Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding lack of legal basis due to non-essential contradiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on a lease dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis due to contradictory reasoning regarding the tenant's intent to renovate the premises. The court rejected this claim because the alleged contradiction did not affect the essential outcome of the case but merely reflected the lower court's internal argumentation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 561(1), 578, 559(19) of the Code of Civil Procedure; A ground for appeal based on lack of legal basis due to contradictory or insufficient reasoning is inadmissible if the reasoning does not concern a matter with essential impact on the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1932 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1932/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μαρίνο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .............. και 2. .............., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βγενόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 μη οριστική και 91/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 836/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 24 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός άλλων να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε. Επίσης, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή ενστάσεως, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν ευθέως οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες, μεταξύ των οποίων και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο, όταν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων.
Στη περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων καίτοι δέχεται, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία, στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή ή όταν παραλείπει να αναφέρει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο της μη ερμηνευθείσης ή κακώς ερμηνευθείσης δικαιοπραξίας, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε, πως υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για σύναψη νέας άτυπης συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως (αναμισθώσεως) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 813/1978 "περί εμπορικών μισθώσεων".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται ενάριθμα οι συγκεκριμένες διατάξεις, του αναφερομένου ουσιαστικού νόμου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε αναφέρονται με πληρότητα, και σαφήνεια παρά μόνο αποσπασματικώς, όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, βάσει των οποίων απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων του άρθρου 200 ΑΚ κατά την αποφατική κρίση της περί μη καταρτίσεως νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε πως υπάρχει σε δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, ούτε προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των επικαλουμένων ερμηνευτικών κανόνων.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του όπου υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής αιτίασης πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων είναι απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προταθούν, ιδρύει τον απορρέοντα από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, είναι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια αυτή, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που το δικαστήριο αντλεί από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πιο κάτω καθοριζόμενα πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά έκρινεν ότι ουδεμία νέα συμφωνία έγινε μεταξύ των διαδίκων ανανέωσης επί διετία της μίσθωσης, χωρίς να έχουν προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους ήτοι:
α)ότι μετά τη συμπλήρωση 16 ετίας στη χρήση του μισθίου και τη λήξη της μισθώσεως, η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο β)ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι αγόρασαν το μίσθιο, προκειμένου αφού προβούν σε πλήρη αναμόρφωσή του με την προσθήκη διώροφης οικοδομής, να το διαμορφώσουν σε κέντρο αναψυχής' γ)ότι, ενώ ανέθεσαν οι ίδιοι σε μηχανικό την υποβολή αιτήσεως στην Πολεοδομία, την οποία υπέβαλαν τον Αύγουστο 2004 και εκδόθηκε η άδεια τον Δεκέμβριο 2004 "είχαν προφανώς προγενέστερα της παραπάνω ημερομηνίες (Αύγουστος 2004) αναθέσει την εκπόνηση αυτών (μελετών)"' δ)ότι είχαν την πρόθεση να αναμορφώσουν την οικοδομή όπου καίτοι το μίσθιο, σε κέντρο αναψυχής' ε) ότι δανειοδοτήθηκαν οι ίδιοι από Τράπεζα για την κατασκευή του έργου της αναμορφώσεως της οικοδομής στ)ότι η καταβολή από τον αναιρεσείοντα τον Ιούνιο του 2004 της αυξήσεως του μισθώματος κατά 10% "δεν αποτέλεσε αντικείμενο νέας συμφωνίας των διαδίκων τον Ιούνιο του 2004, ούτε συνδέεται με συμφωνία παραμονής του εναγομένου για δύο ακόμη χρόνια στο μίσθιο ακίνητο, αλλά έγινε σε .........εκτέλεση της συμφωνίας περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, που είχε καταρτίσει ο εναγόμενος με τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, αρχικούς εκμισθωτές".
Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά τον υπό στοιχείο α' ουσιώδη ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το δικόγραφο της αγωγής, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προτείνει με αυτή τον ανωτέρω ισχυρισμό, καθόσον δε αφορά τα υπό στοιχεία β΄ έως και στ΄ πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αφορούν επιχειρήματα, που το δικαστήριο της ουσίας άντλησε από τις αποδείξεις για τη θεμελίωση της, αποφατικής κρίσεως του περί μη καταρτίσεως νέας άτυπης συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως.
Επειδή με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ- γ΄ ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις ενώπιόν του προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, ομολογία τους, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε, ότι: 1)μέχρι τις 16-2-2006 εισέπρατταν τα μισθώματα, ομολογώντας έτσι 2) και ότι ουδεμία βούληση εκδήλωσαν προς εκείνον για την εκ μέρους τους χρησιμοποίηση του μισθίου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, καθόσον αφορά την πρώτη επικαλούμενη ομολογία από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δε αφορά την δεύτερη επικαλούμενη ομολογία, από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει καμιά τέτοια ομολογία.
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πράγματα αυτά και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από την πιο πάνω πλημμέλεια, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί καταρτίσεως για το μίσθιο ακίνητο συμβάσεως αναμισθώσεως και καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ΄ ουσίαν.
Κατά το μέρος όπου με τον λόγο αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το δικαστήριο δεν έκανε δεκτούς τους ανωτέρω ισχυρισμούς, καίτοι είχαν αποδειχθεί, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, και όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει η αντίφαση ή η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της αποφάσεως να αφορά ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως και να ανάγεται στα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου και όχι στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου, βάσει της οποίας καταλήγει το δικαστήριο στην κρίση περί συνδρομής ή μη των στοιχείων αυτών.
Εν προκειμένω, με τον έκτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, διότι, ενώ δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν την πρόθεση, με την αγορά του μισθίου καταστήματος τον Δεκέμβριο του έτους 2003, να το αναμορφώσουν και να το χρησιμοποιήσουν ως κέντρο αναψυχής, δεν διευκρινίζει, πώς είναι δυνατό, αφενός μεν να μην ενημερώσουν τον αναιρεσείοντα περί της προθέσεώς τους αυτής και αφετέρου να συνεχίσουν να εισπράττουν τα μισθώματα, από δε τον Ιούνιο του 2004 και την αύξηση του μισθώματος κατά 10%. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση και ανεπάρκεια δεν ανάγεται σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά σε επιχείρημα του δικαστηρίου, βάσει του οποίου και άλλων κατέληξε στην αποφατική κρίση περί μη καταρτίσεως νέας άτυπης συμβάσεως μισθώσεως του ακινήτου και μη καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2006 αίτηση του .......... για αναίρεση της 836/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ