Supreme Court dismisses appeal against lower court's evaluation of evidence in land dispute case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding a land dispute. The State argued the lower court misinterpreted property titles, but the Court found its evaluation of evidence, including expert reports, was not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot re-evaluate the facts or the assessment of evidence made by the court of first instance, as such evaluation is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1931 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1931/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Ε. Λ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις … σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του …, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Μ. Λ. του Ε. και Ε., κάτοικος ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. χήρας Ε. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12577/2009 μη οριστική και 8643/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1941/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/6/2019 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο 2-12-2020. Με την υπ' αριθμό 172/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της συνεχίζουσας τη δίκη αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται με την από 8-11-2021 υπ' αριθμό 172/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για ανασυζήτηση σύμφωνα με το άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., η από 10-6-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1941/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.
α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από … απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος …, στις … απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη η αναιρεσίβλητη Ε.
χήρα Ε. Λ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) το υπ' αριθμ. πρωτ. … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της αποβιωσάσης Ε. χήρας Ε. Λ. του ..., β) τα υπ' αριθ. … πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσίευσης διαθήκης της Ε. Λ. και περί μη αποποιήσεως κληρονομιάς αυτής αντίστοιχα, κληρονομήθηκε νομίμως εξ αδιαθέτου ως προς το επίδικο ακίνητο από την θυγατέρα της Μ.
Λ.. Η τελευταία, υπό την ιδιότητά της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη από 10-6-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1941/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 8643/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ε.
Ε. Λ., ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εναγόμενο - εκκαλούν, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών (βλ.
ΑΠ 1056/2013), ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (βλ.
Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1806/2006). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζιί - εμιριγιέ) γίνεται με την χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (βλ.
ΑΠ 80/2015, ΑΠ 81/2015, ΑΠ 390/2014, ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007). Εξάλλου, με την παρ. 5 του ν. 79/1913 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 01/14. 11.1913" ορίσθηκε ότι: "Τα μέχρι της καταλήψεως των εκχωρηθεισών χωρών κεκτημένα δικαιώματα, καθώς και αι δικαστικοί πράξεις και οι επίσημοι τίτλοι οι εκδοθέντες παρά την Οθωμανικήν Αρχήν έσονται σεβαστά και απαραβίαστα μέχρις εννόμου περί το εναντίον αποδείξεως".
Επίσης, με την παρ. 2, εδάφια τελευταία του ν. 147/1914, ορίζεται ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα περί αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουσιν οι εν ταις προσαρτημέναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Βάσει των διατάξεων αυτών διατηρήθηκε στις προσαρτηθείσες μετά τους βαλκανικούς πολέμους χώρες το προϋπάρχον ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ακινήτων, η κυριότητα όμως των δημοσίων γαιών δεν ανήκε πλέον στο τουρκικό δημόσιο αλλά στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου.
Διατηρήθηκε επίσης και το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης στις εκτάσεις αυτές. Περαιτέρω εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγηλ Αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί τοπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων, δασών κ.λπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου), (ΟλΑΠ 609/1963, ΑΠ 1328/2015, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1777/2007, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 39/2005). Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.
Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (βλ.
ΑΠ 1292/2011, ΑΠ 1340/2010, ΑΠ 1429/2010, ΑΠ 1122/2008). Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών (ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση).
Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή άσκηση από ιδιώτη δικαιώματος διαρκούς εξουσίασης, βάσει ταπίου κατά την 20.05.1917 ή προκειμένου περί αγρών, καλλιέργεια αυτών επί δέκα έτη τουλάχιστον πριν την ημερομηνία αυτή χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, η κυριότητα παρέμενε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η κυριότητα αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημόσιου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σ' αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.09.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22.04/16.05.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων.
Συνεπώς, σε ακίνητο περιελθόν στο Δημόσιο με την προσάρτηση των νέων χωρών μπορούσε να ασκηθεί νομή χρησικτησίας μόνο κατά το διάστημα από το έτος 1914 έως 11.09.1915, το οποίο όμως διάστημα δεν αρκεί για την κτήση της κυριότητας (ΑΠ 854/2021). Εξάλλου, επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας επί ακινήτων, δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της Τουρκικής Νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η Ελληνική Νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρο 2 ν. 147/1914).
Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι (20) χρόνια, εφόσον ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23.02.1946 και μετά (άρθρ. 1045 του ΑΚ). Με την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 9/2013, ΑΠ 280/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ. 24/1992, Ολ ΑΠ. 1/1999, ΑΠ 7/2021, ΑΠ 343/2020, ΑΠ. 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 77/2021, ΑΠ 816/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 251/2019, ΑΠ 273/2011, 700/2009, 259/2007), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 112/2020, 580/2019, ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 118/2013).
Σε κάθε περίπτωση για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1563/2014). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Κατά το έτος …, η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη αγόρασε άτυπα, από κατοίκους της …, συγκεκριμένα δε από τους Ε.
Χ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Μ. Μ., το επίδικο ακίνητο, που ήταν αγρός και ήδη αποτελεί οικόπεδο, εκτάσεως 391,55 τετραγωνικών μέτρων το οποίο βρίσκεται, επί της παρόδου … αρ…., στην περιοχή του άλλοτε … και ήδη της ομώνυμης Δημοτικής Ενότητας του ..., οριζόμενο βορειοανατολικά επί πλευράς 17,οο γραμμικών μέτρων με αδιέξοδο παρόδου…, βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς 20,62 και 10,01 γραμμικών μέτρων αντιοτοίχως με ακίνητο ιδιοκτησίας Ά.
και Α. Σ., νοτιοδυτικά επί πλευράς 6,95 γραμμικών μέτρων με την πάροδο … και πέραν αυτής με ακίνητο αγνώστων ιδιοκτητών, και νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 11,70, 8,60 και 11,66 γραμμικών μέτρων αντιστοίχως με την πάροδο … και πέραν αυτής με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ε. Α. Δ.. Το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως ακινήτου, συνολικού εμβαδού 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των δυο κλάδων του από Τουρκοκρατίας υφιστάμενου λάκκου (…) "…", γνωστή με την ονομασία "…"…, Η έκταση αυτή από τη δεκαετία 1950 - 1960 κατατμήθηκε από τους προαναφερόμενους κατοίκους της … σε αυτοτελή οικόπεδα (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο) τα οποία πωλήθηκαν άτυπα σε δεκάδες αγοραστές, όπως και στην εφεσίβλητη - ενάγουσα.
Η τελευταία, από το έτος … που αγόρασε το επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα, το έφραξε, έκτισε επ' αυτού ισόγειο κατοικία, εμβαδού πενήντα τετραγωνικών μέτρων (50,οοm2) περίπου, προκειμένου να στεγάσει την οικογένειά της, η οποία (κατοικία) έχει συνδεθεί με τα δίκτυα, ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης, παραπλεύρως αυτής (κατοικίας), εντός του επίδικου ακινήτου, ανήγειρε δεύτερη ισόγειο κατοικία, εμβαδού ογδόντα πέντε τετραγωνικών μέτρων (85,οο m2) περίπου, όπου φιλοξενεί την οικογένεια της θυγατέρας της Μ.
Λ., ενώ στο υπόλοιπο τμήμα του (επίδικου ακινήτου) φύτεψε δένδρα και έκτοτε το νεμόταν, ασκώντας τις επ' αυτού προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής. Η ως άνω επί του επίδικου ακινήτου νομή εκ μέρους της ενάγουσας, που άρχισε το έτος …, οπότε περιήλθε στην κατοχή της με την αγορά του, κατά τα προαναφερόμενα, συνεχίστηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως την άσκηση της ένδικης αγωγής και πάντως τουλάχιστον έως και το έτος ….
Επομένως, ενόψει της με τον προεκτιθέμενο τρόπο άσκησης φυσικής εξουσίας στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, εκ μέρους της εφεσίβλητης - ενάγουσας, η τελευταία απέκτησε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της προηγηθείσας υπό στοιχείο V
ΙΙ νομικής σκέψης, δικαίωμα πλήρους κυριότητας επ' αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ωστόσο, το έτος …, το Γραφείο Διαχείρισης ….. (...) …συνέταξε το υπ' αρ. … Πρωτόκολλο Κατάληψης, που αφορά την προαναφερθείσα μεγαλύτερη έκταση των 12.540,οο τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην τοποθεσία "…"…, στην οποία εμπίπτει, κατά τα προαναφερόμενα, και το επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή ανήκε κατά κυριότητα στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο ονόματι … και ότι έτσι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ανταλλάξιμη περιουσία.
Στο τέλος του εν λόγω πρωτοκόλλου αναγράφεται αυτολεξεί ότι: "Το σύνολο της έκτασης αυτής καλύπτεται από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι κτίσαν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με τον συνημμένο κτηματολογικό πίνακα", χωρίς όμως ταυτόχρονα να γίνεται μνεία του τίτλου με τον οποίο ο ανωτέρω μουσουλμάνος είχε καταστεί κύριος της παραπάνω έκτασης των 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων, ενώ από την επισκόπηση του συνημμένου στο ως άνω πρωτόκολλο πίνακα που τιτλοφορείται: "ΠΙΝΑΚΑΣ Αυθαιρέτων Κατόχων συνημμένος στο αρ.
… Πρωτόκολλο Κατάληψης στο … ", προκύπτει ότι σ' αυτόν γίνεται καταγραφή: α) των οικοπέδων που εμπίπτουν στην πιο πάνω καταληφθείσα έκταση με αύξοντες αριθμούς, β) των ονομάτων των κατόχων των οικοπέδων και γ) της έκτασης αυτών (οικοπέδων). Από τα τριάντα πέντε (35) οικόπεδα που αναγράφονται στον παραπάνω πίνακα, το επίδικο ακίνητο φέρεται με αύξοντα αριθμό .., κατόχους την εφεσίβλητη - ενάγουσα (Ε.
Λ.) και την Μ. Λ. (θυγατέρα της τελευταίας) και έκταση 315,00 τετραγωνικά μέτρα. Ακολούθως η ως άνω μεγαλύτερη έκταση των 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων, με την υπ' αρ. … απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Ε.Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, καταγράφηκε ως ανταλλάξιμο κτήμα και εν συνεχεία καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Ανταλλάξιμων Κτημάτων της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό κτήματος....
Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 391,55 τετραγωνικών μέτρων, όπως και η ευρύτερη έκταση της οποίας αυτό αποτελεί τμήμα και για την οποία εκδόθηκε το ως άνω πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι.
Χ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο). Τούτο δε διότι, δεν έχει ανευρεθεί τόσο στο Μακεδονικό Αρχείο όσο και στο αρχείο της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης τίτλος εξουσιάσεως στο όνομα του τελευταίου (Ι. Χ.), ούτε υπάρχει αντίστοιχη εγγραφή στα τουρκικά φορολογικά βιβλία, ούτε βέβαια υφίσταται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, καθώς και η μεγαλύτερη έκταση των 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων, της οποίας αποτελεί τμήμα, ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο.
Εξάλλου, ακόμη και το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), με το δικόγραφο της κρινόμενης εφέσεώς του, ομολογεί και αποδέχεται ότι δεν βρέθηκε τίτλος στο όνομα του προαναφερθέντος μουσουλμάνου για την ως άνω μεγαλύτερη έκταση, ισχυρίζεται όμως ότι το όνομα Ι. Χ. εμφανίζεται ως όριο άλλων ακινήτων, τα οποία είχαν χαρακτηρισθεί ως ανταλλάξιμα, αυτό δε είναι το μοναδικό στοιχείο, δηλαδή η γειτνίαση της εν λόγω μεγαλύτερης έκτασης των 12,540,οο τετραγωνικών μέτρων με άλλα ακίνητα που χαρακτηρίστηκαν ως ανταλλάξιμα και εμφανίζουν ως όριό τους ακίνητο που ανήκει σε μουσουλμάνο με το όνομα Ι.
Χ., που οδήγησε το Γραφείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης να προσδώσει τον χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου και στο επίδικο ακίνητο. Τον ως άνω ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγόμενου επιβεβαίωσε και ο προτεινόμενος από το τελευταίο μάρτυρας Κ. Κ., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος στην ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την ενώπιον του συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 4-12-2008, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αρ. 12577/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), κατέθεσε ότι η κατάληψη της προαναφερθείσας μεγαλύτερης εκτάσεως των 12.540,οο τετραγωνικών μέτρων έγινε ύστερα από παρότρυνση κάποιων από τους κατόχους αυτής, προφανώς προκειμένου να προβούν ακολούθως σε εξαγορά των οικοπέδων που κατείχαν από το Ελληνικό Δημόσιο, ως ανταλλάξιμων ακινήτων, και έτσι να αποκτήσουν έγκυρους τίτλους ιδιοκτησίας, καθόσον μέχρι τότε η κατοχή τους επ' αυτών στηριζόταν σε άτυπες αγορές από τους προαναφερθέντες ..., δηλαδή ουσιαστικά κατέθεσε ότι το εκκαλούν - εναγόμενο μέχρι και το έτος 1985 αγνοούσε την ύπαρξη της προαναφερόμενης μεγαλύτερης έκτασης των 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων ως ανταλλάξιμου κτήματος, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο ακίνητο.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι στην από … έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πραγματογνώμονας Α. Κ. στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ του εκκαλούντος - εναγόμενου (Ελληνικού Δημοσίου) και ιδιοκτήτη ακινήτου στην ίδια περιοχή "…" … αναφέρει ότι τα έτη 1959 και 1961 τα ακίνητα με ΑΚ 19464 και 20084 καταλήφθηκαν ως ανταλλάξιμα δυνάμει των υπ' αρ. 881/16-12-1959 και 909/4-1-1961 πρωτοκόλλων κατάληψης και μάλιστα ως ανήκοντα στον προαναφερόμενο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ., χωρίς να περιληφθεί σ' αυτά και η ως άνω μεγαλύτερη έκταση των 12.540,οο τετραγωνικών μέτρων, που είχε ήδη κατατμηθεί σε οικόπεδα, ένα από τα οποία είναι και το επίδικο ακίνητο. Μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24 ετών), ειδικότερα δε το έτος 1985, το Γραφείο Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι τα ως άνω όμορα ακίνητα χαρακτηρίσθηκαν ανταλλάξιμα, εξέδωσε το υπ' αρ.
… Πρωτόκολλο Κατάληψης, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του κανένα άλλο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι η έκταση αυτή ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ. ή σε οποιονδήποτε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ή εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο βάσιμα θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου κτήματος, πρωτόκολλο που εκδόθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ύστερα από παρότρυνση κάποιων κατόχων οικοπέδων της ως άνω μεγαλύτερης εκτάσεως των 12.540,οο τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να προβούν ακολούθως σε εξαγορά των οικοπέδων και έτσι να αποκτήσουν έγκυρους τίτλους ιδιοκτησίας.
Τα ανωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη για την παρούσα δίκη ζητήματα, ειδικότερα δε ότι το επίδικο ακίνητο, όπως και όλη η μεγαλύτερη έκταση στην οποία εμπίπτει και για την οποία συντάχθηκε το υπ' αρ. … Πρωτόκολλο Κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι. Χ. ή σε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αποτελούν και το πόρισμα της υπ' αρ.
καταθέσεως … έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. Κ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αρ. 12577/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος γνωμοδότησε ότι το επίδικο δεν περιέχεται εν μέρει ή εν όλω σε ανταλλάξιμη έκταση που ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ., μετά από ενδελεχή έλεγχο και εφαρμογή των σχετικών τίτλων που λεπτομερώς παραθέτει στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, ότι η εδαφική λωρίδα "…"…, στην οποία εμπίπτει εξ ολοκλήρου και το επίδικο ακίνητο, κείται εντός των ορίων της περιοχής "….", καθώς και ότι οι οθωμανικοί τίτλοι (ταπιά) … του μηνάς Ιανουαρίου 1289 (καθ' ημάς 1871) αναφέρονται στην περιοχή "…", η οποία όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνει και την εδαφική λωρίδα "…"…, στην οποία εμπίπτει εξ ολοκλήρου το επίδικο ακίνητο.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου (Ελληνικού Δημοσίου) ότι μόνον τμήμα του επίδικου ακίνητου, εμβαδού 319,90 τετραγωνικών μέτρων, εμπίπτει στο μεγαλύτερης εκτάσεως ακίνητο, συνολικού εμβαδού 12.540,οο τετραγωνικών μέτρων, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ανταλλάξιμη περιουσία, ως ανήκουσα στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ. και καταχωρήθηκε στα βιβλία ανταλλαξίμων με αριθμό ΑΚ …, ενώ τμήματά του εμβαδού: α) 21,15 τετραγωνικών μέτρων, εμπίπτει στο πρώην … ανταλλάξιμο κτήμα, β) 0,50 τετραγωνικών μέτρων, εμπίπτει στο πρώην … ανταλλάξιμο κτήμα, γ) 5,00 τετραγωνικών μέτρων, εμπίπτει στο…. , "κατά ποσοστό 41,90%, ανταλλάξιμο κτήμα, και δ) 45,οο τετραγωνικών μέτρων, αποτελεί μέρος ρέματος και ανήκει στην κυριότητά του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ακόμη και η Π.
Μ., τοπογράφος μηχανικός, η οποία διενήργησε, για λογαριασμό της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, σχολιασμό της προαναφερθείσας υπ' αρ. καταθέσεως … έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, του διορισθέντος με την υπ' αρ. 12577/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονος, Γ. Σ. Κ., στην από … έκθεση της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση εμπίπτει εντός του ανταλλάξιμου κτήματος …, το οποίο καταλήφθηκε ως ανήκαν στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ., ειδικότερα δε αυτολεξεί εκθέτει ότι: "... ολόκληρο το "…" ….συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης έκτασης αποτελεί το υπ' αριθμ, … Ανταλλάξιμο Κτήμα το οποίο διαχειρίζεται η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης και καταλήφθηκε με το υπ' αριθμ. … Πρωτόκολλο Κατάληψης από την Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Πρωτόκολλο Κατάληψης κοινοποιήθηκε στους αυθαίρετους κατόχους της περιοχής; στάλθηκε στον Δήμο Τριανδρίας και τοιχοκολλήθηκε. Κατά του Πρωτοκόλλου Κατάληψης υποβλήθηκαν ενστάσεις οι οποίες απορρίφθηκαν και στις … και με βάση την με αριθμό …. απόφαση της ΕΔΑΠ καταγράφηκε στα Κτηματολόγια της Υπηρεσίας ως Ανταλλάξιμο Κτήμα".
Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών καταρρίπτεται το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας για το επίδικο ακίνητο, που υφίσταται από την καταχώρηση στο Κτηματολόγιο Ανταλλάξιμων Κτημάτων της Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης του υπ αρ. … μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, στο οποίο εμπίπτει εξ ολοκλήρου αυτό, δηλαδή το επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα, ως εκ τούτου δε το τελευταίο δεν ήταν, τουλάχιστον μέχρι τη σύνταξη του προαναφερόμενου υπ' αρ.
…. Πρωτοκόλλου Κατάληψης και την καταχώρησή του στα Κτηματολόγια της παραπάνω υπηρεσίας (Δ.Α.Π.) ως Ανταλλάξιμο Κτήμα, ανεπίδεκτο χρησικτησίας ως ανήκον σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και δεν ήταν ανταλλάξιμο, έστω και με ελλιπέστερη και συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία, κατ' αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 534 του Κ.Πολ.Δ., συμπληρώνεται με την ως άνω αιτιολογία της παρούσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V
ΙΙ νομική σκέψη διατάξεις και ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από το τελευταίο (εκκαλούν - εναγόμενο) με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, διότι αποτελούσε δημόσια γαία και έτσι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, λόγος ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτό (επίδικο ακίνητο) είχε ήδη περιέλθει στην κυριότητα ιδιωτών.
Ειδικότερα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος της περιγραφόμενης στους οθωμανικούς τίτλους (ταπιά) … του μηνός Ιανουάριου του 1289 (καθ' ημάς 1871) εκτάσεως του βοσκότοπου "…", η μεγαλύτερη δε έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει και περιλαμβάνεται στο ως άνω υπ' αρ.
… πρωτόκολλο κατάληψης, την εξουσίαζαν χωρίς αμφισβήτηση, με βάση τους παραπάνω οθωμανικούς τίτλους (ταπιά), σε κάθε δε περίπτωση καλλιεργώντας την ιδίως με σιτηρά, οι προαναφερόμενοι κάτοικοι ..., Ε. Χ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Μ. Μ., επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως την 20-5-1917. Έτσι το μεγαλύτερης ως άνω εκτάσεως ακίνητο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, περιήλθε, αρχικά κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου και ακολούθως και κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, κατά πλήρη κυριότητα στους εξουσιαστές του, δηλαδή στους προαναφερόμενους ιδιώτες, και έτσι ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας.
Η υπερδεκαετής αυτή εξουσίαση του επιδίκου έως την 20-5-1917 και η περιέλευσή του στην κυριότητα ιδιωτών, με τον παραπάνω τρόπο, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν σε συναφείς δίκες για όμορα του επιδίκου ακίνητα που βρίσκονται και αυτά στην τοποθεσία "…" … και οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι προαναφερόμενοι κάτοικοι ...
καλλιεργούσαν με σιτηρά την μεγαλύτερη έκταση των 12.540,00 τετραγωνικών μέτρων, ενώ κάποια τμήματά της τα εκμίσθωναν σε τρίτους. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι όλες οι όμορες εκτάσεις εξουσιάζονταν και είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και μάλιστα όχι μόνο εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο κτήμα "…", αλλά και εκείνες που καταχωρήθηκαν ως ανταλλάξιμα κτήματα, αφού προϋπόθεση για την κατάληψή τους αποτελούσε ότι αυτές ανήκαν σε ιδιώτες ανταλλαγέντες μουσουλμάνους και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου.
Άλλωστε ενδεικτικό του ότι όλες οι εκτάσεις της περιοχής, συνεπώς και το επίδικο, είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και δεν ανήκαν στο εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, είναι και το γεγονός ότι ουδεμία άλλη υπηρεσία του εκκαλούντος - εναγόμενου (Ελληνικού Δημοσίου), πλην του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης, είχε οποτεδήποτε ενδιαφερθεί για την τύχη του και μάλιστα, όταν η ευρύτερη έκταση, μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος "…", διαχωρίστηκε σε οικόπεδα και ανεγέρθηκαν σε αυτά οικίες, που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό, ο αρμόδιος έφορος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής βάσει του άρθρου 115 του ΝΑ της 11/22-11-1929, στην οποία όφειλε να προβεί, εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, ενώ δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι η έκδοση του ως άνω υπ' αρ.
… Πρωτοκόλλου Κατάληψης έγινε με παρότρυνση κατόχων οικοπέδων της εκτάσεως αυτής, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας του εκκαλούντος - εναγομένου (Κ. Κ.) κατέθεσε, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την ενώπιον του πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, παρότρυνση που έγινε για το λόγο που προαναφέρθηκε.
Η παραπάνω κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο, καθώς και η μεγαλύτερη έκταση, στην οποία αυτό εμπίπτει, είχε περιέλθει, λόγω υπερδεκαετούς, έως την 20-5-1917, εξουσιάσεως, στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών, δεν αναιρείται από το υπ' αρ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, που αναφέρεται στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών που διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο, διότι οι αεροφωτογραφίες αυτές δεν απεικονίζουν την υφιστάμενη κατάσταση της προαναφερθείσας μεγαλύτερης εκτάσεως κατά το έτος 1917, που εν προκειμένω αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο, αλλά ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα στα έτη 1945 και 1960.
Ειδικότερα, από τις αεροφωτογραφίες λήψης του έτους 1945, στις οποίες απεικονίζεται η προαναφερθείσα έκταση με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές, δεν μπορεί να στηρίξει την άποψη ότι και πριν από είκοσι οκτώ (28) έτη από τη λήψη αυτή, δηλαδή κατά το έτος 1917, δεν υφίστατο καλλιέργεια με σιτηρά της υπό εξέταση περιοχής, ενώ από τις παραπάνω αεροφωτογραφίες δεν αποδεικνύεται ούτε η υφιστάμενη επί του επιδίκου ακινήτου κατάσταση για το χρονικό διάστημα από το έτος 1957, οπότε περιήλθε στην κατοχή της εφεσίβλητης - ενάγουσας, έως το έτος 1985, καθόσον κατά τα ενδιάμεσα έτη δεν έχουν ληφθεί αεροφωτογραφίες.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι αναγνωριστικές αγωγές, ομοίου με την ένδικη αγωγή περιεχομένου και αιτήματος, είχαν ασκήσει στο παρελθόν και άλλοι κάτοχοι οικοπεδικών τμημάτων της παραπάνω μεγαλύτερης εκτάσεως, για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο υπ' αρ. …. Πρωτόκολλο Κατάληψης, μεταξύ των οποίων και οι φερόμενοι ως αυθαίρετοι κάτοχοι στον συνημμένο στο ως άνω πρωτόκολλο πίνακα, ειδικότερα δε ο Χ.
Κ. του με αύξ. αριθμό … οικοπέδου, οι Ν. και Χ. Τ. του με αύξ, αριθμό ... οικοπέδου, ο Ι. Μ. του με αύξ. αριθμό … οικοπέδου, η Π. Π. του με αύξ. αριθμό … οικοπέδου, οι κληρονόμοι Σ. Φ. του με αύξ. αριθμό … οικοπέδου, καθώς και ο Γ. Π. του με αύξ, αριθμό … οικοπέδου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ' αρ. 2395/2000, 722/2002, 2421/2003, 2414/2004, 1224/2009 και 970/2015 τελεσίδικες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι όλη η παραπάνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο υπ' αρ.
… Πρωτόκολλο Κατάληψης, στην οποία εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αλλά είχε περιέλθει, με υπερδεκαετή, έως την 20-5-1917, εξουσίαση, στην κυριότητα των προαναφερόμενων ιδιωτών, κατοίκων ..., έτσι δε ήταν επιδεκτική χρησικτησίας και ακολούθως αναγνωρίστηκαν οι προμνημονευόμενοι κύριοι των ανωτέρω γειτονικών ακινήτων, οι οποίοι τα νέμονταν με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία τουλάχιστον έως τη σύνταξη του εν λόγω πρωτοκόλλου.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, η ένσταση του εκκαλούντος - εναγόμενου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, την οποία προβάλει με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχεία VΙ και V
ΙΙ νομικές σκέψεις, η εφεσίβλητη - ενάγουσα απέκτησε δικαίωμα πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το νεμόταν με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, συγκεκριμένα δε από το έτος …, που περιήλθε στην κατοχή της μέχρι και το έτος… , οπότε για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το δικαίωμά κυριότητας της επ' αυτού από το αντίδικό της, εκκαλούν εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), με την έκδοση του προαναφερόμενου υπ' αρ.
… Πρωτοκόλλου Κατάληψης, το τελευταίο όμως ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επ' αυτού (επίδικου ακινήτου), το οποίο δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ανταλλάξιμο, αλλά ούτε και ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, ως δημόσια γαία, καθόσον είχαν δικαίωμα εξουσιάσεώς του, ως τμήματος μεγαλύτερης εκτάσεως ακινήτου, και το εξουσίαζαν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως 20-5-1917, οι προαναφερόμενοι κάτοικοι ..., με αποτέλεσμα να αποκτήσουν δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού και να μη περιέλθει στο εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, το οποίο ακολούθως πώλησαν άτυπα, το έτος 1957, στην εφεσίβλητη - ενάγουσα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της εφεσίβλητης - ενάγουσας να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της επί του επίδικου ακινήτου, κατ' άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., ενόψει της αμφισβητήσεώς του από το εκκαλούν - εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) με την έκδοση του παραπάνω Πρωτοκόλλου Κατάληψης, την προστασία του οποίου ζήτησε με την ένδικη αγωγή της, την οποία (ένδικη αγωγή) άσκησε πριν τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής του ως άνω δικαιώματος της, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στο τέλος της προηγηθείσας υπό στοιχείο V
ΙΙ νομικής σκέψης, καθόσον αντίγραφό της επιδόθηκε στο εκκαλούν - εναγόμενο την … (βλ. την υπ' αρ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Π. Π., νόμιμα προσκομιζόμενη με επίκληση από την εφεσίβλητη - ενάγουσα), ενώ το ως άνω πρωτόκολλο κατάληψης, με το οποίο για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε από το εκκαλούν - εναγόμενο το δικαίωμα κυριότητας της αντιδίκου του (εφεσίβλητης - ενάγουσας) επί του επίδικου ακινήτου, επιδόθηκε στην τελευταία την ...
Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα η ένδικη αγωγή, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, όπως βεβαιώνεται στην υπ' αρ. 12577/2009 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είναι αρκούντως ορισμένη, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος - εναγόμενου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες όμως δεν επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και νόμιμη, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχεία VI και VΙl νομικές σκέψεις, στηριζόμενη στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης - ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από το εκκαλούν - εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων και μη υπαρχόντων άλλων λόγων της κρινόμενης εφέσεως προς έρευνα, αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη 8643/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσίβλητη είχε αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3,4 και 7, 4,9,12,34 και 49 του Ν. 147/1914, 51,55 του Εισ. Ν. Α.Κ , του άρθρου 3, 9,30,71 και 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζαν 1274, της 28 Σεφέρ 1304 , άρθρου 13 του Ν. "περί εγγράφων ταπίων της 15 Σαμπάν 1276", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, δεχόμενο ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας Ε.
Λ., Ε. Χ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Μ. Μ., απέκτησαν την εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου, σε μεγαλύτερη έκταση 12.540 τ.μ, η οποία ήταν καλλιεργήσιμη στην περιοχή "…" … δυνάμει των αναφερομένων οθωμανικών τίτλων (ταπιά) του μηνός Ιανουαρίου 1289 (καθ' ημάς 1871) που είχαν εκδοθεί στο όνομά τους και την οποία εξουσίαζαν χωρίς αμφισβήτηση και καλλιεργούσαν με σιτηρά συνεχώς επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως τις 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Ότι το εν λόγω δικαίωμα εξουσιάσεως , των παραπάνω δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, μετατράπηκε σε πλήρη κυριότητα κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ενώ ως αληθείς πλέον κύριοι εξακολουθούσαν να κατέχουν και να καλλιεργούν το επίδικο μέχρι το έτος 1957, που το μεταβίβασαν στην ενάγουσα. Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας ως ανταλλάξιμο, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επί της μείζονος εκτάσεως, στην οποία περιλαμβανόταν αυτό, αφού δεν ανήκε στην περιουσία του ανταλλεγέντος μουσουλμάνου Ι.
Χ. ούτε σε οποιονδήποτε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αλλά ούτε ως περιελθόν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού κράτους, καθόσον περιήλθε στους ως άνω δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και τέλος, περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1957, που το αγόρασε άτυπα από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της, που της παρέδωσαν την νομή του, για χρονικό διάστημα, κατά πολύ, μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται, ότι ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίδικο αποτελεί μέρος της περιγραφόμενης στους οθωμανικούς τίτλους (ταπιά), 80,82 και 84 εκτάσεως του βοσκότοπου "…", αυτή αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή, ενώ ως προς την περιοχή "…" … γίνεται ρητή αναφορά ότι καλλιεργείτο με σιτηρά ανέκαθεν, με συνέπεια να μην δημιουργείται καμία ασάφεια ούτε αντίφαση ως προς την μορφή του επιδίκου και τις επ' αυτού πράξεων νομής τόσο της ενάγουσας όσο και των δικαιοπαρόχων της.
Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έκθεση σχολιασμού της πιο πάνω πραγματογνωμοσύνης από την Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Θεσσαλονίκης, έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την αποδοχή της αγωγής και την αναγνώριση της ενάγουσας ως κυρίας του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1α, 19 και 10 του Κ.Πολ.Δ περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και ότι δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν δικαίωμα εξουσιάσεως επί του επιδίκου και ότι οι τίτλοι 80, 82 και 84 αποτελούν ταπία, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών σύμφωνα με το οποίο έχουν εκδοθεί δικαιώματι εγκαταστάσεως οι δύο πρώτοι στο 1/8 χειμερινής βοσκής επ' ονόματι Ι.
Ν. Μ. Χ. Χ. Μ. και Π. αντίστοιχα και ο τρίτος δικαιώματι εγκαταστάσεως στα 6/8 χειμερινής βοσκής επ' ονόματι Χ. Σ. Α. και Θ. Μ. και Ν. Κ. και Χ. - Σ. Θ. και Π. Χ. Μ. του Κ. Θ. Όπως προκύπτει όμως από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο στην κρίση του για την αποδοχή της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έκθεση σχολιασμού της πιο πάνω πραγματογνωμοσύνης από την Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Θεσσαλονίκης, έγγραφα) και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των προαναφερομένων εγγράφων και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν προσκομίζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από το αναιρεσείον τα προαναφερόμενα έγγραφα και η πιστή μετάφραση αυτών από την τουρκική. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει το ίδιο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), όπως και οι επικαλούμενες ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της που υπέβαλε με τις προτάσεις της σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1941/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ