Supreme Court partially allows appeal against excessive fine, dismissing others for procedural defects and lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals by two defendants while partially allowing the appeal of a third defendant, Γ. Λ., regarding an excessive fine. The court found the first two appeals inadmissible due to procedural defects and the first defendant's lack of standing to challenge the fine. Conversely, the court ruled that the second defendant had standing to challenge the fine, establishing that a defendant can appeal a fine imposed on them even if they were not the primary defendant in the original trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 513 para. 1 lit. g' KPoind; Art. 470 KPoind; Art. 510 para. 1 lit. H' KPoind: A defendant may appeal a fine imposed upon them, and an appeal based on excessive punishment is admissible if the defendant has standing to challenge the penalty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1931 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1931/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Τ. του Μ., κατοίκου ...ς και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 2. Γ. Λ. Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Γ. Μ. και 3. Π. Β. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Ευάγγελο Μαρκουΐζο, ο οποίος ορίστηκε με την 240/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 54, 56/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 7 Μαΐου 2018 αίτησή αναιρέσεως του κατηγορούμενου Α. Τ., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Μαΐου 2018 και έλαβε αριθμ. πρωτ. 4823/8.5.2018, β) στην από 7 Μαΐου 2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Μαΐου 2018, έλαβε αριθμ. πρωτ. 4823/8.5.2018 καθώς και στους από 24 Ιουλίου 2018 προσθέτους λόγους και γ) στην από 25 Απριλίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Π. Β. και με αριθμό 326/2018, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος ..., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 672/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Α. Τ., β) να γίνει δεκτός ο περί υπερβάσεως της εξουσίας του δικάσαντος δικαστηρίου προβαλλόμενος το πρώτο, δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων λόγος αναιρέσεως και να απαλειφθεί, κατ' άρθρο 518 ΚΠΔ, από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη που αφορά την επιβολή συνολικής χρηματικής ποινής 50.000 ευρώ στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Γ. Λ. και γ) να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά και οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Γ. Λ. καθώς επίσης η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Π. Β..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα, ενώ, κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου 513, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο.
Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων η αίτησή του απορρίπτεται. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 30-5-2018 αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για παράσταση δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε από τον Γραμματέα του Καταστήματος ...
Δ. Μ. προς τον αναιρεσείοντα, κρατούμενο του Κ.Κ.Κ, Α. Τ., ο τελευταίος κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης [19-09-2018], πλην όμως αυτός δεν παραστάθηκε κατ' αυτήν μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην και η υπό κρίση από 7.5.2018 αίτηση αναίρεσης αυτού (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8.5.2018), να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο άνω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και εν συνεχεία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου Κώδικα. Η ανυπαρξία ή η αοριστία των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, εκτός της αίτησης αναίρεσης, έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2002).
Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναίρεσης, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο υπάρχει μόνον, όταν η έκθεση αναίρεσης περιέχει ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ' αυτήν και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου συνηγόρου του και του αρμοδίου υπαλλήλου, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναίρεσης αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η τυχόν έλλειψη υπογραφής του αρμόδιου υπαλλήλου στο προσαρτημένο έγγραφο μπορεί να αναπληρώνεται από άλλο στοιχείο, που πιστοποιεί τη διαδικαστική σύνδεση και ενοποίησή του με την έκθεση αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ιδίου ως άνω Κώδικα και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, αν μεν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, στην κρινομένη με αριθμό 326/25-04-2018 αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος, Π. Β. του Σ. και Β., σε ποινή κάθειρξης 50 ετών, με εκτιτέα ποινή κάθειρξης 25 ετών, και σε χρηματική ποινή 50.000,00 €, για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης της μεταφοράς πολιτών τρίτης χώρας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και κατά συναυτουργία, δρώντας από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα, κατά της υπ' αριθμό 54, 56/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, περί της οποίας η σχετική έκθεση συντάχθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., αναφέρεται, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της άνω απόφασης για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει: "ΥΠΟΒΑΛΩ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΛΟΓΟ ΕΛΕΙΨΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΚΘΕΣΩ ΜΕ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΚΑΤΑ ΑΡΘΡΟΝ 509 ΠΑΡ. 2 ΚΠΔ".
Με το περιεχόμενο όμως αυτό και ενόψει του ότι δεν υφίσταται έστω και ένας παραδεκτός λόγος αναίρεσης και στη σχετική έκθεση δεν επισυνάφθηκαν λόγοι αναίρεσης, η υπό κρίση αίτηση, μετά την ανάπτυξη των απόψεων του πληρεξουσίου δικηγόρου που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΙΙΙ. Η κρινόμενη από 7 Μαΐου 2018 και υπ' αριθμό πρωτ. 4823/8-5-2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ., που ασκήθηκε με δήλωση του τελευταίου και επίδοσή της στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 472 παρ. 2 ΚΠοινΔ, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 54, 56/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που καταχωρήθηκε στις 19-4-2018 στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής με χρονολογία κατάθεσης 24 Ιουλίου 2018 πρόσθετοι λόγοι του ίδιου ως άνω αναιρεσείοντος, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2), πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
IV. Στο άρθρο 30 του Ν 4251/2014 "Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης κλπ διατάξεις" ορίζονται τα ακόλουθα "Υποχρεώσεις μεταφορέων - Κυρώσεις. 1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ.
με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. δ) ... ." Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 5 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα εξής "5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ". Στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι "1.Θεώρηση εισόδου. 1. Πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος οφείλει να κατέχει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες ελληνικές Αρχές, που πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:
α) η ισχύς του εκτείνεται τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, σε περίπτωση περισσότερων επισκέψεων, μετά την τελευταία προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών - μελών ωστόσο, σε αιτιολογημένη επείγουσα περίσταση, η υποχρέωση αυτή δύναται να αίρεται, β) περιέχει τουλάχιστον δύο κενές σελίδες, γ) εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας".
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό, ότι το μεν αδίκημα του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014 αναφέρεται στις υποχρεώσεις μεταφορέων και τις εις βάρος τους κυρώσεις, όταν μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτών που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, το δε αδίκημα του άρθρου 29 παρ. 5 του Ν. 4251/2014 συγκροτείται, όταν διευκολύνεται, μεταξύ άλλων, η έξοδος από το ελληνικό έδαφος πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον προβλεπόμενο από το άρθρο 5 έλεγχο της θεώρησης εισόδου με την κατοχή έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου αναγνωρισμένου από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Επίσης, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επιμέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στην συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον, εκείνος που την παρέχει, γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα.
Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.
Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
V. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 54, 56/2018, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2014 απογευματινές ώρες έως την 3-11-2014 και ώρα 00:30 ο Π.
Β. οδηγώντας το ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, επιβίβασε σ' αυτό στην ... τους 46 αλλοδαπούς, υπηκόους ... που αναφέρονται στο διατακτικό και μετέφερε αυτούς στον ..., προκειμένου από εκεί να μεταφερθούν αυτοί με σκάφος στην .., αν και γνώριζε ότι οι εν λόγω αλλοδαποί στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν είχαν δικαίωμα να εξέλθουν από τη χώρα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε.
Την πράξη του αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθόσον είχε διαμορφώσει υποδομή με την εξασφάλιση του παραπάνω οχήματος, με την επανειλημμένη κατά συρροή τέλεση της πράξης, η οποία ακόμη και αν διαπράχθηκε για πρώτη φορά, δεν έγινε ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, στο οποίο συμμετείχαν περισσότερα άτομα με διακριτούς ρόλους και αρμοδιότητες ....
και αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος, καθώς επίσης τέλεσε την πράξη κερδοσκοπίας, καθόσον θα λάμβανε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την απολογία του, το ποσό των 700 ευρώ. Επίσης κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι (Α. Τ. και Γ. Λ.) κατόπιν συναπόφασης και δρώντας από κοινού, με πρόθεση παρείχαν στον κατ/νο Π.
Β. κατά την τέλεση της παραπάνω πράξης και συγκεκριμένα επιβαίνοντας στο ...37 ΙΧΕ, ο μεν πρώτος (Α. Τ.) ως οδηγός, ο δε δεύτερος (Γ. Λ.) ως συνοδηγός, κινούνταν ως προπομποί προκειμένου να ενημερώνουν τον Π. Β. σχετικά με τυχόν εμφάνιση και κάθε άλλη ενέργεια αστυνομικών οργάνων ώστε αυτός να αποφύγει τον αστυνομικό έλεγχο, αν και γνώριζαν ότι οι παραπάνω αλλοδαποί εισήλθαν παράνομα στο ελληνικό έδαφος χωρίς να τηρήσουν τις νόμιμες διατυπώσεις, καθόσον στερούνταν των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων και συνεπώς δεν μπορούσαν να προωθηθούν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
Τέλεσαν δε την παραπάνω πράξη κατ' επάγγελμα καθόσον είχαν διαμορφώσει υποδομή με την εξασφάλιση του παραπάνω οχήματος και των κατασχεθέντων κινητών τηλεφώνων και δρούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου, το οποίο είχαν καταστρώσει με διακριτούς ρόλους και με την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αποσκοπούσαν δε στον πορισμό εισοδήματος, αφού τέλεσαν την πράξη εκ κερδοσκοπίας, ελάμβαναν 500 - 600 ευρώ ο πρώτος και 100-150 ευρώ ο δεύτερος.
Οι ως άνω κατηγορούμενοι απολογούμενοι και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι οι μεταφερόμενοι είχαν υπηρεσιακά σημειώματα και ότι ο προορισμός τους ήταν η Άρτα για συγκομιδή πορτοκαλιών. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Καταρχάς οι 41 από τους μεταφερόμενους κατείχαν υπηρεσιακά σημειώματα με τα οποία τους χορηγήθηκε προθεσμία 6 μηνών με τον περιοριστικό όρο της μη διαμονής τους ..
και της μη μετάβασής τους στους νομούς ... διότι με απόφαση του αρμόδιου Γεν. Αστυνομικού Διευθυντή ανεστάλη η απόφαση απέλασής τους και σε ένα χορηγήθηκε τριήμερη προθεσμία προκειμένου να αναχωρήσει για τη χώρα του και όχι για την Ιταλία. Με τα υπηρεσιακά αυτά σημειώματα παρείχετο προθεσμία είτε για την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους ή σε χώρα διέλευσης σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή σε άλλη τρίτη χώρα στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός.
Αρμόδια δε για την επιβεβαίωση της οικειοθελούς αναχώρησης είναι η αρχή που εξέδωσε την απόφαση επιστροφής. Εξάλλου ο ισχυρισμός περί μεταφοράς .. δεν ευσταθεί, αφού εντοπίστηκαν στην παραλία ...ς από όργανα του Λιμεναρχείου Λευκάδας. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατ/νου Π. Β. ότι δεν είναι άδικη η πράξη καθώς οι μεταφερόμενοι ήσαν πρόσφυγες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, αφού οι μεταφερόμενοι δεν ετύγχαναν διεθνούς προστασίας, ούτε ήσαν δικαιούχοι επικουρικής προστασίας σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και το ΠΔ 114/2010 ... .
Επομένως πρέπει οι τρεις κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, όπως και πρωτοδίκως, ήτοι ως προς την μεταφορά των 41 από τους 46 μεταφερόμενους σε τετελεσμένη μορφή ως προς δε τους πέντε από αυτούς σε μορφή απόπειρας. Να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' ΠΚ) για τους 1° και 3° (Α.
Τ. και Π. Β.), διότι μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησαν έντιμη, ατομική οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή. Να απορριφθεί για τον δεύτερο τούτων (Γ. Λ.), ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ενώ η επίδειξη καλής διαγωγής εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση ....".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, μεταξύ άλλων, τον κατηγορούμενο, Γ. Λ., ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξης της απλής συνδρομής κατά την τέλεση από τον Π. Β. της άδικης πράξης της απόπειρας μεταφοράς και της διευκόλυνσης μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα, δηλαδή ότι δρούσε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 1 στοιχ.
β, περ. α-β του Ν. 4251/2014 και των άρθρων 82 παρ. 1 και 4α του Ν. 3386/2005 και 83 παρ. 1 α' του Ν. 3386/2005 που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 139 παρ. 2 του Ν. 4251/2014 και για την πράξη αυτή τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 5.000,00 € για καθένα από τα 46 μεταφερόμενα πρόσωπα και καθόρισε συνολική ποινή κάθειρξης πενήντα (50) ετών, που αποτελείτο από τη μία από τις όμοιες ποινές, δηλαδή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών, που καταγνώσθηκε για τον πρώτο των μεταφερομένων ως ποινή βάση και αυτή επαύξησε κατά ένα (1) έτος από την ποινή κάθειρξης των πέντε (5) ετών που κατέγνωσε για καθέναν από τους λοιπούς 41 μεταφερόμενους και όρισε την εκτιτέα ποινή σε κάθειρξη 25 ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους [Α. Τ. και τον Γ. Λ. (αναιρεσείοντα)] ενόχους για το ότι: ...στην .. και στον ... κατά το χρονικό διάστημα από την 2-11.2014 και ώρες απογευματινές ως την 3-11-2014 και ώρα 00,30' δρώντας από κοινού, από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα παρείχαν στον Π. Β... οποιαδήποτε συνδρομή που δεν ήταν άμεση κατά την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απόπειρας μεταφοράς και της διευκόλυνσης μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή, από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα (παρ.
άρθρων 13 στ, 94 § 1 ΠΚ και άρθρων 30 §1 περ. γ' στοιχ β' περ. α-β Ν. 4251/2014),τις οποίες πράξεις ο Π.ς Β...Σ διέπραξε. Συγκεκριμένα στους παραπάνω τόπους και χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι, κατόπιν συναπόφασής τους και δρώντας από κοινού, με πρόθεση παρείχαν στο συγκατηγορούμενό τους Π. Β... απλή συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν των αδίκων πράξεων της απόπειρας μεταφοράς και της διευκόλυνσης μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή, από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα (παρ.
άρθρων 13στ, 94 § Ι ΠΚ και άρθρων 30 § 1 περ γ στοιχ β περ α-β Ν. 4251/2014), πράξεις οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι με το με αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. όχημα, τύπου OPEL, ιδιοκτησίας του Κ. Σ., με οδηγό τον Α. Τ... και συνοδηγό τον Γ. Λ..., από την ... μέχρι τον ..., από κοντινό σημείο του σταθμού μετρό "ΣΥΓΓΡΟΥ - ΦΙΞ" στην Αθήνα, προπορεύονταν του οχήματος του Π.υ Β...Υ, στο οποίο επέβαιναν οι 46 (= 42 ενήλικες και 4 ανήλικοι) παράνομοι πολίτες τρίτων χωρών, που αναφέρονται στον πιο πάνω πίνακα, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, γεγονός που οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, προκειμένου να ενημερώνουν τον Π.
Β..., σχετικά με τυχόν εμφάνιση και κάθε άλλη τυχόν ενέργεια αστυνομικών οργάνων κατά την πιο πάνω διαδρομή, ώστε να αποφύγει ο Π.ς Β...Σ οποιουδήποτε είδους αστυνομικό έλεγχο και τη συνακόλουθη σύλληψή του για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη που αυτός στον παραπάνω τόπο και χρόνο τελούσε. Την πράξη τους αυτή τέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κερδοσκοπία, επιδιώκοντας τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους, αφού για την προαναφερόμενη μεταφορά ο κάθε μεταφερόμενος παράνομος πολίτης τρίτης χώρας όφειλε να καταβάλει τίμημα ύψους 1.000 - 2000 €, ενώ τέλεσαν αυτήν και κατ' επάγγελμα, διότι από τις συνθήκες τέλεσής της και ειδικότερα από το γεγονός, ότι δρούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου στο οποίο συμμετείχαν περισσότερα άτομα με διακριτούς ρόλους και κατανεμημένες αρμοδιότητες, καθώς και από την ύπαρξη επαγγελματικής υποδομής που είχαν οι ίδιοι διαμορφώσει και συγκεκριμένα τη χρήση του προαναφερόμενου οχήματος και κινητών τηλεφώνων, για τη διευκόλυνση της μεταφοράς των 46 παράνομων πολιτών τρίτων χωρών στην Ιταλία και την κατά τα παραπάνω οργανωμένη τους ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, σε συνδυασμό με την επιδίωξη προσπορισμού του αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ύψους 1.000 - 2000 € κατ' άτομο, προκύπτει σκοπός τους πορισμού αθεμίτου περιουσιακού οφέλους".
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως έκρινε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με βάση τα οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε εν προκειμένω τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 4251/2014 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ ενόψει του ότι εν προκειμένω καταφανώς δεν πρόκειται για αδίκημα του άρθρου 29 παρ. 5 αλλά για αδίκημα του άρθρου 30 του Ν 4251/2014, αφού η πράξη αφορά μεταφορά πολιτών τρίτων χωρών που παραλήφθηκαν από μεταφορείς στο εσωτερικό της χώρας για να προωθηθούν σε χώρα κράτους - μέλους της Ε.Ε.
και δεν υφίσταται απλώς διευκόλυνση της εξόδου από το ελληνικό έδαφος πολιτών τρίτης χώρας χωρίς να υποβληθούν στον προβλεπόμενο από το άρθρο 5 έλεγχο της θεώρησης εισόδου με την κατοχή έγκυρων ταξιδιωτικών εγγράφων αναγνωρισμένων από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα και ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠοινΔ, που στηρίζεται στις σχετικές αιτιάσεις κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι αβάσιμα. Επίσης, το αίτημα για επιτρεπτή μεταβολής της κατηγορίας από παράβαση του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 4251/2014 σε παράβαση του άρθρου 29 παρ. 5 Ν. 4251/2014 σε συνδυασμό με τις σχετικές με την απόπειρα διατάξεις του ΠΚ είναι ισχυρισμός αρνητικός της κατηγορίας (ΑΠ 986/2017) και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.
Παρόλα αυτά, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης απάντησε επ' αυτού και η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 και 2, 83, και 42 παρ. 1 και 2 ΠΚ συνάγεται, ότι επί απλής συνέργειας που τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή (άρθρο 83 ΠΚ) το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον υπαίτιο την ίδια ποινή με αυτήν που ο νόμος προβλέπει για τον αυτουργό της πράξης μόνο αν κρίνει ότι η ελαττωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ δεν επαρκεί, για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.
Σε περίπτωση δε που ασκηθεί το ένδικο μέσο της έφεσης από τον κατηγορούμενο ή υπέρ του κατηγορουμένου και αναγνωριστούν για πρώτη φορά ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλος λόγος μείωσης της ποινής κατά το άρθρο 83 του ΠΚ, το δικαστήριο εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ και όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής τις διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΠΚ και μπορεί να επιβάλει ελαττωμένη ποινή κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 ΠΚ, η οποία μπορεί να είναι, εφόσον αναγνωρίστηκε ελαφρυντική περίσταση για τον αυτουργό, ίδια με εκείνη που επιβάλλεται στον απλό συνεργό και σε κάθε περίπτωση ίδια ή μειωμένη σε σχέση με την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή.
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αναγνώρισε στους κατηγορουμένους Α. Τ. και Π. Β. την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, επέβαλε την ίδια ποινή της κάθειρξης των 50 ετών στους εν λόγω καταδικασθέντες κατηγορούμενους, δηλαδή τον Π. Β. ως αυτουργό του εγκλήματος και στους Α.
Τ. και Γ. Λ. (αναιρεσείοντα) ως απλούς συνεργούς. Η άνω συνολική ποινή κάθειρξης αποτελείται από τη μία των ομοίων ποινών, ήτοι την ποινή της κάθειρξης των πέντε ετών, που καταγνώσθηκε για τον πρώτο μεταφερόμενο πολίτη τρίτης χώρας ως ποινή βάση, επαυξημένη κατά ένα έτος από την ποινή κάθειρξης των πέντε ετών που καταγνώσθηκε για καθέναν από τους λοιπούς 41 μεταφερόμενους και τελικά ορίσθηκαν ως εκτιτέα ποινή κάθειρξης τα 25 έτη για καθένα των καταδικασθέντων.
Καταγιγνώσκοντας την παραπάνω ποινή, που είναι όμοια τόσο για τον Π. Β., αυτουργό της πράξης, όσο και για τους Α. Τ. και Γ. Λ. (αναιρεσείοντα), απλούς συνεργούς στην πράξη του πρώτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 47 ΠΚ, που προβλέπει ελαττωμένη ποινή για τον απλό συνεργό, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε μειωμένη ποινή σε σχέση με εκείνες που είχε επιβάλει πρωτοδίκως, πάντως, όμως, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 83 ΠΚ, ενόψει του ότι είχε αναγνωρίσει το προαναφερθέν ελαφρυντικό στον αυτουργό της πράξης, Π.
Β., συγκατηγορούμενο των ως άνω απλών συνεργών. Σχετικά με την αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της "αν υπήρχε σκάφος στην παραλία, προς παραλαβή των μεταφερόμενων αλλοδαπών μεταναστών, αν το σκάφος είχε τη χωρητικότητα, το αξιόπλοο, και το αναγκαίο προσωπικό που θα το καθιστούσε κατάλληλο για την πραγμάτωση της μεταφοράς τους στην Ιταλία" πρέπει να σημειωθεί, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται ο διακριτός ρόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Γ.
Λ. και του συγκατηγορουμένου του Α. Τ. στην παροχή απλής συνέργειας με την απόκρυψη των αλλοδαπών μεταναστών σε σημείο της παραλίας του ..., όπου καταλήφθηκαν από λιμενικούς … έχοντες μεταφερθεί εκεί από τον Π. Β. με προπομπούς τους άνω συνεργούς, στους οποίους ανήκει και ο αναιρεσείων, οι οποίοι ενημέρωναν με τα κινητά τους τηλέφωνα τον αυτουργό, Π.
Β., προκειμένου αυτός αποφεύγοντας κάθε αστυνομικό έλεγχο να πραγματώσει κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία την πράξη της διευκόλυνσης της μεταφοράς 46 πολιτών τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, τη μεταφορά τους εντός του ελληνικού εδάφους από την ... στον ... με φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης και προορισμό τους δια θαλάσσης ….
Κατά συνέπεια, η διαληφθείσα αιτιολογία υπήρξε η προσήκουσα και το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς καταδίκασε τους εκεί κατηγορουμένους, μεταξύ δε τούτων και τον τελευταίο αναιρεσείοντα, Γ. Λ.. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τις οποίες αμφισβητείται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και αποδίδεται σ' αυτή, ότι εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα, δεν συγκροτούν αναιρετικούς λόγους και είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες.
Ως προς την μερικότερη αιτίαση, που αναφέρεται στη σιωπηρή απόρριψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του υποβληθέντος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γ. Λ. αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' δ' και ε' ΚΠοινΔ (προτέρου εντίμου βίου, ειλικρινούς μεταμελείας και μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς) και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αυτόν, προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος Γ.
Λ. ζήτησε να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του εντολέα του μόνον το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, αλλά και ως προς την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε αόριστα με μόνη την παράθεση του σχετικού άρθρου του ΠΚ, χωρίς αναφορά των αναγκαίων για τη θεμελίωσή του πραγματικών περιστατικών.
Παρ' όλα αυτά, το άνω Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, ενώ δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των άλλων δύο μηδόλως προταθέντων ελαφρυντικών. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση, ότι το αυτό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα εφαρμογής του άρθρου 79 ΠΚ, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο σχετικό με το ως άνω αίτημα κεφάλαιο αυτών, γίνεται ειδική αναφορά του παραπάνω άρθρου και των αναφερόμενων σ' αυτό κριτηρίων, επί τη βάσει των οποίων επιμετρήθηκε η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή.
Επομένως, δεν έλειψε από την απόφαση η ειδική αιτιολογία που επιβάλει το Σύνταγμα και το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρερμήνευσε, αλλά απέδωσε στο νόμο την πραγματική του έννοια και υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς ουδόλως να παραβιάσει αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα σε όλα τα σκέλη του μόνου λόγου του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του Γ.
Λ. και στους αντίστοιχους συναφείς αναιρετικούς λόγους του ίδιου αναιρεσείοντος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτού, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης της επιβαλλόμενης κατά το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, με το ίδιο ως άνω δικόγραφο των προσθέτων ο αναιρεσείων Γ. Λ. προβάλλει ως λόγο αναίρεσης τη θετική υπέρβαση εξουσίας, στην οποία υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιβάλλοντας βαρύτερη ποινή από αυτή που επέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χειροτερεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη θέση του.
Αυτό απαγορεύεται από το άρθρο 470 ΚΠοινΔ σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή υπέρ αυτού.
Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν για πρώτη φορά συνολική χρηματική ποινή 50.000,00 € μη επιβληθείσα πρωτοδίκως, που αποτελείται από την μία των ομοίων ποινών, δηλαδή της χρηματικής ποινής των 5.000,00 €, που καταγνώστηκε εις βάρος του για τον πρώτο μεταφερόμενο ως ποινή βάση, επαυξημένη κατά 1.000 ευρώ από την χρηματική ποινή των 5.000 ευρώ που καταγνώστηκε ομοίως για καθένα από τους λοιπούς 41 μεταφερόμενους.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η'Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και να απαλειφθεί η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης για επιβολή της παραπάνω χρηματικής ποινής στον αναιρεσείοντα Γ. Λ.. Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερθέντων και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να συνεκδικαστούν οι αναιρέσεις των 1) Π.
Β. (326/25-4-2018) και 2) Γ. Λ. και Α. Τ. (4823/8-5-2018) με τους από 24-7-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Γ. Λ., να απορριφθούν οι αναιρέσεις των Π. Β. και Α. Τ. και να γίνει δεκτή εν μέρει η αναίρεση του Γ. Λ., καθόσον είναι βάσιμος ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτού, που αφορά την θετική υπέρβαση εξουσίας, να απαλειφθούν οι διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν στην καταδίκη σε χρηματική ποινή και τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής, 50.000,00 €, εις βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ.
Λ. και να επιβληθούν δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, σε βάρος καθενός από τους αναιρεσείοντες, Π. Β. και Α. Τ., των οποίων οι αναιρέσεις απορρίφθηκαν εξ ολοκλήρου, όχι όμως εις βάρος του Γ. Λ., του οποίου η αναίρεση έγινε, ως άνω, δεκτή εν μέρει κατ' ουσία (ΚΠοινΔ 583).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αναιρέσεις.
Απορρίπτει τις από 25-4-2018 και 7-5-2018 αιτήσεις των Π. Β. και Α. Τ. για αναίρεση της 54,56/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 7-5-2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ., ως προς τον πρώτο λόγο του από 24-7-2018 δικογράφου των προσθέτων λόγων για αναίρεση της ίδιας, ως άνω, απόφασης.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τις διατάξεις της ως άνω απόφασης, που αφορούν στην καταδίκη σε χρηματική ποινή και τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής, 50.000,00 €, σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ.. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους αναιρεσείοντες, Π. Β. και Α. Τ., τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ