ακινήτου σ' αυτούς, έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα τους και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να τους καταβάλει αποζημίωση ίση προς την αξία του ακινήτου τους, απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την υπό του εναγομένου προβληθείσα ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης τους λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος από την αποβολή πέραν της πενταετίας.

Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αξίωση αυτή των εναγόντων περί αποζημίωσης του άρθρου 1097 Α.Κ., δεν παραγράφεται μετά παρέλευση πενταετίας από την κατάληψη του ακινήτου, αλλά ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αναφερόμενη εκεί μείζονα σκέψη της, από την βεβαίωση της απόφασης ή τη ^διαπίστωση κατά την εκτέλεση, ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση και ότι τέτοια αδυναμία απόδοσης του επιδίκου βεβαιώθηκε το πρώτον με την απόφαση του (ήτοι την εκκαλουμένη), από την δημοσίευση της οποίας δεν παρήλθε πενταετία.

Έτσι όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό περί παραγραφής για τον άνω λόγο, δεν έσφαλε διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αρχίζει από την βεβαίωση της απόφασης ή τη διαπίστωση κατά την εκτέλεση, ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση, τέτοια δε αδυναμία απόδοσης του επιδίκου ακινήτου των εναγόντων βεβαιώθηκε το πρώτον με την εκκαλουμένη (υπ' αριθμ. 4677/14-9-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), από την δημοσίευση της οποίας στις 14-9-2011 δεν παρήλθε πενταετία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 91 του ν.δ. 321/1969, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, αναφορικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος η πιο πάνω αξίωση αποζημίωσης προέρχεται από αδικοπραξία (παράνομη κατάληψη οικοπέδου), επί της οποίας έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της υποχρέωσης του να τους καταβάλει αποζημίωση μετά την παραγραφή της ένδικης αξίωσης τους, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. .

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 33/2005, Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 619/2012).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ 8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ολΑΠ 11/1996). Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί 'πράγμα' που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο .πάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ, και επόμενους, η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης(ΑΠ 812/2010).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για την εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται, όταν η αγωγή, η ανακοπή και η ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ολ ΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση που πρόβαλε ο αναιρεσείων Δήμος για καταχρηστική ένσταση της ένδικης αγωγής, ως προς το αίτημα των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος Δήμος πρωτοδίκως όσο και με σχετικό λόγο της έφεσης του προέβαλε την ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., ισχυριζόμενος, ειδικότερα, ότι οι εναγόμενοι ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα τους περί αναγνώρισης της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου, καθόσον από την περιέλευση του επιδίκου στην κοινή χρήση παρήλθε τουλάχιστον δεκαετία όπως ισχυρίζονται αυτοί ( ενάγοντες ) και 22 έτη, όπως ισχυρίζεται αυτός ( εκκαλών ), χωρίς να προβούν οι ενάγοντες σε οποιαδήποτε ενέργεια, είτε για την είσπραξη της οφειλομένης σ' αυτούς αποζημίωσης, είτε για την αποδέσμευση του ακινήτου τους από την επιβληθείσα σ' αυτό απαλλοτρίωση και ότι μοναδικός σκοπός τους ήταν η επιδίωξη αποζημίωσης με ενσωματωμένη την οικονομική ωφέλεια από την άνοδο της. ...........

Η επικαλούμενη υπό του εναγομένου αδράνεια των εναγόντων δεν συνοδεύεται με τη μνεία ειδικών περιστάσεων, έτσι ώστε η μεταβολή της στάσης τους να καθιστά την αξίωση τους για ανατροπή της κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί καταχρηστική και έτσι υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η άσκηση από μέρους των εναγόντων του ένδικου δικαιώματος τους δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του" Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την από τον αρ.8 περ.β' (και όχι από τον αρ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω ένσταση του για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αναγνώρισης της κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά, πέραν της αδράνειας, που αυτός επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της με τις πρωτόδικες προτάσεις και με λόγο της έφεσης του, και ειδικότερα ότι:

α) οι φερόμενοι ενάγοντες ουδέν έπραξαν μετά την πάροδο 1 1/2 έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος την 29/3/1991 για την αποδέσμευση του επίδικου ακινήτου, κατά πρώτον με την υποβολή αιτήσεως για ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, καθώς και με την άσκηση, αιτήσεως ακυρώσεως κατά της παράλειψης της αρμόδιας Διοικητικής Αρχής να αποδεσμεύσει την ιδιοκτησία τους δια τροποποιήσεως του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου η της πολεοδομικής μελέτης, β) ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον Δήμο αίτηση, η εξώδικο των εναγόντων, περί καταβολής αποζημίωσης από την παράνομη κατάληψη, η περί προθέσεως των να μην παραδώσουν το συγκεκριμένο τμήμα στην κοινή χρήση και να το κρατήσουν στην διακατοχή τους μέχρι την ικανοποίηση τους, και γ) παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι φερόμενοι ενάγοντες κατοικούν επί ακινήτου ανεγερθέντος επί του υπολοίπου τμήματος του οικοπέδου, πού ευρίσκεται το επίδικο, ουδόλως εμπόδισαν την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, το 1988, ή το 2000, είτε με την λήψη προσωρινών μέτρων, είτε με την άμεση άσκηση διεκδικητικής αγωγής παρά μόνον 9 χρόνια αργότερα, ούτε καν ενόχλησαν τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου, πράγμα πού αναμφιβόλως δημιούργησε την πεποίθηση ότι, οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν τα εκ της κυριότητας τους δικαιώματα." Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα υπό στοιχεία (α) και (β) περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας ένστασης του, πλην όμως έκρινε ότι αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, και, συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών, ενώ ως προς τα υπό στοιχείο (γ) περιστατικά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της έφεσης του ηττηθέντος πρωτόδικος αναιρεσείοντος αυτά δεν προβλήθηκαν με σχετικό λόγο έφεσης, ενώ δεν συντρέχει καμία περίπτωση εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Τέλος, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης του 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσιαστικής της βασιμότητας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 281 ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/10/2013 αίτηση του ΝΠΔΔ Δήμου Βριλησσίων, για αναίρεση της 1291/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ